"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός, ο αρχηγέτης της Επτανησιακής Σχολής, είναι μια από τις κορυφαίες πνευματικές φυσιογνωμίες του Νεώτερου Ελληνισμού.
Τον Μάιο του 1823, σε μια περίοδο ιδιαίτερης έξαρσης της Ελληνικής Επανάστασης, έγραψε το εκτεταμένο ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερία», οι δύο πρώτες στροφές του οποίου, σε μουσική Νικολάου Μάντζαρου, αποτελούν τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας και της Κύπρου.
Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη.
Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και το 1808 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, με τη συνοδεία του Ιταλού δασκάλου του Ρώσση.
Επτά χρόνια αργότερα πήρε το απολυτήριο από το Λύκειο της Κρεμόνας και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Πάβιας, απ' όπου πήρε το πτυχίο της Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές στη νομική, για την οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, άρχισε να γράφει στίχους στην ιταλική γλώσσα, ενώ ήρθε σε επαφή με διαπρεπείς φιλοσόφους, φιλολόγους και αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κίνησης της εποχής.
Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια.
Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του αξιόλογα στιχουργήματα στα ελληνικά.
Το πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημά του και πλέον γνωστό είναι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, απόσπασμα του οποίου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας Ύμνος.
Λίγο αργότερα, συνέθεσε το λυρικό ποίημα Εις τον θάνατο του Λορδ Μπάυρον και ακολούθησαν Η καταστροφή των Ψαρών, Η Φαρμακωμένη, Ο Λάμπρος, Εις Μοναχήν, Ο Κρητικός, Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ο Πορφύρας.
Στα τέλη του 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα, συνεχίζοντας την ενασχόλησή του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος.
Δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα, γιατί, όπως υποστηρίζεται, «δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνημα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής».
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία».
Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις.
Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ' ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΟΔΙΝΟΣ
Ο Ανδρέας Ροδινός γεννήθηκε το1912 και ήταν Έλληνας μουσικός συνθέτης και λυράρης, από τους σπουδαιότερους της κρητικής μουσικής παράδοσης.
Ήταν γιος του φούρναρη Γεώργιου Ροδινού από το Ατσιπόπουλο Ρεθύμνης και η μητέρα του από τα Φραντζεσκιανά Μετόχια ήταν θεία του συνθέτη Νίκου Μαμαγκάκη.
Ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο στη γενέτειρά του, το Ρέθυμνο.
Ξεκίνησε να παίζει λύρα από την ηλικία των 13 ετών.
Συνεργάστηκε με τον περίφημο καλλιτέχνη του λαούτου Σταύρο Ψύλλο.
Το 1933 κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας προσβλήθηκε από πλευρίτιδα και απεβίωσε στις 9 Φεβρουαρίου 1934 την επόμενη χρονιά, σε ηλικία μόλις 22 ετών.
Η θλίψη του πληθυσμού του Ρεθύμνου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε την ημέρα της κηδείας του Ροδινού η πόλη νέκρωσε στην κυριολεξία, με τα μαγαζιά να παραμένουν κλειστά σε ένδειξη πένθους.
Ο Ροδινός ηχογράφησε δύο δίσκους των 33 στροφών και σώθηκαν ορισμένα τραγούδια του, όπως "Ρεθυμνιώτικος Συρτός" και "Ρεθυμνιώτικα Πεντοζάλια". Θεωρείται από τους σπουδαιότερους Κρητικούς μουσικούς των αρχών του 20ού αιώνα, αν και δεν πρόλαβε να δείξει όλες του τις ικανότητες λόγω του πρόωρου θανάτου του.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΤΣΑΤΣΟΣ
Ο Θεμιστοκλής Δ. Τσάτσος ήταν Έλληνας συνταγματολόγος και πολιτικός.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 4/17 Ιουλίου 1906 και ήταν γιος του Δημητρίου Τσάτσου, πολιτικού και δικηγόρου, και της Θεοδώρας Ευστρατιάδη εκ Τεργέστης.
Μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο μετέπειτα πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος.
Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια των Αθηνών και της Χαϊδελβέργης, και ιδιώτευσε ως δικηγόρος στην Αθήνα.
Το 1929 διορίστηκε υφηγητής του διοικητικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1968, οπότε και διορίστηκε για μικρή περίοδο, μέχρι το 1970, έκτακτος καθηγητής.
Δίδαξε επίσης ως καθηγητής διοικητικού δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Το 1936 εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Επί Μεταξά εκδιώχθηκε και εκτοπίστηκε στην Ανάφη αρχικά και μετά στη Μήλο. Το 1938 επανεξορίσθηκε στην Εύβοια.
Η εκδίωξή του αποδίδεται από τον αδελφό του Κ. Τσάτσο στη συμμετοχή του στις συνεννοήσεις του Θεμιστοκλή Σοφούλη με το ΚΚΕ για την εκλογή Προέδρου του Κοινοβουλίου.
Συμμετείχε ως εκπρόσωπος των Φιλελευθέρων στην ελληνική κυβέρνηση της Αιγύπτου, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου τη ρήξη του με το κόμμα των Φιλελευθέρων, ενώ στις παραμονές της απελευθέρωσης αφού γύρισε στην Ελλάδα, ετοιμαζόταν να συγκροτήσει με τους Ζεβγό και στρατηγό Σπηλιωτόπουλο, μια τριμελή κυβερνητική επιτροπή ως μεταβατικό σχήμα μέχρι τον ερχομό της εξόριστης Ελληνικής κυβέρνησης.
Μετά την απελευθέρωση διετέλεσε υπουργός δικαιοσύνης (1944), εφοδιασμού (1945), αεροπορίας (1947) και ξανά δικαιοσύνης (1950).
Το 1959 αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στη σύνταξη του κυπριακού συντάγματος, ενώ το 1961 διορίστηκε πρεσβευτής στη Βόννη.
Όταν ξέσπασε η Υπόθεση Μέρτεν και επακολούθησε η παραίτηση του Υψηλάντη, στη θέση του διορίστηκε ο Θεμιστοκλής Τσάτσος.
Μετά την παύση του από τη θέση του πρέσβεως, με την άνοδο του Γεωργίου Παπανδρέου, δεν επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά διορίστηκε άμισθος «επί τιμή» έκτακτος καθηγητής στη Χαϊδελβέργη.
Το 1968 συμμετείχε στην Επιτροπή Μητρέλια για την εκπόνηση ενός Συντάγματος το οποίο θα ίσχυε μετά το πέρας της Δικτατορίας.
Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος συνέγραψε αρκετά νομικά έργα.
Γιος του είναι ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος.
Πέθανε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 1970.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ
Ο Περικλής Βυζάντιος ήταν διακεκριμένος Έλληνας μεταϊμπρεσιονιστής ζωγράφος.
Γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 1893 και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Βυζάντιου, αξιωματικού του πυροβολικού, και της Μερόπης Σαμαρνιωτάκη.
Φοίτησε στη Σχολή Μακρή και έλαβε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής στο εργαστήριο του Ευαγγέλου Ιωαννίδη.
Το 1910 πήγε στο Μόναχο για να σπουδάσει νομικά, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την πρωτεύουσα της Βαυαρίας για να σπουδάσει ζωγραφική στο Παρίσι, στην Σχολή Καλών Τεχνών (École des beaux-arts) και στην Ακαδημία Ζυλιάν (Académie Julian).
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1916 και άνοιξε δικό του εργαστήριο στην Αθήνα ενώ την ίδια χρονιά εξέθεσε για πρώτη φορά έργα του σε έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών.
Το 1917 συμμετείχε στην ίδρυση της Ομάδας «Τέχνη», η οποία προήλθε από τη σύγκρουση των νεωτεριστών καλλιτεχνών με τους συναδέλφους τους που παρέμεναν πιστοί στον συντηρητικό ακαδημαϊσμό.
Κατά την περίοδο 1921–1922 ακολούθησε τον Ελληνικό Στρατό στην Μικρά Ασία ως πολεμικός ζωγράφος.
