"ΗΡΘΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 25 ΜΑΡΤΙΟΥ
ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΑΧΟΣ
Ο Άγγελος Βλάχος ήταν Έλληνας πολιτικός, ποιητής και συγγραφέας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαρτίου 1838.
Έγινε γνωστός κυρίως για το μεταφραστικό και φιλολογικό του έργο.
Έχει συγγράψει πληθώρα θεατρικών έργων και αποτέλεσε τον πατέρα της «κωμωδίας μετ' ασμάτων» με το έργο του «Η κόρη του παντοπώλου».
Έγινε βουλευτής και όταν ιδρύθηκε το Εθνικό Θέατρο στην Αθήνα, πήρε την θέση του Γενικού Διευθυντή.
Διατέλεσε πρεσβευτής στο Βερολίνο (1887-1890), νομάρχης Κέρκυρας, βουλευτής Αττικοβοιωτίας, υπουργός Παιδείας (1895) και διευθυντής του Βασιλικού Θεάτρου (1900 και 1906-1908).
Γιος του ήταν ο δημοσιογράφος Γεώργιος Βλάχος.
Το 1920 πήρε το αριστείο γραμμάτων και τεχνών ως επιβράβευση της πνευματικής του εργασίας.
Ο εγγονός του και μετέπειτα λογοτέχνης Άγγελος Βλάχος, φυλακίστηκε το 1943 από τους Γερμανούς και κατόρθωσε μετά από προσπάθειες να φύγει στη Μέση Ανατολή, όπου πήρε μέρος στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση που βρισκόταν στο Κάιρο.
Ο εγγονός του ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία συνεργαζόμενος με αθηναϊκές εφημερίδες υπό το ψευδώνυμο Ανδρέας Βέλος.
Πέθανε στις 19 Ιουλίου 1920.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΟΛΑΣ
Ο Αλέξανδρος Ιόλας ήταν Έλληνας γκαλερίστας και σημαντικός συλλέκτης έργων μοντέρνας τέχνης.
Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1908 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ως Κωνσταντίνος Κουτσούδης και ήταν γόνος ευκατάστατης οικογένειας βαμβακεμπόρων. Ο ίδιος ωστόσο έδειξε από νωρίς την κλίση του στις τέχνες κι έτσι το 1928 αποφάσισε να ανοίξει τα φτερά του μετακομίζοντας στην Αθήνα.
Εκεί ο Αλέξανδρος Ιόλας άρχισε να συναναστρέφεται με έναν σημαντικό καλλιτεχνικό κύκλο ανθρώπων όπως τον Κωστή Παλαμά και τον Άγγελο Σικελιανό, ο οποίος μάλιστα διαδραμάτισε ρόλο δασκάλου στη ζωή του, αλλά και την Εύα Πάλμερ - Σικελιανού.
Στην Αθήνα ξεκινά τα πρώτα του βήματα στον χορό.
Το 1930, με προτροπή του Δημήτρη Μητρόπουλου, έφυγε για το Βερολίνο, όπου αφιερώθηκε στις σπουδές χορού.
Σπούδασε στη σχολή που διατηρούσε το ζεύγος Tatjana και Victor Gsovsky, ενώ έλαβε μέρος στο Salzburg Festival από το 1931 έως το 1932.
Τον Νοέμβριο του 1932, μετακόμισε στο Παρίσι όπου συνέχισε να μελετά μπαλέτο με πολύ σημαντικούς δασκάλους, ενώ παρακολούθησε και κάποια μαθήματα Τέχνης στη Σορβόννη.
Το 1935, ο Αλέξανδρος Ιόλας πήγε στη Νέα Υόρκη.
Εκεί, στις 14/12/1935, υπέγραψε συμβόλαιο με τον χορευτικό θίασο Ballet Productions και έκανε το ντεμπούτο του στο Metropolitan Opera House, χορεύοντας την La Traviata.
