My Bonjour

Tuesday, 03 March 2026

"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ

"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ο Νικόλαος Πολίτης ήταν Έλληνας λαογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1852 στο χωριό Γιάννιτσα (Ελαιοχώριον Καλαμάτας) και μεγάλωσε στην Καλαμάτα, όπου και τελείωσε το σχολείο.

Από τα μαθητικά του χρόνια είχε αναπτύξει ενδιαφέρον για την παραδοσιακή ζωή και, ως μαθητής γυμνασίου ακόμα, άρχισε να συντάσσει μια χειρόγραφη εφημερίδα που λεγόταν Ο Φιλόπαις.
Αρχίζει να δημοσιεύει λαογραφικές μελέτες σε περιοδικά, όπως η «Ευτέρπη» η «Πανδώρα» η «Εστία», «Χρυσαλλίς», «Φιλόστοργος μήτηρ».
Το 1866 όταν ξεσπά η Κρητική Επανάσταση επιχειρεί να καταταγεί εθελοντής σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, αλλά τελικά ανακαλύφθηκε από τους γονείς του και επέστρεψε σε αυτούς.
Το 1868 με δική του πρωτοβουλία το Γυμνάσιο Καλαμάτας όπου φοιτούσε έδωσε παράσταση με τα έργα του Μολιέρου Ο ακούσιος γάμος και Ο χαρτοπαίκτης σε δική του μετάφραση, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα υπέρ των Κρητών προσφύγων που είχαν καταφύγει στη Μεσσηνία.
Σπούδασε φιλολογία (1868-1872) και νομική (1874-1878) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1870 έγινε μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Εξέδωσε από κοινού με τον Σπυρίδωνα Λάμπρο τα Νεοελληνικά Ανάλεκτα Παρνασσού.
Απέκτησε τέσσερεις γιους, μεταξύ τους τον πρωτότοκο φιλόλογο και κριτικό βιβλίου Γιώργο Πολίτη, τον σκηνοθέτη και θεατρικό κριτικό Φώτο Πολίτη και τον νεότερο, καθηγητή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ακαδημαϊκό Λίνο Πολίτη.
Το 1871 βραβεύτηκε για τη μελέτη του Νεοελληνική Μυθολογία.
Στο διάστημα 1876-1880 παρακολούθησε σπουδές στο Μόναχο, ως υπότροφος της ελληνικής κυβέρνησης, τις οποίες ολοκλήρωσε στο Έρλανγκεν όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα.
Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον βυζαντινολόγο Καρλ Κρουμπάχερ.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε αρχικά στη Βιβλιοθήκη της Βουλής συμβάλλοντας στην κατάταξη του υλικού της.
Το 1882 ονομάστηκε υφηγητής της ελληνικής μυθολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διετέλεσε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.

Από το 1884 κατέλαβε θέσεις στο Υπουργείο Παιδείας, αρχικά ως Τμηματάρχης Μέσης Εκπαίδευσης και έπειτα Γενικός Επιθεωρητής της δημοτικής εκπαίδευσης Από τη συνολική εκπαιδευτική κυβερνητική του θητεία θεωρούνται τομές στην ιστορία της εκπαίδευσης η εισαγωγή μαθημάτων των νέων ελληνικών στο λεγόμενο τότε ελληνικό σχολείο και αργότερα στο γυμνάσιο, η δραστική μείωση των ωρών διδασκαλίας των μαθημάτων της ιεράς ιστορίας και η μετωνυμία του μαθήματος σε θρησκευτικά, η δημιουργία του Βαρβάκειου Πρακτικού Λυκείου (1886) και η αποστολή εγκυκλίου τον Δεκέμβριο του 1887 στο διδακτικό προσωπικό με την οποία προτρεπόταν να συγκεντρώσει λαογραφικό υλικό.

