My Bonjour

Monday, 09 February 2026

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ

ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΒΛΑΜΗΣ

Ο Ευθύμιος Βλάμης ήταν Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε δήμαρχος Γαλαξειδίου.

Γεννήθηκε το 1851στο Γαλαξείδι.

Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου έμεινε τέσσερα χρόνια.
Παρά τις αξιόλογες σπουδές του, αρνήθηκε να εγκατασταθεί στην Αθήνα και παρέμεινε στο Γαλαξείδι.

Ασχολήθηκε με τα κοινά και το 1903 εξελέγη δήμαρχος Γαλαξειδίου.
Τις περιόδους 1914 - 1921 και 1929 - 1933 διετέλεσε κοινοτάρχης.
Ήταν φανατικός με την δενδροκαλλιέργεια ενώ υπήρξε από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης της Ναυτικής Πινακοθήκης και του Μουσείου Γαλαξειδίου.

Απεβίωσε στο Γαλαξείδι στις 8 Φεβρουαρίου 1937.

Γιος του ήταν ο Νικόλαος Βλάμης (1900 - 1989), νομικός και γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Ο Νικόλαος της Ελλάδας από τον κλάδο του Γκλύξμπουργκ του Οίκου του Ολδεμβούργου ήταν πρίγκιπας της Ελλάδος και της Δανίας.

Ο Νικόλαος ήταν το τέταρτο παιδί και ο τρίτος γιος του Γεωργίου Α΄ της Ελλάδας και της Όλγας Κωνσταντίνοβνα της Ρωσίας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 1872.
Όπως όλοι οι πρίγκηπες (και πριγκίπισσες) της Ελλάδας, κατείχε τον τίτλο του πρίγκηπα της Ελλάδας και της Δανίας.
Ήταν γνωστός ως "ο Έλληνας Νίκυ" ανάμεσα στην οικογένεια του, σε διάκριση με τον εξάδελφό του, Νικόλαο Β΄ της Ρωσίας.

Τον διέκρινε η πνευματική καλλιέργεια.
Φοίτησε στην Σχολή Ευελπίδων και έγκαιρα, το 1913, επέδειξε το διπλωματικό του ταλέντο.
Υπήρξε φίλος των δυνάμεων της Αντάντ.
Ο πρίγκιπας Νικόλαος υπήρξε επίσης ζωγράφος -υπέγραφε ως "Νικολά Λεπρένς (Nicolas Leprince)"- και θεατρικός συγγραφέας.

Ο πατέρας του κληροδότησε σε αυτόν το Βασιλικό Θέατρο.
Εκείνος όμως, μετά την Παλινόρθωση της Μοναρχίας το 1935, αποποιήθηκε την κληρονομιά υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Ήταν φίλος του Γεωργίου Σημίτη και βάφτισε το γιο του, Κώστα.

Είχε πάθος με την αντισφαίριση και ήταν μέλος του Ομίλου Αντισφαίρισης Αθηνών.
Αναφέρεται ότι ήταν κακός παίκτης και ο Τύπος της εποχής τον σατίριζε γι' αυτό.

Απεβίωσε σε ηλικία 68 ετών στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 1938, περίπου ένα μήνα μετά τους γάμους του τότε διαδόχου Παύλου και ετάφη στο Βασιλικό Κοιμητήριο στο Τατόι.

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ

Ο Μάρκος Βαμβακάρης ήταν Έλληνας τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός και οργανοπαίκτης, ιδιαίτερα σημαντικός μουσικός του ρεμπέτικου τραγουδιού.

Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου (άλλες πηγές αναγράφουν πως γεννήθηκε στον Δανακό, ένα χωριό στη δυτική πλευρά του νησιού) από τον Δομένικο και την Ελπίδα Βαμβακάρη, το γένος Προβελλεγγίου, Καθολικούς της Σύρου (για τον λόγο αυτό αργότερα απέκτησε και το παρατσούκλι «Φράγκος»).

 Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες και ήταν ο πρωτότοκος από έξι αδέλφια (ακολουθούν οι Λέανδρος, Φραγκίσκος, Γκράτσια, Ρόζα και Αργύρης).
Ο παππούς του έγραφε τραγούδια και ο πατέρας του έπαιζε ζαμπούνα, ενώ από μικρή ηλικία ο μικρός Μάρκος συνόδευε τον τελευταίο παίζοντας τουμπί (νησιώτικο τύμπανο) σε διάφορα πανηγύρια.
Λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του, ο Μάρκος αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο και να εργαστεί ως λούστρος, εφημεριδοπώλης, εργάτης σε κλωστήρια, βοηθός σε οπωροπωλεία, κ.ά.