Στις 19/11/1945 ορκίστηκε Αμερικανός πολίτης υπογράφοντας ως Constantine Coutsoudis, αφού η επίσημη αλλαγή του ονόματός του έγινε αργότερα.
Η αναδιάρθρωση του ονόματός του ήταν δικής του επινόησης: Ως Jolas Coutsoudis είχε ήδη εμφανιστεί σε θεατρικά προγράμματα από το 1931, δηλαδή πολύ πριν πάει στην Αμερική.
Σταδιακά το Jolas έλαβε τη θέση του πραγματικού του επιθέτου καθώς ήταν πιο εύηχο, δισύλλαβο, και άρα πιο εύκολο στην προφορά.
Κυρίως όμως ήταν συμβολικό, αφού συνδεόταν με τον Ιόλαο, ο οποίος ήταν ένδοξο πρόσωπο της μυθολογίας.
Αντίστοιχα, το Αλέξανδρος ήταν ένα ένδοξο όνομα, στενά συνδεδεμένο με τη χώρα στην οποία είχε γεννηθεί.
Το 1945 είναι η χρονιά που ο Ιόλας αποφασίζει να εγκαταλείψει τον χορό και να διερευνήσει έναν τρόπο μετάβασης προς την Τέχνη.
Φημολογήθηκε ότι η μετάβαση αυτή έγινε λόγω ενός τραυματισμού που είχε, όμως το 1945 ο Ιόλας ήταν ήδη 37 ετών και όπως είχε πει και ο ίδιος ήταν πλέον πολύ μεγάλος για να συνεχίσει να χορεύει.
Την 1 Σεπτεμβρίου 1945 ιδρύθηκε επίσημα στη Νέα Υόρκη η πρώτη γκαλερί του Ιόλα, η Hugo Gallery, προς τιμήν του François Hugo, τελευταίου συζύγου της Donna Maria Ruspoli, στενής φίλης του Ιόλα.
Ξεκίνησε εκθέτοντας έργα από Ευρωπαίους σουρεαλιστές καλλιτέχνες, όπως ο René Magritte, ο Max Ernst, ο Giorgio de Chirico, ο Victor Brauner κ.α.
Εκεί, το 1952, πραγματοποίησε και την πρώτη έκθεση του Andy Warhol. Αργότερα συνεργάστηκε με τους Nouveau Realistes (Niki de Saint Phalle, Jean Tinguely, Martial Raysse κ.α.), με καλλιτέχνες της Arte Povera (Γιάννης Κουνέλλης, Pino Pascali κ.α.) και πολλούς άλλους.
Το 1954 η γκαλερί επεκτάθηκε και μετονομάστηκε πλέον σε Alexander Iolas Inc. Ο Αλέξανδρος Ιόλας αποτέλεσε έναν από τους πρωτοπόρους στην ανάπτυξη ενός «δικτύου» από αίθουσες τέχνης δορυφόρους μιας κεντρικής γκαλερί, ανοίγοντας νέες Alexander Iolas Galleries σε Γενεύη (1963), Παρίσι (1964), Μιλάνο (1966), Ζυρίχη, Μαδρίτη και Ρώμη.
Παράλληλα, προώθησε στο εξωτερικό Έλληνες καλλιτέχνες, όπως ο Χατζηκυριάκος Γκίκας, Βαγής, Μόραλης και Τσαρούχης.
Συνεργάστηκε επίσης με τη νεότερη γενιά Ελλήνων όπως Τσόκλης, Παύλος, Τάκις, Ακριθάκης, Φασιανός και Μάρα Καρέτσου, οι οποίοι είχαν ήδη ξεκινήσει μια καριέρα στο εξωτερικό.
Εξέδωσε επίσης καταλόγους τέχνης, στους οποίους προλόγισαν, μεταξύ άλλων, ο André Breton και ο Pierre Restany, καθώς και συλλεκτικά βιβλία καλλιτεχνών και ποιητών σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων (Μαξ Ερνστ, Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας Ελύτης κ.α.).