Το 1883 επιθυμώντας να συμβάλει στη δημιουργία εθνικής λογοτεχνικής παραγωγής εισηγείται την προκήρυξη διαγωνισμού για τη συγγραφή ελληνικού διηγήματος στον διευθυντή του περιοδικού Εστία Γεώργιο Κασδόνη.
Το 1890 έγινε καθηγητής Μυθολογίας και Ελληνικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, του οποίου διατέλεσε και πρύτανης.
Ο Πολίτης ήταν ο πρώτος που δίδαξε πολιτικές και σκηνικές αρχαιότητες και ιστορία θρησκευμάτων σε συγκριτική βάση πριν καθιερωθεί ως διδακτικό αντικείμενο στη θεολογική σχολή.
Στο διάστημα 1889-1890 ήταν συνδιευθυντής του περιοδικού Εστία, μαζί με τον Γεώργιο Δροσίνη.
Όταν δημοσίευε κείμενα στην Εστία απέφευγε να παραθέτει το όνομά του θεωρώντας πως δεν ήταν αντιπροσωπευτικά της όλης δημιουργίας του.
Το 1908 ίδρυσε την Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία (ο ίδιος είχε εισηγηθεί τον όρο «λαογραφία» ως αντίστοιχο των ευρωπαϊκών όρων Folklore και Volkskunde), το 1909 ξεκίνησε την έκδοση του περιοδικού Λαογραφία και το 1918 ίδρυσε το Λαογραφικό Αρχείο.

Πέθανε στις 12 Ιανουαρίου 1921 «εκ στηθάγχης, ην επέτεινεν η μέχρι της τελευταίας του βίου στιγμής αδιάκοπος αυτού εργασία».
 

"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ

Ο Παντελής Πρεβελάκης ήταν Έλληνας συγγραφέας και καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1909 στο Ρέθυμνο κι ήταν δευτερότοκος γιός του Γιώργου και της Ειρήνης Πρεβελάκη.

Ολοκληρώνει την γυμνασιακή εκπαίδευση στο Ρέθυμνο, όπου σε ηλικία μόλις 15 ετών, το 1924, εκδίδει για έναν χρόνο, το τοπικό λογοτεχνικό περιοδικό «Αθηνά», στο οποίο μάλιστα στέλνει δυο ανέκδοτα κείμενα του και ο Γιάννης Ψυχάρης.

Τον Οκτώβριο του 1925 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών, ενώ τον επόμενο χρόνο, το 1926 εγκαθίσταται πλέον μόνιμα στην Αθήνα. Τότε πρωτογνωρίζεται με τον Νίκο Καζαντζάκη, δημιουργώντας μια φιλία που άντεξε 31 χρόνια, ενώ μερικούς μήνες αργότερα γνωρίζεται και γίνεται στενός φίλος και με τον Άγγελο Σικελιανό.
Τον ίδιο χρόνο προσλαμβάνεται ως μέλος της Συντακτικής επιτροπής του «Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του Ελευθερουδάκη».

 

Το 1928 μεταγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το 1929 συγγράφει ένα αναγνωστικό για την Ε' τάξη του δημοτικού σχολείου, με τίτλο «Ειρήνη».
Το χειρόγραφο αγοράζεται από τον εκδοτικό οίκο του Δημητράκου και υποβάλλεται προς έγκριση στο Υπουργείο Παιδείας.
Το 1930 αποφασίζει να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στο Παρίσι, στη Σορβόννη.
Εκεί φοίτησε στη Σχολή Γραμμάτων («Faculte dés Lettres») του Πανεπιστημίου του Παρισιού και στο Ινστιτούτο Τέχνης και Αρχαιολογίας.
Το 1933 τελειώνει τις σπουδές του στη Γαλλία.

Το 1933 - 1934 υπηρετεί τη στρατιωτική θητεία του στην 5η Μεραρχία Κρήτης.

