My Bonjour

Παρασκευή, 01 Μάρτιος 2024

ΗΡΘΑΝ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΗΡΘΑΝ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΥΖΗΣ

Ο Νικόλαος Γύζης γεννήθηκε στο Σκλαβοχώρι Τήνου, στην 1η Μαρτίου 1842 και ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα της λεγόμενης «Σχολής του Μονάχου».

Ο Νικόλαος Γύζης ήταν ένα από τα έξι παιδιά του ξυλουργού Ονούφριου Γύζη και της Μαργαρίτας Γύζη, το γένος Ψάλτη, που ζούσαν στο Σκλαβοχώρι της Τήνου.
Το 1850, η οικογένειά του μετοίκησε στην Αθήνα και ο μικρός Νικόλαος άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Σχολείο των Τεχνών (μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), αρχικά ως ακροατής και, από το 1854 έως το 1864, ως κανονικός σπουδαστής.

Με το τέλος των σπουδών του, γνωρίστηκε με τον πλούσιο φιλότεχνο Νικόλαο Νάζο, με τη μεσολάβηση του οποίου έλαβε υποτροφία από το ευαγές ίδρυμα του Ναού της Ευαγγελιστρίας της Τήνου, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου.

Τον Ιούνιο του 1865 ο Γύζης έφθασε στο Μόναχο, όπου συνάντησε τον συνάδελφο και φίλο του Νικηφόρο Λύτρα.
Ο τελευταίος τον βοήθησε στο να εγκλιματιστεί γρήγορα στο γερμανικό περιβάλλον.
Πρώτοι του δάσκαλοί του στο Μόναχο ήταν ο Χέρμαν Άνσυτς (Hermann Anschütz) και ο Αλεξάντερ Βάγκνερ (Alexander Wagner).
Τον Ιούνιο του 1868 έγινε δεκτός στο εργαστήριο του Καρλ φον Πιλότυ (Karl von Piloty).
Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Μόναχο το 1871 και τον Απρίλιο του 1872 επέστρεψε στην Αθήνα, για να μετατρέψει το πατρικό του σπίτι επί της οδού Θεμιστοκλέους σε ατελιέ.
Μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, ταξίδεψε το 1873 στη Μικρά Ασία.

Απογοητευμένος από τις συνθήκες της Ελλάδας, τον Μάιο του 1874 εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στο Μόναχο, όπου έμελλε να ζήσει για το υπόλοιπο της ζωής του.
Το 1876, ταξίδεψε παρέα με τον Νικηφόρο Λύτρα στο Παρίσι.
 Έναν χρόνο αργότερα νυμφεύθηκε την Άρτεμη Νάζου, με την οποία απέκτησε τέσσερις κόρες και έναν γιο.

Το 1880, ανακηρύχθηκε σε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και το 1888 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής στο ίδιο ίδρυμα.
Το 1881, πέθανε η μητέρα του και έναν χρόνο μετά πέθανε και ο πατέρας του. Το 1895, επισκέφθηκε για τελευταία φορά την Ελλάδα, την οποία ποτέ δεν ξέχασε και πάντα νοσταλγούσε.
Προσβεβλημένος από λευχαιμία, πέθανε στο Μόναχο στις  4 Ιανουαρίου 1901. Λέγεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν: «Λοιπόν ας ελπίζωμεν και ας ζητούμεν να είμεθα εύθυμοι!».
Η σορός του ενταφιάστηκε στο Βόρειο Κοιμητήριο (Νόρντφριεντοφ, Nordfriedhof) του Μονάχου στη Βαυαρία.
 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ

Ο Ευγένιος Μιχαήλ Αντωνιάδης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στην 1η Μαρτίου 1870 και ήταν Έλληνας παρατηρησιακός αστρονόμος, που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και σταδιοδρόμησε στη Γαλλία.
Γι' αυτό, σε ιστοτόπους του Διαδικτύου αναφέρεται και ως Γάλλος ή ακόμα και Τούρκος αστρονόμος, όντας γεννημένος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Επίσης ο Αντωνιάδης ήταν και σκακιστής, με πολλές νίκες στο ενεργητικό του.