Το 1922 ήταν ο επίσημος σκιτσογράφος της Δίκης των Έξι και μερικά από τα σκίτσα αυτής της δίκης δημοσιεύθηκαν στον αθηναϊκό Τύπο.
Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).
Το 1923 νυμφεύθηκε την Φρόσω Σκουμπουρδή και έναν χρόνο αργότερα γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, ο Κωνσταντίνος.
Μαζί με τους Φωκίωνα Ρωκ, Μιλτιάδη Μαλακάση, Κώστα Ουράνη και Δημήτρη Μητρόπουλο ίδρυσε το 1928 την Καλλιτεχνική Λέσχη «Ατελιέ».
Το 1934 ίδρυσε μαζί με την ζωγράφο Αλέκα Στύλου-Διαμαντοπούλου την πρώτη ελεύθερη σχολή ζωγραφικής, η οποία λειτούργησε με επιτυχία μέχρι την πτώση της Ελλάδας στους Γερμανούς το 1941.
Το 1936, με δική του παρέμβαση η Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ίδρυσε παράρτημα στην Ύδρα, του οποίου ανέλαβε τελικά τη διεύθυνση (1939).
Το 1937, τιμήθηκε με δύο κρατικές διακρίσεις: «χαλκούν μετάλλιον» και «τιμητικό δίπλωμα».
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1940, ο Περικλής Βυζάντιος φιλοτέχνησε την αφίσα του Πολεμικού Λαχείου, το οποίο προορίζονταν για την συγκέντρωση χρημάτων για τις οικογένειες των στρατιωτών.
Το 1971, ξεκίνησε να γράφει την αυτοβιογραφία του, αλλά αρρώστησε και τελικά υπέκυψε στην ασθένειά του πριν προλάβει να την ολοκληρώσει.
Εντούτοις, η αυτοβιογραφία του εκδόθηκε τελικά το 1995.
Εκτός από τη ζωγραφική, ο Βυζάντιος ασχολήθηκε με τη σκηνογραφία (εργάστηκε ως σκηνογράφος στο Εθνικό Θέατρο κατά τη δεκαετία του 1930) και τη γελοιογραφία.
Κατά τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας, έργα του παρουσιάστηκαν σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα καθώς και σε χώρες του εξωτερικού ( όπως στην Μπιεννάλε της Βενετίας του 1934 και στην Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1937 ).
Πέθανε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 1972.
Μετά τον θάνατό του, η κόρη του, Μαριλένα Λιακοπούλου, δώρισε έργα του καλλιτέχνη για να εκτεθούν μόνιμα στην Ύδρα, στο παλιό αρχοντικό Λαζάρου Κουντουριώτη.
Αναδρομικές εκθέσεις με έργα του Περικλή Βυζάντιου διοργανώθηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1984 και στην Αθήνα το 1994.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν Έλληνας νομικός, που υπήρξε ο πατέρας του Ελληνικού Εργατικού Δικαίου.
Γεννήθηκε το 1904 στην Αθήνα και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ενώ παράλληλα εργάστηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες Η Καθημερινή και "Ελεύθερο Βήμα".
Πραγματοποίησε σπουδές στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, του οποίου μάλιστα έγινε και διδάκτωρ.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1939 λόγω πολέμου και διορίστηκε νομικός σύμβουλος του ΙΚΑ, όπου και παρέμειν μέχρι το 1956.
Το 1943 εξελέγη υφηγητής εργατικού δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και το 1967 τακτικός καθηγητής, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1969, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.
Το 1945 διετέλεσε γενικός γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών ενώ την περίοδο 1959 - 1963 διοικητής του ΙΚΑ (Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων).
Είχε, επίσης, διατελέσει μέλος του Πρωθυπουργικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής, μέλος της αναθεωρητικής επιτροπής του Κώδικα Εργασίας, μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Εργατικού Δικαίου και Κοινωνικής Πολιτικής (από το έτος 1951), της Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, της Εταιρείας Διοικητικών Μελετών και του Συλλόγου Ευρωπαϊκής Νομικής Συνεργασίας.