Το 1935 συνεργάζεται με το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» που εκδίδει ο εκδότης και φίλος του Κώστας Ελευθερουδάκης, ενώ υποβάλλει και τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Ο Γκρέκο στην Κρήτη και στην Ιταλία», στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Με βάση αυτή τη διατριβή τέλη Μαϊου του 1935 αναγορεύεται «διδάκτωρ της Φιλοσοφίας», στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ..
Υποβάλλει για δεύτερη φορά υποψηφιότητα για την έδρα της Ιστορίας της τέχνης στο ΑΠΘ, αλλά παρόλο που εγκρίνεται η υποψηφιότητά του, με απόφαση του τότε Υπουργού Παιδείας Δημήτρη Χατζίσκου, δεν εκδίδεται το διάταγμα του διορισμού του, στα πλαίσια των εκκαθαρίσεων των φιλο-βενιζελικών στοιχείων που ακολούθησε το αποτυχημένο κίνημα του 1935.

Το 1937 διορίζεται διευθυντής β' τάξης στη Διεύθυνση Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας με γενικό διευθυντή τον Κωστή Μπαστιά.
Από αυτή τη θέση οργανώνει «Έκθεση σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης», στο πλαίσιο της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης.
Πραγματοποιείται ύστερα από δική του εισήγηση και οργάνωση η ίδρυση της «Στέγης Γραμμάτων και Καλών Τεχνών» της Αθήνας.
Ασχολείται εντατικά με την οργάνωση εκθέσεων σύγχρονης τέχνης, σε διάφορους χώρους της Αθήνας, αναδιοργανώνει τα καλλιτεχνικά βραβεία μετέχοντας και στην κριτική επιτροπή τους και συντάσσει τον Κανονισμό που θα διέπει την οργάνωση Πανελλήνιων Καλλιτεχνικών Εκθέσεων.
Τον Μάρτιο του 1938 διοργανώνει την Πρώτη Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση, του νέου ελληνικού κράτους.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, του 1938, διορίζεται καθηγητής στην «Γενική Ιστορία της τέχνης», στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ενώ ακριβώς έναν χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 1939 διορίζεται καθηγητής της «Ιστορίας και Επιστήμης της Τέχνης» στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.
Στην Α.Σ.Κ.Τ. διδάσκει τα μαθήματα «Θεμελιώδεις έννοιες της Ιστορίας της Τέχνης» και της «Ζωγραφικής της Ιταλικής Αναγέννησης», ενώ αρχίζει τη συγκρότηση της ειδικής καλλιτεχνικής βιβλιοθήκης του ιδρύματος.

Με την έναρξη του πολέμου του 1940, διορίζεται από το υπουργείο Παιδείας, πρόεδρος επιτροπών που μέλημά τους έχουν τη διαφύλαξη των έργων τέχνης της Ελλάδας, όπως των θησαυρών της Εθνικής Πινακοθήκης και του Μουσείου Κοσμητικών Τεχνών.
Μετά το πέρας των εργασιών του, ζητάει να καταταγεί σαν εθελοντής στο στράτευμα, - επειδή η κλάση του δεν είχε κληθεί ακόμα, αλλά του το αρνούνται. Την ίδια αίτηση θα ξανακάνει και τον Φεβρουάριο του 1941, αλλά και πάλι δεν θα γίνει δεκτός.
Όταν αρχίζει η Κατοχή της χώρας από τους Γερμανούς, απολύεται από την Κατοχική κυβέρνηση από όλες τις θέσεις στις οποίες υπηρετούσε, εκτός από αυτήν του καθηγητή στην Α.Σ.Κ.Τ.
Κατά το διάστημα αυτό δεν εκδίδει κανένα έργο του, παρά ασχολείται απομονωμένος με τη συγγραφή των μυθιστορημάτων του.