Δώρισε έργα σε μεγάλα μουσεία, όπως τα Metropolitan Museum of Art και Museum of Modern Art στη Νέα Υόρκη, το Κέντρο Ζωρζ Πομπιντού στο Παρίσι (δωρεές 1977), αλλά και η Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας (δωρεά 1971).
Έχοντας πλέον αποκτήσει παγκόσμια φήμη, έλεγε συχνά ότι θα γύριζε στην Ελλάδα για να συμβάλει στην πρόοδο της καλλιτεχνικής της ζωής.
Άλλωστε η πτώση της χούντας είχε ανοίξει τον δρόμο.
Σταδιακά έκλεισε όλες τις γκαλερί του εκτός μίας στη Νέα Υόρκη, κρατώντας έτσι την υπόσχεση που είχε δώσει στον Max Ernst, να σταματήσει όταν εκείνος θα πέθαινε.
Στην απόφασή του αυτή, πρέπει να έπαιξε σημαντικό ρόλο και το γεγονός ότι την περίοδο της δεκαετίας του ’70 έφυγαν από τη ζωή πολλοί καλλιτέχνες της παλαιάς φρουράς, άνθρωποι με τους οποίους ο Ιόλας είχε γαλουχηθεί και για τους οποίους έτρεφε βαθιά αγάπη και σεβασμό.
Στην Ελλάδα, συνεργάστηκε με διάφορες γκαλερί όπως οι Ζουμπουλάκη-Ιόλα, Μέδουσα, Βίκυ Δράκου, Αίθουσα Τέχνης Αθηνών, Σκουφά.
Από το 1985 μέχρι και τον θάνατό του, το 1987, ο Ιόλας αντιμετωπίστηκε με κακεντρέχεια από μεγάλη μερίδα του ελληνικού Τύπου ο οποίος δημιούργησε για εκείνον μία χυδαία εικόνα.
Κατηγορήθηκε μέχρι και για αρχαιοκαπηλία, μία υπόθεση που δεν πρόλαβε ποτέ να φτάσει στο δικαστήριο γιατί πέθανε, ενώ οι όποιες άλλες κατηγορίες εξανεμίστηκαν, αφού ήταν αβάσιμες.
Με πρωτοβουλία του Κώστα Γαβρά, υπήρξε από το εξωτερικό μία προσπάθεια υπεράσπισης του Ιόλα, την οποία συνυπέγραψαν πολλές διεθνείς προσωπικότητες, ανάμεσά τους και η βυζαντινολόγος – ιστορικός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ.
Το 1984, δώρισε στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης 47 έργα σύγχρονης τέχνης από την προσωπική του συλλογή, ενώ υποσχέθηκε να προσθέσει και άλλα στη δωρεά.
Την υπόσχεσή του αυτή δεν πρόλαβε τελικά να την εκπληρώσει, καθώς το 1987 ο Αλέξανδρος Ιόλας απεβίωσε στις 8 Ιουνίου σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης, νικημένος από τη νόσο του AIDS.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΑΛΕΒΙΖΟΣ
Ο Αναστάσιος Αλεβίζος, γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμό Τάσσος, ήταν διακεκριμένος Έλληνας χαράκτης και αντιστασιακός.
Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1914 στη Λευκοχώρα Μεσσηνίας.
Μικρός μετακόμισε με την οικογένεια του στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Δουργούτι.
Παρακολούθησε για 2 χρόνια μαθήματα ζωγραφικής κοντά στον Γιώργο Κωτσάκη και το 1930, σε ηλικία δεκαέξι ετών, έγινε δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.
Εκεί παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικής και ζωγραφικής στα εργαστήρια του Θωμά Θωμόπουλου, του Ουμβέρτου Αργυρού και του Κωνσταντίνου Παρθένη. Από το 1933 και μέχρι την αποφοίτησή του από την Σχολή το 1939, παρακολούθησε μαθήματα χαρακτικής στο εργαστήριο του Γιάννη Κεφαλληνού.
Έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση το 1936 στον εκθεσιακό χώρο του Βιβλιοπωλείου Ελευθερουδάκη, παρουσιάζοντας ξυλογραφίες και σχέδια. Επίσης συμμετείχε σε ομαδική έκθεση Ελλήνων χαρακτών στη Τσεχοσλοβακία. Στην Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση του 1938 έλαβε το Βραβείο Χαρακτικής και δύο χρόνια αργότερα, το 1940, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Χαρακτικής.
Από το 1930 είχε ενταχθεί στο ΚΚΕ, αρχικά στην νεολαία του κόμματος (ΟΚΝΕ) και αργότερα ως πλήρες μέλος.
Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου το 1940, ο Τάσσος και μερικοί άλλοι μαθητές του Κεφαλληνού, φιλοτέχνησαν προπαγανδιστικές αφίσες για την εμψύχωση του ελληνικού λαού, αλλά και για να κρατηθούν οι ίδιοι μακριά από τα δεινά του πολέμου.
Στα χρόνια της Κατοχής, εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών, για να συνεχίσει την δημιουργία προπαγανδιστικού υλικού κατά των κατακτητών.
Μετά την απελευθέρωση, ο Τάσσος άρχισε να ασχολείται και με άλλα θέματα πέρα από τον πόλεμο, όπως γυμνά, νεκρές φύσεις και πορτρέτα, ενώ ταυτοχρόνως άρχισε να χρησιμοποιεί και χρώμα στις ξυλογραφίες του.
Μεγάλο κομμάτι της δημιουργίας του Τάσσου αφορά το βιβλίο και τις γραφικές τέχνες.
Ήδη από το 1939, με την αποφοίτησή του, έφτιαχνε εξώφυλλα και εικονογραφήσεις για το λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Εστία.
Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση στον εκδοτικό οίκο «Τα Νέα Βιβλία» που ίδρυσε το ΚΚΕ το 1945 και που έκλεισε το 1948.
Το 1948 άρχισε να συνεργάζεται με τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ, μετέπειτα Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, ΟΕΔΒ).
Καρπός της συνεργασίας του με τον ΟΕΣΒ, υπήρξε η εικονογράφηση πολλών βιβλίων για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο, με πρώτο το Αναγνωστικόν Έκτης Δημοτικού που κυκλοφόρησε το 1949.
Επιπλέον έγινε καλλιτεχνικός σύμβουλος του λιθογραφείου «Ασπιώτη–Έλκα», μένοντας σε αυτό το πόστο μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το 1949 ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της καλλιτεχνικής ομάδας «Στάθμη».
Την ίδια εποχή παρουσίασε έργα του στην Μπιενάλε της Βενετίας (1950) και του Λουγκάνο (1952).
Από το 1954 έως το 1967 φιλοτέχνησε γραμματόσημα για λογαριασμό των Ελληνικών Ταχυδρομείων, αρχικά με την τεχνική της έγχρωμης ξυλογραφίας και κατόπιν με τη μέθοδο όφσετ.
Επίσης, από το 1962 έως τον θάνατό του, σχεδίαζε γραμματόσημα και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Το 1959 ανέλαβε την διεύθυνση του Τμήματος Γραφικών Τεχνών στο Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο, όπου έμεινε μέχρι το 1967.
Από τη δεκαετία του 1960, η θεματογραφία του άρχισε να επικεντρώνεται στην απόδοση της ανθρώπινης μορφής.
Εγκατέλειψε σταδιακά το χρώμα, χάραζε όλο και μεγαλύτερες πλάκες ξύλου και άρχισε να δημιουργεί θεματικές ενότητες μνημειακού χαρακτήρα.
Ταυτοχρόνως ασχολήθηκε με την αγιογραφία, ενώ συνέχισε να εικονογραφεί βιβλία.
Κατά την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών, αποτραβήχτηκε στο Πεταλίδι Μεσσηνίας όπου συνέχισε την καλλιτεχνική του παραγωγή.