Εκτός από το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, ο Καποδίστριας τιμήθηκε επίσης με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Φοίνικος και τον Μεγαλόσταυρο της Γερμανικής Δημοκρατίας.
Στις υπηρεσιακές κυβερνήσεις Κωνσταντίνου Γεωργακόπουλου και Κωνσταντίνου Δόβα είχε διατελέσει υπουργός Εργασίας.
Επίσης υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Απογόνων του 1821.
Απεβίωσε στις 9 Φεβρουαρίου 1993.
ΚΑΙΤΗ ΝΤΙΡΙΝΤΑΟΥΑ
Η Καίτη Ντιριντάουα (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο της Αικατερίνης Οικονόμου, ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του μουσικού θεάτρου και τραγουδίστρια, σύζυγος του Κώστα Χατζηχρήστου, με τον οποίο είχε αποκτήσει μία κόρη.
Ανέπτυξε αντιστασιακή δράση, εξαιτίας της οποίας υπέστη διώξεις και εξορίες.
Γεννήθηκε το 1921 στη Θεσσαλονίκη.
Έκανε σπουδές χορού στις σχολές Μοριάνωφ και Ζουρούδη.
Εργάστηκε, αρχικά, στην περίφημη "Μάντρα" του Αττίκ και στη συνέχεια στο Θίασο του Μακέδου, έως τα πρώτα χρόνια της Κατοχής.
Το Ντιριντάουα ήταν καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που θυμίζει την ομώνυμη πόλη της Αιθιοπίας.
Υπήρξε αγωνίστρια στο ΕΑΜ.
Καταδικάστηκε από τους Γερμανούς σε φυλάκιση 3 ετών.
Μετά την Κατοχή, για τις πολιτικές της θέσεις, εξορίστηκε μαζί με άλλους αντιστασιακούς στη Μακρόνησο, μετά στη Χίο και έπειτα στο Τρίκερι.
Έπαιζε στο θέατρο έως το 1966.
Απεβίωσε στις 9 Φεβρουαρίου του 1996 από ανακοπή.
ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ
Ο Κώστας Πασχάλης ήταν Έλληνας βαρύτονος της όπερας, γνωστός διεθνώς με το εκλατινισμένο Kostas Paskalis. Ανήκε σε μια γενιά Ελλήνων ερμηνευτών του λυρικού θεάτρου γεννημένων κατά το Μεσοπόλεμο, η οποία γνώρισε παγκόσμια καταξίωση στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και συμπεριελάμβανε τη Μαρία Κάλλας, το Νίκο Ζαχαρίου, τη νεότερη Έλενα Σουλιώτη κ.ά..
Ο Κώστας Πασχάλης γεννήθηκε στη Λειβαδιά την 1η Σεπτεμβρίου 1929 και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ο πατέρας του Ευάγγελος διατηρούσε βιοτεχνία βουτύρου.
Πρωτοασχολήθηκε με τη μουσική χάρη στο λογιστή της επιχείρησης, ο οποίος τον άκουσε πιτσιρίκο να τραγουδά στο μαγαζί και τον έβαλε στη χορωδία της Μητρόπολης.
Οι μουσικές σπουδές του ξεκίνησαν με πιάνο στο Ωδείο Αθηνών και τη φιλοδοξία να γίνει διευθυντής ορχήστρας. Τελικά όμως τον κέρδισε το τραγούδι και το 1951 έκανε το ντεμπούτο του ως Ριγκολέττο στην Εθνική Λυρική Σκηνή, αντικαθιστώντας την τελευταία στιγμή τον πρωταγωνιστή, βαρύτονο Ευάγγελο Μαγκλιβέρα που αρρώστησε.
Παρέμεινε στο δυναμικό της ΕΛΣ για επτά ακόμα έτη, μάλιστα τραγουδούσε όλους τους ρόλους του στα ελληνικά, σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής.