Το 1946 θα εκδώσει μαζί με τον Γιάννη Κεφαλληνό - την οριστική μορφή της «Ασκητικής» του Νίκου Καζαντζάκη, έργο που ο Καζαντζάκης αφιέρωσε στον φίλο του.
Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα διξάξει πλήθος μαθημάτων στη σχολή Καλών Τεχνών.
Το 1949 διορίζεται μέλος της ελληνικής επιτροπής της UNESCO και το 1952 μέλος της «Επιτροπής Εθνικών Δημοσιευμάτων».
Το 1955 γνωρίζεται με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, και το 1957 ο ίδιος τον τοποθετεί μέλος της «Επιτροπής Γραμμάτων και Τεχνών», για να δημιουργήσει ένα πρόγραμμα πολιτιστικής δράσης του κράτους.
Την ίδια χρονιά, αντιμετωπίζει τον θάνατο του φίλου του Νίκου Καζαντζάκη που θα του φέρει πολύ οδύνη, μαζί με έναν νευρικό πυρετό, αμέσως μετά την κηδεία. Στη δεκαετία του 1960 ασχολείται επισταμένα με τη συγγραφή και μετάφραση θεατρικών έργων, και με την επίβλεψη των παραστάσεων τους.
Το Εθνικό θέατρο ανεβάζει τις «Βάκχες» του Ευριπίδη σε μετάφραση δική του το 1962, το «Ατλαζένιο γοβάκι» του Πωλ Κλοντέλ - και πάλι σε δική του μετάφραση το 1964, και το δικό του θεατρικό έργο - ιστορική τραγωδία -«Το Ιερό σφάγιο» το 1966.

Το 1966 επίσης εκλέγεται μέλος του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας], και διορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας μέλος της επιτροπής κρίσεων για τα βιβλία της Ιστορίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Την ίδια χρονιά, αρχίζει και το χτίσιμο του σπιτιού του, στην Εκάλη Αττικής, (οδός Υακίνθου 3).
Αρχιτέκτων του σπιτιού ήταν ο Βασίλης Δούρας, ο ίδιος αρχιτέκτων που σχεδίασε και το περίφημο σπίτι του Καζαντζάκη στην Αίγινα.

Το 1967 και καθ΄όλη τη διάρκεια της δικτατορίας ο Πρεβελάκης απέχει από τη δημόσια ζωή, παύοντας να δημοσιεύει κείμενά του, και όχι μόνο αυτό.
Όταν γίνεται πρόταση να τεθεί υποψήφιος ακαδημαϊκός, ο Πρεβελάκης αρνείται την τιμή αυτή.
Αρνείται επίσης και το Α' Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας, που είχε θεσπίσει η Χούντα.
Αλλά και όταν το Υπουργείο παιδείας τον διορίζει καθηγητή στο «Διδασκαλείο Μετεκπαιδεύσεως Καθηγητών», αρνείται και πάλι τη θέση.
Το 1969 μαζί με την Άννα Συνοδινού προσπαθεί να συγκεντρώσει τις υπογραφές των συναδέλφων του, πνευματικών ανθρώπων της χώρας, σε μια διαμαρτυρία κατά του καθεστώτος, αλλά το εγχείρημα αποτυγχάνει.
Ασχολείται με το μεταφραστικό του έργο, γράφει δυο θεατρικά έργα, προετοιμάζει την έκδοση βιβλίων του, ενώ συγγράφει χωρίς να κυκλοφορήσει στο εμπόριο - παρά μόνο πολυγραφημένα- τα έργα «Αντίστροφη Μέτρηση» και «Νέος Ερωτόκριτος».
Το 1972 διορίζεται Πρόεδρος στην νεοϊδρυθείσα τότε «Εταιρεία Σπουδών της Σχολής Μωραϊτη», της οποίας η σειρά «Θεατρική Βιβλιοθήκη»,- (έκδοση των παγκόσμιων αριστουργημάτων) είναι η μεγάλη προσφορά της στα ελληνικά γράμματα.
Με το τέλος της δικτατορίας, 1974, θα αποχωρήσει από τη θέση του τακτικού καθηγητή της Α.Σ.Κ.Τ., λόγω του ορίου ηλικίας.
Τον διαδέχεται η παλιά του μαθήτρια Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.
Τον Φεβρουάριο του 1975 κάνει την πρώτη τηλεοπτική του εμφάνιση στα πλαίσια μιας συζήτησης για την τουρκική απειλή και την ανάγκη της εθνικής ενότητας.
Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και ο δίσκος του Νίκου Μαμαγκάκη, «Ο Νέος Ερωτόκριτος», μελοποίηση του ποίηματος του Πρεβελάκη.