Σπούδασε Αρχιτεκτονική και αποτύπωσε σε αρχιτεκτονικά σχέδια τον ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.
Έγραψε την τρίτομη μελέτη «Έκφρασις της Αγίας Σοφίας», (1907 - 1909). Απέκτησε μεγάλη φήμη ως οξυδερκέστατος παρατηρητής του πλανήτη Άρη.
Την εποχή που οι περισσότεροι κορυφαίοι παρατηρητές συμφωνούσαν ότι υπήρχαν ευθύγραμμες (και άρα τεχνητές) διώρυγες πάνω στον Άρη, που διακρίνονταν ως σκούρες γραμμές, ο Αντωνιάδης, ιδίως όταν χρησιμοποίησε το μεγάλο διοπτρικό τηλεσκόπιο των 83 εκατοστών στο Αστεροσκοπείο του Μεντόν στο Παρίσι κατά την αντίθεση του Άρη του 1909, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διώρυγες ήταν οπτική απάτη, γεγονός που επιβεβαιώθηκε από τις αποστολές διαστημοπλοίων στον πλανήτη αρκετές δεκαετίες αργότερα.

Οι αμέτρητες ώρες παρατηρήσεων του Άρη που είχε πραγματοποιήσει, τον οδήγησαν στη σύνταξη του πρώτου λεπτομερούς χάρτη της επιφάνειας του «κόκκινου πλανήτη» και στην ονομασία και άλλων χαρακτηριστικών μετά από αυτά που είχε ονομάσει ο Τζιοβάνι Σκιαπαρέλι.
Το έργο αυτό, που ολοκληρώθηκε από τον Ιωάννη Ε. Φωκά, οδήγησε σε ένα σύστημα ονοματολογίας για την τοπογραφία του Άρη, το οποίο τελικώς υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Αστρονομική Ένωση, με αποτέλεσμα τα κυριότερα χαρακτηριστικά (όρη, περιοχές, κρατήρες) του Άρη να έχουν διεθνώς ελληνικά ονόματα.

Ο Ευγένιος Αντωνιάδης παρατήρησε και τους εσωτερικούς πλανήτες, την Αφροδίτη και τον Ερμή.
Επεχείρησε να σχεδιάσει και ένα χάρτη του Ερμή, αλλά οι προσπάθειές του ήταν λανθασμένες, καθώς βασίζονταν στην τότε επικρατούσα παραδοχή ότι ο Ερμής έστρεφε πάντα το ίδιο ημισφαίριό του προς τον Ήλιο.

Επινόησε επίσης την ομώνυμη κλίμακα για την ποιότητα του seeing, που χρησιμοποιούν ευρύτατα οι ερασιτέχνες αστρονόμοι.

Ο Ευγένιος Αντωνιάδης ήταν και σκακιστής έχοντας αντιμετωπίσει μεγάλα ονόματα της εποχής του.
Η καλύτερη στιγμή του ήταν το 1907 σε τουρνουά στο Παρίσι, όπου ισοβάθμησε στην πρώτη θέση με τον πρωταθλητή σκακιού των Η.Π.Α. από το 1909-1936 Φρανκ Μάρσαλ, τον οποίο είχε νικήσει.
Το 1917 κατέκτησε την τρίτη θέση σε τουρνουά στο Παρίσι.

Στην Αγγλία γνώρισε την Κατερίνα Σεβαστοπούλου, που έμελλε να γίνει γυναίκα του το 1902.