Το 1920 σε ηλικία 15 ετών έφυγε από τη Σύρο, αφού έριξε άθελά του ένα βράχο πάνω στη σκεπή ενός σπιτιού και πήγε στον Πειραιά, όπου αργότερα τον ακολούθησε και η οικογένειά του.
Εκεί ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα, όπως λιμενεργάτης (φορτοεκφορτωτής, εργάτης γαιανθράκων στα λεγόμενα «καρβουνιάρικα») και περίπου από το 1925 μέχρι το 1935 ως εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιά και Αθηνών.

Στα 18 του έκανε τον πρώτο του γάμο.
Παντρεύτηκε την Ελένη Μαυροειδή, τη «Ζιγκοάλα» όπως την αποκαλούσε.

Εκείνη την εποχή, σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, άκουσε κατά τύχη τον Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι, γεγονός που τον συνεπήρε και άλλαξε τη ζωή του.
Έτσι άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και να γράφει τα πρώτα του τραγούδια.

Το 1933, έπειτα από την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, ο Μάρκος φωνογράφησε το πρώτο εμπορικά επιτυχημένο τραγούδι με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» (ή «Έπρεπε να 'ρχόσουνα ρε μάγκα στο τεκέ μας») ερμηνεύοντάς το ο ίδιος, παρ' όλες τις επιφυλάξεις που είχε για την ποιότητα της φωνής του.
Η επιτυχία αυτής της ηχογράφησης σημάδεψε την ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας, αφού έκτοτε ξεκίνησαν πολλοί μεγάλοι συνθέτες του ρεμπέτικου όπως ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Σπύρος Περιστέρης και ο Παναγιώτης Τούντας να κάνουν ηχογραφήσεις συνοδεία λαϊκής ορχήστρας με μπουζούκια.

Το καλοκαίρι του 1934 συμμετείχε μαζί με τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά στο πρωτοποριακό -για την εποχή- μουσικό σχήμα «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» στο μαγαζί του Σαραντόπουλου στον Πειραιά.
Καθιέρωσε για πρώτη φορά την ορχήστρα με μπουζούκια και μπαγλαμάδες, η οποία παραμέρισε την προηγούμενη επιτυχημένη λαϊκή ορχήστρα των σαντουροβιολιών που εμφανιζόταν στην ταβέρνα.

Η περίοδος λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ίσως η παραγωγικότερή του. Μεταξύ άλλων, το 1935 έγραψε και φωνογράφησε τη «Φραγκοσυριανή» (το γνωστότερο ίσως τραγούδι του, το οποίο όμως έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία 25 χρόνια αργότερα με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση).
Ο Μάρκος Βαμβακάρης αποδείχτηκε ατυχέστατος στο γάμο του με την Ελένη Μαυροειδή, με το διαζύγιο να μην αργεί να εκδοθεί.
Όμως και μετά το διαζύγιο, η «Ζιγκοάλα» εξακολουθούσε να έχει οικονομικές απαιτήσεις. Για να αποφύγει την περίπτωση κατάσχεσης των πνευματικών του δικαιωμάτων λόγω της δικαστικής αντιπαράθεσης που είχε ξεκινήσει, χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμο το όνομα του παππού του «Ρόκος», ενώ αρκετά τραγούδια του έχουν καταχωρηθεί σε ονόματα φίλων του, όπως του Σπύρου Περιστέρη, του Γ. Φωτίδα, της Αθ. Παγκαλάκη, του Μίνωα Μάτσα και άλλων.
Με αυτό τον τρόπο κατάφερε να μειώσει στο ελάχιστο το προσωπικό τεκμαρτό (κι όχι πραγματικό) εισόδημά του και η πρώτη σύζυγός του να μη λάβει καθόλου λεφτά (για αυτήν την ιστορία ο Μάρκος έγραψε αυτοβιογραφικά τραγούδια όπως «Το διαζύγιο», «Κάποτε ήμουνα κι εγώ», κ.ά.).

Το 1937 συμβιβάζεται με τη λογοκρισία του καθεστώτος Μεταξά και προσαρμόζει τους στίχους του αφαιρώντας το βαρύ χασικλίδικο ύφος, κάτι που έπειτα από χρόνια αναγνωρίζει ο ίδιος πως ήταν μια δημιουργική μεταστροφή.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης εκείνη την περίοδο ήταν τόσο δημοφιλής που στη μια από τις τρεις φορές που επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη και έδωσε συναυλία συγκεντρώθηκε 50.000 κόσμος για να τον ακούσει στην πλατεία του Λευκού Πύργου.
Στο τραγούδι «Το 1912» υμνεί τη Θεσσαλονίκη, ενώ παραδόξως έως τότε δεν είχε κάνει ούτε μια αναφορά σε κάποιο τραγούδι του για τον Πειραιά, την πόλη όπου ζούσε και δημιουργούσε.
Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου ερμηνεύει δικά του τραγούδια, αλλά και του Σπύρου Περιστέρη, με στίχους προσαρμοσμένους στο Ελληνοϊταλικό Έπος («Γειά σας φανταράκια μας», «Το όνειρο του Μπενίτο» κ.ά.).