Το 1977 είναι η χρονιά που το οργανωμένο κράτος θα τιμήσει την προσφορά του Πρεβελάκη στον ελληνικό πολιτισμό, και θα του δώσει εκτός από το βραβείο «Αριστείο Γραμμάτων» της Ακαδημίας Αθηνών, και μια θέση σαν τακτικό μέλος της ίδιας της Ακαδημίας, στην «Τάξη των Γραμμάτων και των Τεχνών».
Την ίδια χρονιά, η Νέα Δημοκρατία θα του προτείνει να τον περιλάβει στο ψηφοδέλτιό της ως βουλευτή Επικρατείας, όμως ο Πρεβελάκης αρνείται τώρα, όπως θα αρνηθεί αργότερα (1981) τις παρόμοιες προτάσεις από την Νέα Δημοκρατία για 2η φορά και από την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις.

 

Το 1978 «Ο ήλιος του θανάτου», γίνεται κινηματογραφική ταινία, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου.
Το 1979 παθαίνει το πρώτο έμφραγμα (ελαφράς μορφής), το οποίο όμως δεν ανακόπτει την πολύπλευρη δραστηριότητά του.
Αρχίζει να γράφει την πραγματεία του για τον Γιάννη Ρίτσο, παρακολουθεί τις παραστάσεις των θεατρικών έργων του, ταξιδεύει στην Κρήτη πολύ συχνά, για να παραστεί σε διάφορες εκδηλώσεις, και ηγείται της εκδοτικής δραστηριότητας του Μ.Ι.Ε.Τ.
Όταν στις αρχές του 1980, θα έρθει το δεύτερο - βαρύτερο - έμφραγμα, θα παραιτηθεί από τη θέση του Γραμματέα του ιδρύματος, και θα ξεκουράζεται περισσότερο στην μόνιμη πλέον κατοικία της Εκάλης.

Πέθανε στο σπίτι του στην Εκάλη, της Αττικής, στις 15 Μαρτίου του 1986, σε ηλικία 77 ετών.

Στις 18 Μαρτίου γίνεται η κηδεία του, όπου ενταφιάζεται στο Α΄Νεκροταφείο των Αθηνών, στον οικογενειακό τάφο, τον Αύγουστο του 1991 όμως, γίνεται ανακομιδή των οστών του, τα οποία μεταφέρονται στην Κρήτη, και θάβονται στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου στον Λόφο του Εβληγιά στο Ρέθυμνο, δίπλα στο Παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών, που είχε δημιουργηθεί από δική του πρωτοβουλία.

Ο απέριττος τάφος του κοσμείται από το ορειχάλκινο άγαλμα της 'Σκεπτόμενης Κόρης' του μεγάλου γλύπτη και φίλου του Γιάννη Παππά, ενώ έξω από το Δημαρχείο του Ρεθύμνου βρίσκεται ο καθιστός ανδριάντας του, επίσης έργο (σε ορείχαλκο) του Γιάννη Παππά.
 

"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΩΙΤΑΚΗΣ

Ο Γεώργιος Ζωιτάκης ήταν Έλληνας καθαιρεθείς Αξιωματικός (στρατηγός) του Ελληνικού Στρατού και ένας από τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου του 1967.

Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1910 στη Ναύπακτο.

Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Ζωιτάκη, χωροφύλακα από την Άνω Χώρα Ναυπακτίας και της Βασιλικής Μπαλαμπάνη - Κοντοβά από τη Ναύπακτο.

Ήταν νυμφευμένος με τη Σοφία Βουρανζέρη (Χαλκίδα 1926 - 1990), κόρη αξιωματικού, φοιτήτρια φιλοσοφικής, και απέκτησαν μια κόρη, την Βασιλική (Βίκυ) Ζωιτάκη.

Κατά την επταετή Στρατιωτική Δικτατορία που επιβλήθηκε διετέλεσε υφυπουργός Εθνικής Άμυνας (22 Απριλίου - 13 Δεκεμβρίου 1967) στην κυβέρνηση Κόλλια και αντιβασιλέας της Ελλάδας (13 Δεκεμβρίου 1967 - 21 Μαρτίου 1972) μετά την φυγή του βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄.