Ο Αντωνιάδης άφησε επίσης ένα μνημειώδες αρχιτεκτονικό-βυζαντινολογικό έργο που δημοσιεύθηκε πρώτα το 1895.
Είναι η «Αγία Σοφία, περιγραφή αρχιτεκτονική, αρχαιολογική και ιστορική της μεγάλης εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως».
Είναι ο πρόδρομος ενός τρίτομου έργου που άρχισε να εκδίδεται το 1907 – 1909. Ήταν το αποτέλεσμα της αγάπης και των μελετών του για το Βυζάντιο.
Μελετών που τον ανέδειξαν σε σημαίνοντα βυζαντινολόγο, που αναδύθηκε αυτοδημιούργητος μέσα από τις προγονικές καταβολές του.
Νεαρός αρχιτέκτονας ακόμη αλλά και αργότερα, κάθε φορά που άφηνε για λίγο την Ευρώπη και επισκεπτόταν την γενέτειρά του, μελετούσε συστηματικά την Αγία Σοφία, την ιστορία και την εξέλιξή της, από την πρώτη θεμελίωση του ναού, ως την οριστική διαμόρφωσή του, να αποτυπώσει με όλες τις λεπτομέρειες το πολυδαίδαλο κτιριακό συγκρότημα, τα γλυπτά, τα μωσαϊκά, τα πάντα, ν’ αναπαραστήσει το πολυθρύλητο μνημείο σε όλο το μεγαλείο και να προβεί σε μια συνολική και εξαντλητική παρουσίασή του.

Το 1904 με άδεια του ίδιου του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β πέτυχε την έκδοση ειδικού Σουλτανικού Διατάγματος (ιραδέ), που του επέτρεψε να επεκτείνει τις έρευνές του, να εισχωρήσει στα άδυτα του ιερού κτηρίου και να μην αφήσει τίποτα ανεξερεύνητο.
Το 1905 παρουσίασε τα πρώτα αρχιτεκτονικά σχέδια σε λιθογραφικούς πίνακες μεγάλου σχήματος, που τους τύπωσε με δικές του δαπάνες στο Παρίσι.
Είχαν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια από το 1895, οπότε είχε ετοιμάσει το πρώτο χειρόγραφο του έργου του.
Τον επόμενο χρόνο (1906) τύπωσε επίσης στο Παρίσι μια δεύτερη σειρά πινάκων. Αλλά το 1907 βρέθηκε ο μαικήνας που ανελάμβανε τις δαπάνες για τη συνολική έκδοση του έργου.
Ήταν ο Γρηγόριος Μαρασλής (1831-1907), ο γνωστός εθνικός ευεργέτης από την Οδησσό, που χρηματοδοτούσε τις ανεπανάληπτες εκείνες εκδόσεις της «Βιβλιοθήκης Μαρασλή».
Ο Αντωνιάδης βρήκε εκεί όλες τις εκδοτικές δυνατότητες που ονειρευόταν για το τρίτομο μνημειώδες έργο του.

Πέθανε στη Γαλλία, στις 10 Φεβρουαρίου 1944, σε ηλικία 74 ετών.

Έλαβε πολλές τιμητικές διακρίσεις από Ακαδημίες και επιστημονικές εταιρείες της Γαλλίας, της Αγγλίας και άλλων χωρών.

Το έργο επανεκδόθηκε το 1983 με τον τίτλο «Έκφρασις της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως» από τις εκδόσεις Β. Γρηγοριάδου.

Ονομάστηκαν προς τιμή του, ο κρατήρας Αντωνιάδης στον Άρη και ο κρατήρας Αντωνιάδη (Antoniadi) στο νότιο ημισφαίριο της Σελήνης.

ΗΡΘΑΝ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ
ΗΡΘΑΝ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Δημήτρης Μητρόπουλος ήταν Έλληνας διευθυντής ορχήστρας, πιανίστας και συνθέτης που έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1896 στην Αθήνα.

Καταγόταν από τη Μελισσόπετρα του νομού Αρκαδίας από την πλευρά του πατέρα του και από την Άνδρο από την πλευρά της μητέρας του.

Αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο Σχολή.
Σπούδασε πιάνο και σύνθεση στο Ωδείο Αθηνών και στις 22 Μαρτίου 1913 έδωσε την πρώτη του συναυλία.
Από το 1920 σπούδασε στις Βρυξέλες και το Βερολίνο, επιστρέφοντας στην Ελλάδα το 1924.
Μέχρι και το 1937 συνέθεσε διάφορα έργα (για πιάνο, ορχήστρα, μουσική δωματίου κ.α.), μελοποιώντας και ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη.
Έπειτα αφιερώθηκε αποκλειστικά στη διεύθυνση ορχήστρας.
Ήταν για χρόνια (1927 - 1937) αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών, διευθύνοντας ενίοτε και άλλες ορχήστρες στο εξωτερικό.

Το 1936 και το 1937 διηύθυνε τις συμφωνικες ορχήστρες της Βοστώνης και της Μινεάπολης και το 1938 ανέλαβε μόνιμος μαέστρος της δεύτερης, διευθύνοντας κατά καιρούς και άλλες σημαντικές ορχήστρες των ΗΠΑ.
Το 1949 ανέλαβε τη διεύθυνση της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1958, για να παραμείνει σ' αυτήν ως μαέστρος.
Παράλληλα διεύθυνε περιστασιακά και άλλες σημαντικές ορχήστρες όπως π.χ. της Βιέννης.
Το 1955 η παρουσία του με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Νέας Υόρκης ήταν το κορυφαίο γεγονός της παρθενικής διοργάνωσης του Φεστιβάλ Αθηνών.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Δημήτρης Μητρόπουλος μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Στην προσωπική του ζωή, ο Μητρόπουλος καταπίεζε την ομοερωτική του επιθυμία και φημολογείται πως είχε σχέση με τον Λέοναρντ Μπερνστάιν.

Στις 2 Νοεμβρίου του 1960, ο Δημήτρης Μητρόπουλος υπέστη καρδιακή προσβολή κατά τη διάρκεια πρόβας της Τρίτης Συμφωνίας του Γκούσταβ Μάλερ με την ορχήστρα της Σκάλας του Μιλάνου.

Πέθανε στο Μιλάνο, στις  2 Νοεμβρίου 1960, σε ηλικία 64 ετών με την μπαγκέτα στο χέρι.

Ο θάνατός του απασχόλησε τον διεθνή Τύπο με εκτεταμένα άρθρα.
Η νεκρολογία των Τάιμς μιλούσε για την "εμπύρετον έντασιν" των ερμηνειών του, φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο εξέδιδαν ψηφίσματα, ενώ οι εκδηλώσεις πένθους συντηρήθηκαν πολλές ημέρες μετά τον θάνατό του.

Η σποδός του μαέστρου μεταφέρθηκε με αεροσκάφος της Βασιλικής Αεροπορίας από το Μιλάνο.
Στο αεροδρόμιο ήταν παρατεταγμένη η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας, εκπρόσωποι από το χώρο της τέχνης και πλήθος κόσμου.

Το κιβώτιο με την τέφρα καλύφθηκε με τη σημαία της Ελλάδας και μεταφέρθηκε με πομπή στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, όπου πραγματοποιήθηκε τιμητική εκδήλωση στη μνήμη του.

Το 1996 εορτάστηκαν, με εκδηλώσεις σε όλο τον κόσμο, τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.
Η επέτειος ετέθη υπό την αιγίδα της UNESCO, για να αποδοθεί η τιμή που αρμόζει σε έναν διεθνή καλλιτέχνη.

Το 2016 κυκλοφόρησε προς τιμήν του αναμνηστικό κέρμα των 2 ευρώ από την Ελληνική Δημοκρατία, για τα 120 χρόνια από τη γέννησή του.
 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΟΓΓΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γιώργος Ζογγολόπουλος γεννήθηκε την 1η  Μαρτίου 1903 στην Αθήνα και σπούδασε γλυπτική στην ΑΣΚΤ με τον Θωμά Θωμόπουλο (1924-1930). Eργάστηκε αρκετά χρόνια στο Υπουργείο Παιδείας (1926-1927 και 1930-1938), όπου ασχολήθηκε με αναστηλώσεις, αρχιτεκτονικές μελέτες και ανεγέρσεις σχολείων και εκκλησιών.
Η αρχιτεκτονική τον έθελγε πάντα, συνεργαζόταν συχνά με αρχιτέκτονες και λειτουργούσε ο ίδιος ως «αυτοδίδακτος αρχιτέκτονας».