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πέθαναν αρκετές προσωπικότητες της ελληνικής λαϊκής και ρεμπέτικης μουσικής (Παναγιώτης Τούντας, Κώστας Σκαρβέλης, Γιοβάν Τσαούς, Βαγγέλης Παπάζογλου, ο στενός συνεργάτης του Ανέστης Δελιάς, κ.ά.).
Ο Μάρκος Βαμβακάρης, αφού κατάφερε να επιβιώσει, παντρεύτηκε το 1942 για δεύτερη φορά την Ευαγγελία Βεργίου, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά (δύο εκ των οποίων πέθαναν και, από τ' άλλα τρία, τον Βασίλη, τον Στέλιο και τον Δομένικο, οι δύο τελευταίοι έγιναν γνωστοί μουσικοί).

Ο θάνατος των ανωτέρω μουσικών δεν έμελλε να αφήσει ανεπηρέαστη την πορεία του Μάρκου Βαμβακάρη.
Έτσι, μετά την απελευθέρωση και κατά την περίοδο 1948-1959, περνάει δύσκολες ώρες, καθώς η ελληνική μουσική βιομηχανία, τα ηνία της οποίας περνούν σε χέρια ανθρώπων που ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε βοηθήσει να αναδειχτούν, φέρεται αχάριστα στον πρωτοπόρο του μπουζουκιού που θεωρείται πια «ξεπερασμένος».
Γίνεται προσπάθεια να αλλάξει ο χαρακτήρας της ελληνικής λαϊκής μουσικής εισάγοντας ρυθμούς από την Ινδία και τις χώρες της Ανατολής.
Οι δισκογραφικές εταιρίες παύουν να τον καλούν για ηχογραφήσεις και τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα τού αρνούνται τη συνεργασία.
Περνά σοβαρές περιπέτειες με την υγεία (παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα) και την οικονομική του κατάσταση, ενώ αφορίζεται από την Καθολική Εκκλησία γιατί παντρεύτηκε τη δεύτερη φορά με ορθόδοξο γάμο (ο αφορισμός αυτός ωστόσο ήρθη το 1966).

Ο Μάρκος Βαμβακάρης καταφέρνει να επιβιώσει αλλά και να αποκαταστήσει το πρόβλημα υγείας του πηγαίνοντας στα ιαματικά λουτρά της Ικαρίας.
Το 1954 επισκέφθηκε τη Σύρο όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό και παρέμεινε για έναν χρόνο.

Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν μετά από πρωτοβουλία του Τσιτσάνη, η δισκογραφική εταιρία Columbia αποφασίζει να κυκλοφορήσει παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα, κ.ά. Το 1960 αρχίζει η «δεύτερη καριέρα» του, όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών, στην Αθήνα, σε ένα διάδρομο του νοσοκομείου «Ερυθρός Σταυρός» όπου είχε εισαχθεί για νοσηλεία, συνεπεία νεφρικής ανεπάρκειας που του δημιούργησε ο σακχαρώδης διαβήτης.

Την επόμενη μέρα του θανάτου του, κηδεύτηκε στο Γ' Νεκροταφείο Αθηνών στη Νίκαια.
Όπως δήλωσε σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή ο γιος του Μάρκου, Δομένικος, για την κηδεία του πατέρα του η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει σε δάνειο προκειμένου να καλύψει τα έξοδά της. Το 2020, μέρος των οστών του ενταφιάστηκαν στο καθολικό κοιμητήριο της γενέτειρας του, της Σύρου.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ

Ο Νίκος Ξυλούρης, γνωστός επίσης και με το παρατσούκλι Ψαρονίκος ή τον τιμητικό χαρακτηρισμό Αρχάγγελος της Κρήτης  ήταν Έλληνας μουσικός και τραγουδιστής του λαϊκού, του δημοτικού και του έντεχνου τραγουδιού.
Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες μουσικούς, ενώ συνέβαλε αποφασιστικά στη διάσωση της κρητικής παραδοσιακής μουσικής.

Γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου το 1936, στα Ανώγεια, ορεινό χωριό Επαρχίας Μυλοποτάμου Νομού Ρεθύμνης της Κρήτης, από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες.

Στα πέντε του χρόνια, όταν στρατεύματα γερμανικής κατοχής έκαψαν το χωριό του, ξεριζώθηκε από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε χωριό της επαρχίας, όπου παρέμειναν μέχρι και την απελευθέρωση της Κρήτης.
Αδέλφια του είναι οι επίσης γνωστοί μουσικοί της κρητικής μουσικής, Αντώνης Ξυλούρης (Ψαραντώνης) και Γιάννης Ξυλούρης (Ψαρογιάννης).