Μετά την κατάρρευσή της, εξέθεσε το 1975, 70 έργα του από τα χρόνια της Δικτατορίας στην Εθνική Πινακοθήκη και λίγο καιρό αργότερα έγινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ίδιου ιδρύματος.
Το 1977 εκλέχτηκε πρόεδρος της Πανελλήνιας Πολιτιστικής Κίνησης που στόχευε στην ανάπτυξη της πνευματικής ζωής στην επαρχία της χώρας.
Συνέχισε να εργάζεται σκληρά μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής του.
Πέθανε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου του 1985.
Λίγο πριν το τέλος της ζωής του δώρισε στην Εθνική Πινακοθήκη 150 ξυλογραφίες του.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ
Ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής.
Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1945 στο χωριό Πετρωτό του νομού Τρικάλων.
Έχει μικρασιατική καταγωγή από τη μεριά του πατέρα του, καθώς ο παππούς Κώστας Μαργαρίτης ήταν από την ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης.
Είναι γόνος φτωχής οικογένειας και έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια με πολλές στερήσεις.
Από μικρή ηλικία έδειξε την κλίση του στο τραγούδι και όταν στα 13 του χρόνια συνάντησε τον Τσιτσάνη, αυτός τον παρότρυνε να κατέβει αργότερα στην Αθήνα να τον βρει, όπως και έκανε στα 15 του, λαμβάνοντας θερμή υποδοχή. Επαγγελματικά με το τραγούδι ασχολήθηκε όταν απολύθηκε από την στρατιωτική του θητεία, στα τέλη της δεκαετίας του '60 με αρχές του ΄70, τραγουδώντας σε διάφορα νυχτερινά κέντρα και αποκτώντας γνώση και εμπειρίες.
Στη δισκογραφία μπήκε το 1981 με τον δίσκο «Εσύ μιλάς στην καρδιά μου», ο οποίος γνώρισε μεγάλη επιτυχία και έγινε χρυσός.
Μέχρι σήμερα έχει ηχογραφήσει πάνω από 20 προσωπικούς δίσκους και έχει συνεργαστεί με μεγάλους συνθέτες και στιχουργούς του κλασικού λαϊκού και όχι μόνο.
Θεωρείται από τους κορυφαίους λαϊκούς τραγουδιστές της γενιάς του και από τους κύριους εκπρόσωπους της θεσσαλικής σχολής.
Παντρεύτηκε το 1989 και έχει ένα γιο και μια κόρη.
ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ
Ο Πάνος Καπώνης είναι Έλληνας ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας και δικηγόρος.
Γεννήθηκε στο Αγρίνιο στις 25 Μαρτίου του 1947.
Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στα Παπαστράτεια Εκπαιδευτήρια Αγρινίου, σπούδασε στα Πανεπιστήμια Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης και Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς και σκηνοθεσία θεάτρου & κινηματογράφου στην Αθήνα.
Είναι Δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και του Ινστιτούτου Συνεταιριστικών Μελετών & Ερευνών.
Την περίοδο 1985-1989 διατέλεσε Ειδικός Νομικός Σύμβουλος στο Υπουργείο Γεωργίας & ΥΠΕΧΩΔΕ σε θέματα δασικού περιβάλλοντος.
Συμμετείχε στις συζητήσεις της «Επιτροπής Φαρμάκου» του Υπ. Εμπορίου.
Μέχρι πρόσφατα δίδασκε ως επισκέπτης καθηγητής Φαρμακευτικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Πατρών (Τμήμα Φαρμακευτικής).
Από το 1980 και επίσημα από το 1988 ήταν έμμισθος νομικός σύμβουλος της Ομοσπονδίας Συνεταιρισμών Φαρμακοποιών Ελλάδος (ΟΣΦΕ), καθώς και άμισθος νομικός σύμβουλος μέχρι την παραίτηση του από το δικηγορικό λειτούργημα τον Νοέμβριο 2023, της Ελληνικής Φαρμακευτικής Εταιρείας (ΕΦΕ). Μετείχε και μετέχει σε πολλά επιστημονικά πανελλήνια συνέδρια, φόρουμ και ημερίδες ως εισηγητής και ομιλητής.