Στην πρώτη του ατομική έκθεση (1948, Ζαχαρίου) παρουσιάζει μιαν ώριμη παραστατική γλυπτική, η οποία θα εξελιχθεί εντυπωσιακά τα επόμενα χρόνια και θα ενταχθεί στο κλίμα της διεθνούς μοντέρνας τέχνης.
Σε αυτό συνέβαλε και η μετεκπαίδευσή του στο Παρίσι (1949-1950), στο ατελιέ του Gimond με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης) και στην Ιταλία (1952-1954, με υποτροφία του ΙΚΥ), όπου μελέτησε τις τεχνικές της χαλκοχυτικής στη Ρώμη και στην Pistoia.

Κύριο χαρακτηριστικό της δουλειάς του είναι η συνεχής ανανέωση των μορφών, των υλικών, των τεχνικών μέσων και της σχέσης με το χώρο.
H τέχνη του αξιοποιεί την κίνηση και το φως, τη σχέση του κενού με το πλήρες, τα σχήματα και τους ήχους, σε έναν αδιάκοπο διάλογο με το χώρο.
Αυτό ισχύει για το σύνολο του έργου του, από το Μνημείο του Ζαλόγγου και τη διαμόρφωση της Πλατείας Ομονοίας (1954-1960) μέχρι τα αφηρημένα γλυπτά της δεκαετίας του ’60, και από την κινητική γλυπτική μετά το 1970 μέχρι τη χρήση του νερού και των φακών στα χρόνια του ’80, τις πασίγνωστες Ομπρέλες μετά το 1990, ακόμα και το έργο του στο σταθμό του Συντάγματος του αθηναϊκού Μετρό.

Ήταν ενεργό μέλος πολλών καλλιτεχνικών ομάδων (Oμάδα Τέχνη, Ένωσις Eλεύθεροι Kαλλιτέχναι, Στάθμη, Tομή, Σύνδεσμος Σύγχρονης Τέχνης, Ομάδα για την Επικοινωνία και Εκπαίδευση στην Τέχνη).
Υπήρξε επίσης μέλος της εξεταστικής επιτροπής του ΙΚΥ (1957-1959).
Από το 1933 ως το 1944 δίδαξε σχέδιο στη Σιβιτανίδειο Σχολή Τεχνών και Επαγγελμάτων.

Από το 1953 ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Πολιτισμού και διετέλεσε μέλος του Εκτελεστικού της Συμβουλίου (1960-1988).
Συμμετείχε σε διεθνείς συναντήσεις υψηλού επιπέδου και εκπροσώπησε την Ελλάδα σε διεθνείς εκθέσεις.
Ειδικά στη Μπιενάλε της Βενετίας συμμετείχε πολλές φορές (1940, 1956, 1964, 1993, 1995).
Έχει τιμηθεί επανειλημμένα με βραβεία και διακρίσεις (μερικές από τις οποίες απέρριψε).
Πολλά έργα του βρίσκονται σε δημόσιους χώρους, ενώ άλλα δεν εκτελέστηκαν ποτέ.

Λίγους μήνες πριν από το θάνατό του (Πέθανε στην Αθήνα, στις 11  Μαΐου 2004) σύστησε το κοινωφελές «Ίδρυμα Γεωργίου Ζογγολόπουλου» με έδρα το σπίτι-εργαστήριό του.
Το 2008 οργανώθηκε αναδρομική έκθεση του έργου του στο Μέγαρο Μουσικής και το 2009 εκδόθηκε μονογραφία για το σύνολο της δουλειάς του.

 

ΗΡΘΑΝ ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 1 ΜΑΡΤΙΟΥ

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 65
Χθες: 52
Αυτήν την εβδομάδα: 363
Αυτόν τον μήνα: 65
Συνολικά: 3323