Σε νεαρή ακόμα ηλικία, με τη βοήθεια του δασκάλου του, Μενέλαου Δραμουντάνη, κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να του αγοράσει την πρώτη του λύρα και πολύ γρήγορα άρχισε να παίζει σε γάμους και πανηγύρια.
Σταματά το σχολείο, μαθαίνει μόνος του τις πρώτες νότες, γράφει μαντινάδες και αρχίζει να παίζει σε γάμους και πανηγύρια σε όλη την Κρήτη, δίπλα στον λυράρη Λεωνίδα Κλάδο.
Στα 17 του αποφάσισε να μετακομίσει στο Ηράκλειο και έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο "Κάστρο".
Τα πράγματα, όμως, δεν ήταν όπως τα περίμενε, γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη "μόδα" της ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν.
Τα έσοδά του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές.

Η γνωριμία του με την Ουρανία Μελαμπιανάκη οδήγησε στον γάμο τους, στις 21 Μαΐου του 1958,  και τον ίδιο Σεπτέμβριο μετακόμισαν στο Ηράκλειο Κρήτης.

 

Σιγά σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει.
Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστός και τον Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο Μια μαυροφόρα που περνά.
Ο δίσκος αγαπήθηκε από το κοινό κι έτσι ο Ξυλούρης ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών.
Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του, Γιώργος (ο οποίος σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 2015), και το 1966 η κόρη του, Ρηνιώ.
Τη χρονιά της γέννησης της κόρης του κέρδισε και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι.
Την επόμενη χρονιά άνοιξε στο Ηράκλειο το μουσικό κέντρο "Ερωτόκριτος" και πλέον δεν ανησυχούσε για την επιβίωση του.

Το 1969 ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία τον δίσκο Ανυφαντού και λίγους μήνες αργότερα εμφανίστηκε και πάλι σε αθηναϊκό μουσικό κέντρο.
Οι καταστάσεις είχαν ωριμάσει πλέον και ο κόσμος τον υποστήριζε περισσότερο. Μετακόμισε και πάλι στην Αθήνα.
Γνώρισε τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό, ο οποίος αποφάσισε να τον συστήσει στον Γιάννη Μαρκόπουλο, και έτσι ξεκίνησε μια λαμπρή συνεργασία, με τον δίσκο Χρονικό και τα Ριζίτικα.
Παράλληλα, γνωρίστηκε με τον διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας COLUMBIA και έγιναν κουμπάροι.

Για το ποιος «ανακάλυψε» τον Νίκο Ξυλούρη, τα λεγόμενα της συζύγου του Ουρανίας Ξυλούρη – όπως δημοσιεύτηκαν σε σχετικά αφιερώματα των περιοδικών Δίφωνο και Μονογραφίες– διαφέρουν από την εκδοχή που συνήθως επικρατεί σε αρκετές βιογραφίες του Νίκου Ξυλούρη: ότι δηλαδή τον ανακάλυψε ο Ερρίκος Θαλασσινός και τον ανέδειξε ο Γιάννης Μαρκόπουλος.
Η ανάδειξη του Ξυλούρη οφείλεται στο τραγούδι του «Ανυφαντού» και το πρόσωπο που τον ανακάλυψε και τον ανέδειξε ήταν ο διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας Κολούμπια Τάκης Λαμπρόπουλος, ο οποίος τον ηχογράφησε σε ένα γαμήλιο γλέντι στα Ανώγεια κι έστειλε την κασέτα στον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο που βρισκόταν τότε στο Παρίσι, προκειμένου να ακούσει τη φωνή του Ανωγειανού λυράρη.
Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι ο Λαμπρόπουλος πήγε στην Κρήτη όπου ανακάλυψε μια σπουδαία και σημαντική φωνή.
Από εκεί πληροφορήθηκε ο Γιάννης Μαρκόπουλος για τον Νίκο Ξυλούρη και του πρότεινε τα τραγούδια του Χρονικού.
Προηγουμένως, ο Μαρκόπουλος είχε δοκιμάσει τις φωνές του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Μαρίας Φαραντούρη, που όπως φαίνεται δεν τον ικανοποίησαν, μέχρι που γνώρισε τον Ξυλούρη και του εμπιστεύτηκε μερικά από τα τραγούδια του Χρονικού.

Το 1971 ξεκίνησε κοινές εμφανίσεις με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στην μπουάτ "Λήδρα" και η φωνή του έγινε σύμβολο της αντίστασης.
Εκείνα τα χρόνια συνεργάστηκε στενά με τον Θρακιώτη τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια στις μπουάτ της Πλάκας και σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα.

Το καλοκαίρι του 1973 τραγούδησε στο θεατρικό έργο Το μεγάλο μας τσίρκο με πρωταγωνιστές τον Κώστα Καζάκο και τη Τζένη Καρέζη στο θέατρο "Αθήναιον".
Η μουσική ήταν του Σταύρου Ξαρχάκου.