Μελέτες και άρθρα του νομικού περιεχομένου έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε έγκριτα νομικά και κλαδικά περιοδικά και λογοτεχνικά του έργα σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες.
Παράλληλα είναι συγγραφέας νομικών πανεπιστημιακών συγγραμμάτων των φαρμακευτικών τμημάτων των Πανεπιστημίων Πατρών, Αριστοτελείου Θεσσαλονίκης & Ε.Κ.Π. Αθηνών και συνεργάτης επιστημονικών περιοδικών.
Το 2015 μετείχε, ως ειδικός επιστήμων στην Ομάδα Κωδικοποίησης της Φαρμακευτικής Νομοθεσίας του Υπουργείου Υγείας.
Το 2019 εκδόθηκαν τα επικαιροποιημένα πανεπιστημιακά συγγράμματα "ΝΕΟ ΦΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ" "ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ" 4η έκδοση από τις εκδόσεις "Νομική Βιβλιοθήκη" και το 2021 εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ ΑΕ η 2η έκδοση του συγγράμματος "ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ".
Τον Νοέμβριο του 2023 ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών του απένειμε τον τιμητικό τίτλο του ΕΠΙΤΙΜΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ.
Ο Πάνος Καπώνης είναι ένας από τους πρώτους ποιητές της Γενιάς του '70. Πρωτοεμφανίσθηκε στα γράμματα με την «Ποιητική Ανθολογία Νέων» το 1968, το περιοδικό «Λωτός» (1969) και την Ποιητική Αντι-Ανθολογία του Δημήτρη Ιατρόπουλου (1971).
Το 1968 μαζί με τους Δημήτρη Ποταμίτη, Έλενα Στριγγάρη, Τάκη Σπηλιάκο, Δημήτρη Ιατρόπουλο, Θωμά Γκόρπα και μερικούς άλλους νέους ποιητές, είχαν συστήσει την λογοτεχνική ομάδα "Σύγχρονη Πνευματική Συντροφιά". Ποιήματα, διηγήματα και κριτικές του, έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα, Κύπρο και ΗΠΑ και σε διάφορες ανθολογίες. Συνιδρυτής του Λογοτεχνικού Σωματείου "Κοινωνία των Δεκάτων" στο οποίο υπήρξε επί σειρά ετών Γεν. Γραμματέας, συμμετείχε παράλληλα στην συντακτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού (δε)κατα.
Από το 2012 συνεργάστηκε με το ποιητικό περιοδικό «Κουκούτσι». Ποιήματα και δοκίμια του έχουν επίσης δημοσιευθεί σε εφημερίδες και στα λογοτεχνικά περιοδικά «Λωτός», «Κούρος», «Τραμ», «Σήμα», «Το Δέντρο», «(δε)κατα», «poetix», «Οδός Πανός»,[9] «Εμβόλιμον», «Πόρφυρας», «Κουκούτσι», «Τα Ποιητικά», «Φρέαρ»,& πρόσφατα «Νέα Ευθύνη», «Χάρτης», «Διάστιχο» κ. α.
Το 2017 εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Παρουσία» το πρώτο του μυθιστόρημα «Η ΥΒΡΙΣ» και το 2023 το 2ο μυθιστόρημα του «Η ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤ' ΑΣΠΡΑ» από τις εκδόσεις "Παρισιάνου ΑΕ" .
Το 2021 (Οκτώβριος) εκδόθηκε η τελευταία του ποιητική συλλογή "ΠΥΡΗΝΕΣ ΥΕΤΟΥ" από τις εκδόσεις Γκοβόστη και τον Ιανουάριο 2023 η μονογραφία στην σειρά "Γενιά του '70" ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΧΥΤΗΡΗΣ από τις ίδιες εκδόσεις, όπως και η μονογραφία στην ίδια σειρά του Αλέκου Φλωράκη για τον ίδιο με τίτλο ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ.