Το καλοκαίρι του 1958 τον «ανακάλυψε» στο Ηρώδειο ένας Αυστριακός ατζέντης να ερμηνεύει τον Ορέστη στην Ιφιγένεια εν Ταύροις και τον κάλεσε στην Κρατική όπερα της Βιέννης, όπου μαέστρος ήταν ο Δημήτρης Μητρόπουλος.
Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στην αυστριακή πρωτεύουσα ως Ρενάτο στο Χορό Μεταμφιεσμένων.
Όπως έλεγε αργότερα ο ίδιος, επειδή δεν είχε τραγουδήσει ποτέ σε ξένη γλώσσα, μελέτησε το ρόλο μόνος σε ένα υπόγειο, για να προλάβει να μάθει σε χρόνο μηδέν όσα δεν ήξερε.
Ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν, τότε καλλιτεχνικός διευθυντής, του προσέφερε συμβόλαιο με τη βιενέζικη σκηνή με την οποία συνεργάστηκε 25 χρόνια δίνοντας 650 παραστάσεις, ιδιαίτερα σε όπερες του Τζουζέπε Βέρντι.
Παράλληλα με την Κρατική Όπερα της Βιέννης, συνεργάστηκε με τη Σκάλα του Μιλάνου, τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης, το Κόβεντ Γκάρντεν του Λονδίνου, τις όπερες της Ρώμης, του Μονάχου, του Βερολίνου, του Παρισιού κ.ά.
Μετά την απόσυρσή του εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα, ασχολούμενος με τη διδασκαλία.
Μεταξύ 1988 - 1990 διετέλεσε επίσης καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Πέθανε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2007, σε ηλικία 77 ετών.
Είχε νυμφευθεί μία φορά, με τη Ρουμάνα υψίφωνο Μαρίνα Κρίλοβιτς, και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, τους Κωνσταντίνο (1974) και Αλεξάνδρα (1976).
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ
Ο Γιώργης Μανουσάκης ήταν Έλληνας συγγραφέας.
Γεννήθηκε το 1933 στα Χανιά.
Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940-41 η οικογένεια τού Γιώργη Μανουσάκη μετοίκησε στο Βαρύπετρο, το χωριό του πατέρα του, όπου έμεινε και στο μεγαλύτερο μέρος της κατοχής.
Εκεί έζησε την εισβολή των Γερμανών και το φόβο από τις εκτελέσεις στα γύρω χωριά, που ακολούθησαν την κατάληψη της Κρήτης.
Συνάμα γνώρισε από κοντά τον αγροτικό κόσμο της κρητικής υπαίθρου.
Ο αιφνίδιος θάνατος του πατέρα του το 1948, μπροστά του, και το οικογενειακό πένθος, κατά τα κρητικά έθιμα της εποχής, άφησαν βαθιά ίχνη στην ψυχή του. Τελειώνοντας το Α΄ Γυμνάσιο Αρρένων στα Χανιά, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Μετά τη στρατιωτική του θητεία, ξαναγύρισε στη γενέτειρά του, όπου υπηρέτησε ως φιλόλογος καθηγητής επί 26 χρόνια στη Μέση Εκπαίδευση. Παραιτήθηκε το 1986 με το βαθμό του γυμνασιάρχη.
Το 1974 παντρεύτηκε τη φιλόλογο Αγγελική Καραθανάση κι απέκτησαν τρία παιδιά.
Συμμετείχε ενεργά για πολλά χρόνια, άλλοτε ως γραμματέας κι άλλοτε ως αντιπρόεδρος, στο διοικητικό συμβούλιο του Φιλολογικού Συλλόγου Χανίων Ο Χρυσόστομος.
Συμμετείχε επίσης ως μέλος στην καλλιτεχνική επιτροπή της δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων.
Υπήρξε ενεργό μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών "Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος" μέχρι το θάνατό του.
Ήταν επίσης εκλεγμένο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων από το 1993. Συμμετείχε ως εισηγητής σε δεκάδες εκδηλώσεις, σε παρουσιάσεις βιβλίων, σε συνέδρια και σεμινάρια φιλολογικού, λογοτεχνικού και ιστορικού περιεχομένου στην Κρήτη, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.