Ο Νίκος Ξυλούρης είχε τον ρόλο του ντελάλη και με τη φωνή του ξεσήκωνε τον κόσμο, που έκανε ουρές για ένα εισιτήριο.
Το προσωνύμιο «Αρχάγγελος» του το είχε δώσει η Τζένη Καρέζη, αφού κάθε φορά που ανέβαινε στη σκηνή να τραγουδήσει έλεγε: «Αυτός ο άνθρωπος είναι μαγικός… Έχει μια αρχαγγελική μορφή…»

Τον Νοέμβριο του 1973, τις μέρες της εξέγερσης, είναι μέσα στο Πολυτεχνείο και τραγουδά πίσω από τα κάγκελα μαζί με τους φοιτητές, «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί».
Ο φωτογραφικός φακός καταγράφει τα στιγμιότυπα τα οποία γίνονται πρωτοσέλιδα και αποτελεί «κόκκινο πανί» για τη χούντα, που λογοκρίνει τα τραγούδια του, απαγορεύει τις συναυλίες του και κλείνει το μαγαζί που τραγουδάει.
Η φωνή του είχε γίνει σύμβολο αντίστασης τα χρόνια της χούντας.

Στη βασισμένη στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη τηλεοπτική σειρά Έμποροι των εθνών, σε σκηνοθεσία Κώστα Φέρρη, ο Ξυλούρης ερμηνεύει για τους τίτλους το τραγούδι «Ήτανε μια φορά μάτια μου» σε στίχους του σκηνοθέτη και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου.
Το δικτατορικό καθεστώς επιβάλλει να αφαιρεθεί η φωνή του και να παίζεται μόνο η μουσική.
Πολύ αργότερα και μετά από επίμονη παρέμβαση του Φέρρη, θα ακουστεί και η φωνή του στη σειρά.

Το 1976, η Γαλλική Μουσική Ακαδημία Charles Cross θα του απονείμει το 1ο βραβείο στην κατηγορία της Διεθνούς Λαϊκής Μουσικής, για την ερμηνεία του στα Ριζίτικα.
Μάλιστα, η βράβευση έγινε δύο φορές, καθώς στην πρώτη δεν αναφέρθηκε καν το όνομά του παρά μόνο του Μαρκόπουλου που τα έγραψε.

Ο Νίκος Ξυλούρης τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου.
Παράλληλα, ηχογραφεί τα Αντιπολεμικά τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη.
Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη.
Με τον «Αργαλειό», το «Φιλεντέμ», τον «Πραματευτή», αλλά και το «Μεσοπέλαγα αρμενίζω», η φωνή του ακούγεται και πάλι έντονα.
Τώρα λέει και πάλι «τραγούδια ζωής».

Στην ακμή της καριέρας του, τον Μάιο του 1979, ο Νίκος Ξυλούρης αντιλήφθηκε ότι έχει καρκίνο και πιο συγκεκριμένα όγκο στους πνεύμονες με μετάσταση στον εγκέφαλο.
Μεταβαίνει στο «Μεμόριαλ» της Νέας Υόρκης για να χειρουργηθεί και επιστρέφει στην Αθήνα, μετά από αλλεπάλληλες επεμβάσεις, στις αρχές Αυγούστου.
Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, σε «συναυλία αγάπης», που διοργανώνει για εκείνον ο Σταύρος Ξαρχάκος στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, με στόχο την κάλυψη των εξόδων της νοσηλείας του, 25.000 άνθρωποι τραγουδούν και προσεύχονται για να γίνει καλά.
Τον Δεκέμβριο πηγαίνει για μία εβδομάδα στο «Μεμόριαλ», ωστόσο έχει εξανεμιστεί κάθε ελπίδα.
Τελικά έχασε τη μάχη στο αντικαρκινικό νοσοκομείο Πειραιώς στις 8 Φεβρουαρίου 1980, σε ηλικία μόλις 43 χρονών.

Με τη φωνή και το ήθος του σημάδεψε τα χρόνια της χούντας, την αντίσταση σε αυτήν, αλλά και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης.
Όπως ο ίδιος έλεγε μετά τη μεταπολίτευση, αναφερόμενος στους ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας, "εγώ τους ίδιους ανθρώπους έβλεπα να κανονίζουν επί χούντας, τους ίδιους βλέπω και τώρα".

Είναι ενταφιασμένος στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΣΠΑΝΑΚΗΣ

Ο Στέργιος Σπανάκης  ήταν Έλληνας συγγραφέας.

Γεννήθηκε το 1900 στο Τζερμιάδο .

Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διετέλεσε έφορος της «Βικελαίας» Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου τα έτη 1926-1946. Δίδαξε μεταξύ άλλων Τουριστική Γεωγραφία Κρήτης στη σχολή των Ξεναγών και στη Σχολή ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης των Ξενοδοχοϋπαλλήλων.

Έλαβε μέρος σε πολλά κρητολογικά συνέδρια, με σημαντικότερα αυτά των ετών 1961, 1966 και 1971 , καθώς επίσης και στο 17ο Συνέδριο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων για θέματα Τουρισμού (FIJET).