Τελευταία αρθρογραφεί σε διάφορες ιστοσελίδες ειδησεογραφικού & ποικίλλου περιεχομένου (Πρώτο Θέμα, ι Πόρτα κ.α.).
Έχει δυο γιους, τον Δημοσθένη και τον Φίλιππο από τον γάμο του με την Ευαγγελινή Κατρίτση-Κουντάνη και δύο εγγονούς τον Οδυσσέα και τον Αλέξανδρο αντίστοιχα.
Από το 1993-2023 ήταν με την σύντροφο του κυρία Βάσω Σουλελέ.
ΕΒΕΛΙΝΑ ΠΑΠΟΥΛΙΑ
Η Εβελίνα (Ευαγγελία) Παπούλια είναι Ελληνίδα ηθοποιός της τηλεόρασης, του κινηματογράφου και του θεάτρου.
Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου το 1971 στην Αθήνα.
Από 6 ετών παρακολουθούσε εντατικά μαθήματα χορού. Στα 18 της μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για σπουδές στη σχολή χορού «Martha Graham School of Contemporary Dance».
Ταυτόχρονα παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής στο Lee Strasberg Theater Institute και πήρε μέρος σε διάφορα θεατρικά έργα, όπως το West Side Story (1993) ενώ συμμετείχε και στο Omega Dance Company.
Μη καταφέρνοντας να πάρει αμερικανική υπηκοότητα, όπως πραγματικά ήθελε, γύρισε στην Ελλάδα και άρχισε να εμφανίζεται σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές. Είναι ιδιαίτερα γνωστή για τον ρόλο της στην κωμική σειρά Δύο ξένοι, όπου υποδύθηκε τον ρόλο μιας τηλεπαρουσιάστριας η οποία συνδέεται ερωτικά με έναν άντρα κλασικής παιδείας.
Έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο με την ταινία Safe Sex του 1999, μαζί με έναν πολύ μεγάλο αριθμό γνωστών καλλιτεχνών, καθώς και στις ταινίες Ένας κι ένας, Νύφες του Παντελή Βούλγαρη και Guilt (2009) του Βασίλη Μαζωμένου.
Συνέχισε με διάφορες δουλειές στη θεατρική και μουσική σκηνή.
Σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στο ροκ μιούζικαλ Hedwig and the Angry Inch. Τη διετία 2006-2007 και 2007-2008 συμμετείχε στη κριτική επιτροπή του talent show του Mega So you think you can dance μαζί με τον Πάνο Μεταξόπουλο και τον Μιχάλη Ναλμπάντη, στο οποίο διαγωνίζονταν χορευτές από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Συμμετείχε με την Άννα Βίσση στη ροκ όπερα Δαίμονες, στον ρόλο της Λόα, στο θέατρο Παλλάς.
Ήταν μέλος των Άγαμων Θυτών τη περίοδο 2011-2013.
Επίσης συμμετείχε στο βιντεοκλίπ της Ελένης Φουρέιρα για το τραγούδι «Πιο έρωτας πεθαίνεις», μαζί με τον Νίκο Αναδιώτη και τη Μίνα Ορφανού.
Είναι και τραγουδίστρια.
Από το 1999 μέχρι το 2001 ήταν παντρεμένη με τον Γιώργο Λιάντο, με τον οποίο απέκτησαν μια κόρη, την Αφροδίτη (γεν. 1999), η οποία ασχολείται με τη μουσική και την υποκριτική.
Το 2003 ξεκίνησε τη σχέση της με τον σκηνοθέτη Παναγιώτη Κράββα. Παντρεύτηκαν τον Μάιο του 2008 στη Σκωτία, αλλά χώρισαν μόλις ένα μήνα μετά.