Μετά την πτώση της δικτατορίας κρίθηκε ένοχος στάσης και εσχάτης προδοσίας για τη συμμετοχή του στο πραξικόπημα και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη και στρατιωτική καθαίρεση.Αποφυλακίστηκε το 1988, για λόγους ανηκέστου βλάβης της υγείας του και έκτοτε, μέχρι το θάνατό του, παρέμεινε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 1996.
 

ΝΙΚΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ

Ο Νίκος Γούναρης γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1915 και ήταν Έλληνας τραγουδιστής που σταδιοδρόμησε τη δεκαετία του 1950.

Πρωτοεμφανίστηκε το 1936 και αναδείχθηκε στην Κατοχή, παράλληλα με τη συμμετοχή του στην Αντίσταση.
Προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στον αγώνα της απελευθέρωσης και για τις πράξεις του τιμήθηκε με το Αριστείο της Εθνικής Αντίστασης.
Μεσουράνησε τη δεκαετία του 1950 στο ελληνικό πεντάγραμμο, είτε σόλο, είτε σε συνεργασία με το Τρίο Μπελκάντο.
Υπηρέτησε με συνέπεια το λεγόμενο ελαφρό τραγούδι.

Η δεκαετία του 1950 χαρακτηρίστηκε από τη μεγάλη κόντρα του λαϊκού και ελαφρού τραγουδιού μετά τον αδελφοκτόνο εμφύλιο πόλεμο.
Ο Γούναρης ήταν ο κύριος εκφραστής αυτού του είδους.
Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Βασίλη Τσιτσάνη: «Όσο υπάρχει Γούναρης δεν μπορεί το λαϊκό να σηκώσει κεφάλι».
Το λαϊκό τραγούδι θα πάρει, βεβαίως, τη ρεβάνς πολύ σύντομα, τη δεκαετία του 1960 και θα κυριαρχήσει ολοκληρωτικά τα επόμενα χρόνια.

Μεγάλες επιτυχίες του υπήρξαν τα τραγούδια: «Αυτός ο άλλος», «Ένα βράδυ που ’βρεχε», «Σκαλί σκαλί θα κατεβώ» και «Άρχισαν τα όργανα». Είναι επίσης γνωστός από τη συμμετοχή του στο Τρίο Μπελκάντο.

Ο δημοφιλής Έλληνας τροβαδούρος πέθανε από καρκίνο στις 5 Μαΐου 1965.
 

"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ
"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ

Ο Νίκος Μαμαγκάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, στις 3 Μαρτίου 1929 και ήταν Έλληνας συνθέτης.

Ξεκίνησε τις σπουδές του από το Ωδείο Αθηνών και εν συνεχεία από το 1957 μαθήτευσε στην Ανώτατη Μουσική Σχολή του Μονάχου δίπλα στους Καρλ Ορφ και Χάραλντ Γκέντσμερ.

Από τα γνωστότερα έργα του είναι: Αναρχία για κρουστά και ορχήστρα, Σενάριο για δύο αυτοσχέδιους τεχνοκρίτες για ενόργανο σύνολο, ταινία και σκηνική δράση, Παραστάσεις για φλάουτο, φωνή και σκηνική δράση, Μουσική για τέσσερις πρωταγωνιστές, Κασσάνδρα, Ερωτόκριτος, μουσική για τον Πλούτο του Αριστοφάνη, Τριττύς, Τετρακτύς, Εγκώμιο στο Ν. Σκαλκώτα και πρόσφατα, η σύγχρονη όπερα Οδύσσεια (βασισμένη στο ομώνυμο έπος του Νίκου Καζαντζάκη).

Έγραψε μουσική για τον ελληνικό κινηματογράφο, όπως: Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά, Η νεράιδα και το παλικάρι, Η αρχόντισσα κι ο αλήτης (όλες του Ντίνου Δημόπουλου), Λούφα και παραλλαγή, Άρπα-κόλλα, Βίος και Πολιτεία (του Νίκου Περάκη), Η λεωφόρος του μίσους (του Νίκου Φώσκολου) και πολλά άλλα.