Υπήρξε μέλος της Ένωσης Ελλήνων Συγγραφέων και Δημοσιογράφων Τουρισμού, τακτικό μέλος του Διεθνούς Οργανισμού Φωνολογίας και ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών (μέλος του Δ. Σ, κατά τα πρώτα έτη).

Για την προσφορά του τιμήθηκε με το βραβείο Ακαδημίας Αθηνών το 1976.

Πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 1994.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΘΡΗΣ

Ο Εμμανουήλ Κοθρής γεννήθηκε στην Ιεράπετρα, στις 26 Νοεμβρίου 1904 και ήταν Έλληνας πολιτικός.

10 φορές βουλευτής Λασιθίου και μέλος των κυβερνήσεων του Σοφοκλή Βενιζέλου και του Στέφανου Στεφανόπουλου . Ήταν στενός συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου. Είχε στενές σχέσεις με πολλές διεθνείς προσωπικότητες και ήταν προσκεκλημένος κατ' επανάληψη στο Λευκό Οίκο.
Τιμήθηκε με πολλά παράσημα και μετάλλια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Ήταν γιος του Μιχαήλ Κοθρή, περιώνυμου Κρητικού αγωνιστή.
Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του πρώτου Δημοκρατικού Συλλόγου Κρητών Φοιτητών (Δεκέμβριος 1923) και εξελέγη Πρόεδρος της Πανελληνίου Φιλελευθέρας Νεολαίας (1933).
Δυο χρόνια μετά έλαβε μέρος στο κίνημα του 1935 και φυλακίστηκε από Στρατοδικείο επί περίπου έναν χρόνο.
Εν συνεχεία εκτοπίστηκε στη Σίκινο.
Αργότερα ανέπτυξε αντιστασιακή δράση.
Το 1946 εξελέγη βουλευτής Λασιθίου με το Κόμμα Φιλελευθέρων, για να επανεκλεγεί το 1950, το 1951, το 1952 (με την ΕΠΕΚ και τους Φιλελευθέρους), το 1956 (άνευ σταυρών με τη Δημοκρατική Ένωση, εξαιτίας του πλειοψηφικού) και το 1958.
Το 1961 εξελέγη με το κόμμα της Ενώσεως Κέντρου και επανεξελέγη το το 1963 και το 1964.
Το 1965 ήταν ανάμεσα στα 48 πρόσωπα που αποστάτησαν από την Ένωση Κέντρου.

Στις εκλογές που διεξήχθησαν το 1974 κατήλθε με τη νεοσύστατη Νέα Δημοκρατία έλαβε 4.427 ψήφους χωρίς να εκλεγεί.
Ωστόσο στις εκλογές του 1977 κατάφερε να εκλεγεί βουλευτής Λασιθίου συγκεντρώνοντας 6.819 σταυρούς.
Το 1981 ήταν η τελευταία εκλογική αναμέτρηση με την οποία διεκδίκησε ξανά την έδρα του.
Ωστόσο, ηττήθηκε μένοντας στους 2.664 σταυρούς.

Ο Κοθρής πέθανε πλήρης ημερών στις 8 Φεβρουαρίου 2000 και κηδεύτηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας το Φεβρουάριο του 2000.

Το όνομά του φέρει κεντρικός δρόμος της Ιεράπετρας.
 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΟΥΡΑΡΙΣ

Ο Γιώργος Ζουράρις ήταν Έλληνας γιατρός σεξολόγος και αντιστασιακός.

Γεννήθηκε στο Βραχάσι Λασιθίου το 1899 και ήταν ένας από τους πρώτους κομμουνιστές και θεωρείται ιδρυτής της σεξολογίας στην Ελλάδα.

Ανέπτυξε αντιστασιακή δράση και τάχθηκε στο πλευρό των σπαρτακιστών της Ρόζας Λούξεμπουργκ.
Για τη δράση του γνώρισε πολλές διώξεις και εκτοπισμούς.

Σπούδασε στη Γερμανία έχοντας δάσκαλο τον Χίρσφελντ και το 1929 στη Θεσσαλονίκη δημοσίευσε το έργο του Ψυχανάλυσις και ψυχοβιολογία.

Ήταν ένας από τους πρώτους που συνεργάστηκε με το Ινστιτούτο Σεξουαλικών Ερευνών του Βερολίνου την περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Για το έργο του "Ο Αυνανισμός, το πάθος εις το φως της επιστήμης" παραπέμφθηκε στο Στρατοδικείο και απειλήθηκε με θάνατο στο εκτελεστικό απόσπασμα το 1947.

Ο Ζουράρις απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου 2001 σε ηλικία 102 ετών και κηδεύτηκε στο Βραχάσι.