Επέλεξε να ζήσει για όλη τη ζωή του στα Χανιά, όπου και άφησε την τελευταία πνοή του στις 9 Φεβρουαρίου 2008, στο νοσοκομείο της πόλης, ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο.
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΕΒΕΡΤ
Ο Μιλτιάδης Έβερτ γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 1939 και ήταν Έλληνας πολιτικός.
Αποφοίτησε από την ΑΣΟΕΕ (σήμερα Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών) και ακολούθησε περαιτέρω σπουδές στην πληροφορική.
Γνώριζε αγγλικά. Υπήρξε οικονομικός και διοικητικός διευθυντής μεγάλων βιομηχανιών και οργανωτής επιχειρήσεων και τραπεζών.
Επίσης, υπήρξε προγραμματιστής των υπολογιστικών συστημάτων των τραπεζών.
Είχε εργαστεί ως οικονομικός σύμβουλος στην Εμπορική Τράπεζα και ως οικονομικός και διοικητικός διευθυντής στα Ναυπηγεία Ελευσίνας.
Είχε δημοσιεύσει πολλά άρθρα για θέματα οικονομικά, αμύνης, ασφαλείας και εξωτερικής πολιτικής.
Είχε συγγράψει αρκετά βιβλία, όπως: Ιδεολογική αναμέτρηση (1980), Αποκαλύπτω το ΠΑΣΟΚ (1981), Καραμανλής, ο αναμορφωτής (χ.χ.ε. -1983;), Ο κόσμος που έρχεται (1997), Ειρηνική επανάσταση για τη νέα εποχή (1998), Άγγελος Μ. Έβερτ (2007).
Ήταν νυμφευμένος με τη φωτογράφο Λίζα Βάντερπουλ-Έβερτ με την οποία απέκτησαν 2 κόρες.
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου του 2011, σε ηλικία 71 ετών.
Νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα πριν τον θάνατό του στο Νοσοκομείο Ιπποκράτειο με σοβαρά προβλήματα υγείας.
Κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη, το Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011, στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.
ΝΙΚΗ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ
Η Νίκη Γουλανδρή ήταν Ελληνίδα ευεργέτιδα και επιτυχημένη βοτανική ζωγράφος.
Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα.
Είχε καταγωγή από το Ληξούρι και ήταν γόνος της αρχοντικής οικογένειας Κεφαλά.
Αφού αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών, η Νίκη Γουλανδρή σπούδασε Πολιτική Επιστήμη και Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Πολιτική Επιστήμη και τη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Φρανκφούρτης υπό την επίβλεψη των φιλοσόφων Τέοντορ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ.
Μιλούσε άπταιστα Γαλλικά, Γερμανικά και Αγγλικά.
Επίσης, ήταν επίτιμη διδάκτωρ φιλοσοφίας στην επιστήμη του Πανεπιστημίου της Ουψάλα στη Σουηδία.
Βοήθησε στην εικονογράφηση αρκετών βοτανολογικών βιβλίων, όπως τα Wild Flowers of Greece (Άγρια άνθη της Ελλάδας) από τους Κ. Γουλιμή και W. T. Stearn, και and Peonies of Greece (Παιώνιες της Ελλάδας) από τους U.T. Stearn και P.H. Davies.
Ήταν Πρόεδρος του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας.
Διετέλεσε υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών (1974), Γενική Γραμματέας Υγείας (1974), επίτιμη αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης (1975–80), και μέλος της Διεθνούς Επιτροπής για τον Πολιτισμό και την Εξέλιξη της UNESCO. Είχε κερδίσει βραβείο Global 500 του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών το 1990, ενώ το 1991 ονοματίστηκε Γυναίκα της Ευρώπης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κίνημα.
Υπήρξε παντρεμένη με τον Άγγελο Γουλανδρή (1921–1996), με τον οποίον ίδρυσαν το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή το 1964.
Απεβίωσε στις 9 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 94 ετών.