Τον Απρίλιο 1997 παρουσίασε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το τρίπρακτο λυρικό έργο του «Όπερα των σκιών» (εμπνευσμένο από το θέατρο σκιών) σε λιμπρέτο του Νάσου Θεοφίλου.

Απεβίωσε από καρκίνο στις 24 Ιουλίου 2013.
 

"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ

Η Θέμις Μπαζάκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 3 Μαρτίου 1957 και είναι Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου, της τηλεόρασης και του κινηματογράφου με καταγωγή από την Ξιφιανή Αλμωπίας.

Από τη δεκαετία του 1980 έχει εμφανιστεί σε αρκετές γνωστές και αξιόλογες ταινίες, όπως οι Παραγγελιά! (1980), Ρεμπέτικο, Πέτρινα Χρόνια (1985), Ήσυχες μέρες του Αυγούστου (1991), Ακροπόλ (1996) κ.ά..
Πρόσφατες γνωστές δουλειές της είναι το Ο Ηλίας του 16ου (2008) και το Αν... (2012).

Στην τηλεόραση έχει εμφανιστεί στις σειρές: Η Αρχαία Σκουριά, Το Μινόρε της Αυγής, Ρεμπέτικο, Πέτρινα Χρόνια, Σαν τα τρελά πουλιά, Η φανέλα με το "9", Ξενοδοχείο Αμόρε, Ο Πύργος των Μοσκώφ, Υπογραφή Πρίφτης, Ανατομία ενός εγκλήματος, Γυναίκες, Εξ’ αδιαιρέτου, Τμήμα Ηθών, Ασημένιο δηνάριο, Ρακοσυλλέκτες, Το γελοίον του πράγματος, Απών, Εκείνες κι εγώ, Μια νύχτα σαν κι αυτή, Σαν αδελφές, Κόκκινος Κύκλος, Ταξίμ, Οι γυναίκες της ζωής της, Φεύγα, 10η εντολή, Γάμος με τα όλα του, Μου λείπεις, Δυο μέρες μόνο, Υπέροχα πλάσματα, Το σόι σου, Σκοτεινή Θάλασσα, Φλόγα και άνεμος, Milky Way, Η Μάγισσα.

Έχει βραβευθεί τρεις φορές από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, δύο φορές για Β' Γυναικείο Ρόλο για τις ταινίες Ρεμπέτικο και Οι ακροβάτες του κήπου και με Βραβείο Α' Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία τα Πέτρινα χρόνια.
Για αυτόν τον ρόλο απέσπασε και Εύφημο Μνεία από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας.

ΣΟΦΙΑ ΑΛΙΜΠΕΡΤΗ

Η Σοφία Αλιμπέρτη (πραγματικό όνομα: Σοφία Παρλαμά) είναι Ελληνίδα ηθοποιός και τηλεπαρουσιάστρια.

Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1966 στην Κέρκυρα, αλλά σύντομα μετακόμισε στην Αθήνα.

Ξεκίνησε την καριέρα της στις αρχές της δεκαετίας του 1980, συμμετέχοντας σε κινηματογραφικές ταινίες και σε τηλεοπτικές διαφημίσεις.
Τη δεκαετία του 1990 συμμετείχε σε αρκετά επιτυχημένα τηλεοπτικά σήριαλ μέχρι το 2005.
Από το 2004 έστρεψε την καριέρα της στην παρουσίαση εκπομπών και show.

Υπήρξε σύζυγος του Γιάννη Πάριου με τον οποίο παντρεύτηκε το 1996.
Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, τους Μιχαήλ-Άγγελο και Νικόλα Βαρθακούρη και χώρισε το 2008.
 

"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΜΑΡΤΙΟΥ

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 1
Χθες: 326
Αυτήν την εβδομάδα: 329
Αυτόν τον μήνα: 480
Συνολικά: 131708