Καθώς είχε γεννηθεί το 1899, ήταν μία από τις λιγοστές προσωπικότητες στην Ελλάδα που κατά κάποιον τρόπο έζησε τρεις αιώνες (γεννήθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα και πέθανε στις αρχές του 21ου αιώνα).
Ένας από τους 3 γιους του, ο Κώστας Ζουράρις, είναι πολιτικός επιστήμονας και χρημάτισε υφυπουργός Παιδείας από το 2016 ως το 2018.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ

ΤΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο Τώνης Γεωργίου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 30 Νοεμβρίου 1914  και ήταν Έλληνας πιανίστας και καθηγητής στο Εθνικό Ωδείο στην Αθήνα, κατά τη δεκαετία του 1970.

Είχε σπουδάσει πιάνο στην Αυστρία, στο Ωδείο της Βιέννης, στην τάξη του μεγάλου πιανίστα Έμιλ φον Ζάουερ (Emil von Sauer).
Πριν γυρίσει στην Ελλάδα, κυκλοφόρησε δύο δίσκους: το Καρναβάλι του Ρόμπερτ Σούμαν και τα δύο Κοντσέρτα για Πιάνο του Φραντς Λιστ.

Στην Ελλάδα, εκτός από τις παιδαγωγικές του δραστηριότητες, συνόδευε τραγουδιστές στο πιάνο και ήταν μουσικός σύμβουλος της Λυρικής Σκηνής, όταν το 1978-1979 ανέβασε το Μαχαγκόνυ του Κουρτ Βάιλ και τη Στέψη της Ποππαίας του Κλάουντιο Μοντεβέρντι.
Στο Μαχαγκόνυ είχε και τον ρόλο του επί σκηνής πιανίστα (που του κλείνουν το καπάκι πάνω στα δάκτυλά του).

Ασχολήθηκε επίσης με έργα του Μότσαρτ.

Ο Τώνης Γεωργίου παραθέριζε στη Σκόπελο, όπου είχε αγοράσει ένα κτήμα στις αρχές της δεκαετίας του 1960.
Πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 2002.

Ο γιος του, Απόστολος Γεωργίου, ζωγράφος, ζει ακόμα στη Σκόπελο και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στο Βόλο.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Ο Άγγελος Βλάχος του Σταύρου  ήταν Έλληνας διπλωμάτης, συγγραφέας, πολιτικός και ακαδημαϊκός.

Γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου το 1915 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και ήταν γιος του Σταύρου Βλάχου, Ανώτατου Δικαστή στην Αίγυπτο.

Καταγόταν από οικογένεια λογίων και δημοσιογράφων και ήταν εγγονός του Άγγελου Βλάχου, ανηψιός του εκδότη της Καθημερινής Γεώργιου Βλάχου και ξάδελφος της Ελένης Βλάχου.
Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εισήλθε στο διπλωματικό σώμα το 1939.

Χρημάτισε επίσης υφυπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως στην κυβέρνηση Πιπινέλη από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο του 1963, υπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του 1974 και γενικός διευθυντής του ΕΙΡΤ ( Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας Τηλεοράσεως ) από 27 Νοεμβρίου 1974 έως 12 Δεκεμβρίου 1975.

Το 1985 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Έγραψε πληθώρα βιβλίων, ιστορικής φαντασίας αλλά και την αυτοβιογραφική σειρά Μια φορά κι ένα καιρό διπλωμάτης.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου 2003 στην Αθήνα, σε ηλικία 88 ετών.

Ακολούθησε σταδιοδρομία στο διπλωματικό σώμα διατελώντας, μεταξύ άλλων, γραμματέας της ελληνικής πρεσβείας στη Ρώμη και στην Άγκυρα (όπου υπηρετούσε με τον Γιώργο Σεφέρη), γενικός πρόξενος στα Ιεροσόλυμα και τη Λευκωσία (την κρίσιμη περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ και της υπογραφής των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου), πρέσβης στη Μόσχα καθώς και γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εξωτερικών.

Ο Βλάχος έγινε στόχος έντονων επικρίσεων για τη στάση του στο Κυπριακό. Θεωρούσε ότι η ανακίνηση του θέματος ήταν πρόωρη, με κίνδυνους για τον ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης (όπως και προέκυψε το πογκρόμ του 1955), και θεωρούσε ότι η ένοπλη βία εναντίον των Βρετανών είχε μεγάλο κόστος στη διεθνή κοινή γνώμη.

Από κάποιους κατηγορήθηκε για θυσία της Κύπρου στον βωμό του κατευνασμού του ΝΑΤΟ και της Τουρκίας.
Αντιπαθούσε τόσο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, όσο και τον Γεώργιο Γρίβα, ενώ έβλεπε αρνητικά και τον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ.

Η στάση του Βλάχου, ως επίσημου εκπροσώπου στου ελληνικού κράτους στη Λευκωσία και η αμοιβαία εχθρότητά του με τους Μακάριο και Γρίβα, συνέβαλε στην έντονα αρνητική εικόνα του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πλειοψηφία των Κυπρίων.
 

ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΒΙΤΑΛΗΣ

Ο Γέροντας Νεκτάριος Βιτάλης - Άγιος Κωνσταντίνος Λαυρεωτικής, ήταν Ορθόδοξος μοναχός και πνευματικός.

Γεννήθηκε στον Πειραιά, το 1930.

Υπήρξε κτήτωρ και εφημέριος του Ιερού Ναού του Αγίου Νεκταρίου στην Καμάριζα Λαυρίου και παράλληλα Καθηγούμενος της Μονής Αγίου Αθανασίου Κουβαρά (από το 1992).

Το κοσμικό όνομά του ήταν Βασίλειος και είχε άλλα 16 αδέλφια.
Αναφέρεται ότι από μικρό παιδί έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ορθόδοξη πίστη και την χριστιανική παιδεία και πως του άρεσε να ντύνεται με άμφια ιερέα και να κάνει «λειτουργίες».
Υπήρξε για πολλά χρόνια παπαδάκι στην ενορία του, όπου Εφημέριος και πρώτος πνευματικός του υπήρξε ο τότε Αρχιμανδρίτης Μακάριος Κυκκώτης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου.

Σε ηλικία 17 ετών απέκτησε πνευματική σχέση του με τον Άγιο Νεκτάριο Αιγίνης, Μητροπολίτη Πενταπόλεως μετά από επίσκεψή του στην Αίγινα μαζί με το αφεντικό του, οπότε προσκύνησε στον τάφο του Αγίου.
Εκεί φέρεται ότι με τρόπο θαυμαστό του αποκαλύφθηκε από τον Άγιο Νεκτάριο ότι θα γινόταν ιερέας και θα ονομαζόταν Νεκτάριος.
Μετά από τρία χρόνια, σε ηλικία 20 ετών, ο Βασίλειος εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Οσίου Μελετίου, λαμβάνοντας το όνομα Νεκτάριος.
Αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος, λαμβάνοντας και το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτη.

Το 1965, σε ηλικία 35 ετών, έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και για μέρες ήταν σε άσχημη κατάσταση.
Ανάρρωσε χωρίς σοβαρά προβλήματα, γεγονός που απέδωσε στον προστάτη του Άγιο Νεκτάριο.
Μόλις ανάρρωσε διορίστηκε στο Λαύριο, και μετά από λίγους μήνες φέρεται να είδε τον Άγιο Νεκτάριο στον ύπνο του, ο οποίος του ζήτησε να του χτίσει εκεί «το σπίτι του», υποσχόμενος πως θα τον βοηθήσει.
Για την επίτευξη του στόχου αυτού, επειδή δεν είχε χρήματα, πούλησε τον επιστήθιο σταυρό του και ξεκίνησε να φτιάξει ένα προσκυνητάρι στο κοιμητήριο, για να βάλει την εικόνα του.

Ακολούθως προσβλήθηκε από καρκίνο του πνεύμονα και το έργο δεν προχωρούσε.
Το 1980 ισχυρίστηκε ότι είχε ζωντανή συνομιλία με τον Άγιο Νεκτάριο που εμφανίστηκε μέσα στον ναό και του είπε, παρουσία και δύο άλλων προσώπων, ότι θα θεραπευόταν από τον καρίνο και το θαύμα θα ακουγόταν σε όλο τον κόσμο. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ενημερώθηκε από το Νοσοκομείο του Αγίου Σάββα πως είχε εντελώς θεραπευθεί.
Αυτό διαδόθηκε γρήγορα ως θαύμα, οπότε πολλοί προσέφεραν χρήματα και χτίστηκε στην Καμάριζα Λαυρίου ο Ναός του Αγίου Νεκταρίου.
Εκεί έγινε γνωστός για την διακονία του στο φτωχό κόσμο της περιοχής και είχε επισκεφτεί πολλές ενορίες βγάζοντας λόγους.

Το 2015, σωριάστηκε καταγής κατά τη διάρκεια της Αποκαθήλωσης, τη Μεγάλη Παρασκευή, και διαγνώστηκε κλινικά νεκρός.
Επανήλθε όμως στη ζωή από θαύμα, σύμφωνα με τους γιατρούς.
Ύστερα περιέγραψε σε βίντεο όσα πίστευε πως είδε και έζησε στον Παράδεισο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν κατάκοιτος, και έτσι δεχόταν τους προσκυνητές.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου 2018, σε ηλικία 88 ετών.
Η κηδεία του τελέσθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2018 στον Ιερό Ναό Αγίου Νεκταρίου στο Λαύριο και ετάφη στη βάση του κωδωνοστασίου του ναού.

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΊΟΥ

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 55
Χθες: 184
Αυτήν την εβδομάδα: 56
Αυτόν τον μήνα: 1586
Συνολικά: 126865