My Bonjour

Friday, 05 June 2026

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ

Ο Μιχαήλ Μητσάκης υπήρξε Έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας, καθώς και ένας εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της Νέας Αθηναϊκής Σχολής.

Ως ημερομηνία γέννησης του Μιχαήλ Μητσάκη δίνεται το έτος 1868.
Σύμφωνα με μελετητές του έργου του όμως, ασφαλέστερα έτη γεννήσεων θα ήταν το 1863 ή το 1865, καθώς αυτά συνάδουν καλύτερα με ορισμένα γεγονότα της ζωής του πεζογράφου.

Γεννήθηκε στα Μέγαρα, γιος του Αριστείδη Μητσάκη, καθηγητή και ανωτέρου υπαλλήλου, και της Μαριγώς Μητσάκη (1830-1910), κόρης του Παναγιώτη Γιατράκου.
Παρά την αρχοντική καταγωγή της μητέρας του, δεν ήταν εύπορος και αναγκάστηκε να ζήσει μέσω της συγγραφικής του δραστηριότητας.

Έλαβε τις γυμνασιακές του σπουδές στη Σπάρτη, απ´όπου έλκυε την καταγωγή του. Ως μαθητής εξέδωσε την χειρόγραφη βραχύβια εφημερίδα "Ταΰγετος".

Το 1880 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία όμως εγκατέλειψε μετά από δύο χρόνια για να αφοσιωθεί στην δημοσιογραφία.

Στην Αθήνα συμμετέχει αρχικά στη σύνταξη της σατιρικού περιεχομένου εφημερίδας "Ασμοδαίος".
Στη συνέχεια δημοσιεύει άρθρα σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες της Αθήνας της εποχής του, καθώς και σε πολλά περιοδικά, ενώ εκδίδει μόνος του δύο σατιρικές ευθυμογραφικές εφημερίδες, τις "Θόρυβος" και "Πρωτεύουσα".

Υπογράφει άλλοτε με το όνομά του, άλλοτε, χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα (μεταξύ των οποίων τα: Καιροσκόπος, Κόθορνος, Πλανόδιος, Ιξίων, Κρακ), ενώ υπάρχουν πληροφορίες πως έγραψε και ανώνυμα άρθρα.

Υπήρξε επίσης διευθυντής του Ελληνικού Ημερολογίου του Π. Δ. Σακελλαρίου, ενώ συνίδρυσε το σατιρικό "Άστυ" μαζί με το Θέμο και Μπάμπη Άννινο.

Ανέλαβε επίσης αρκετές δημοσιογραφικές αποστολές, ταξιδεύοντας έτσι σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και αποτυπώνοντας τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες.

Παράλληλα με τη δημοσιογραφική του ενασχόληση, ο Μητσάκης παράγει και λογοτεχνικό έργο.
Κινούμενος ανάμεσα στο διήγημα και το χρονογράφημα, δημοσιεύει αφηγήματα, κριτικά δοκίμια, επιγράμματα και ποιήματα και καθίσταται ένας από τους πρωτοπόρους του νατουραλισμού και θεμελιωτές της αστικής πεζογραφίας στην Ελληνική λογοτεχνική παραγωγή.
Επηρεάζεται από τα ρεύματα του ρεαλισμού και του αισθητισμού, με τα οποία είχε έρθει σε επαφή από τη γνωριμία του με τη σύγχρονή του γαλλική λογοτεχνία.

Η δομή του έργου του υποχωρεί στην προσπάθεια του συγγραφέα του να απεικονίσει την αποξένωση και την αλλοτρίωση της ζωής στην πόλη, ο μύθος και η πλοκή δεν τον ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, ενώ επιμένει στην λεπτομέρεια.

Η γλώσσα των έργων του είναι μεικτή. Χρησιμοποιεί ένα προσωπικό ιδίωμα διανθισμένο κυρίως με στοιχεία της καθαρεύουσας.
Υπήρξε πέρα από πολυγραφότατος δημοσιογράφος και λογοτέχνης, ένας ιδιόρρυθμος χαρακτήρας με ανησυχίες που τάραξαν την ψυχική του γαλήνη.
Η ιδιορρυθμία του χαρακτήρα του ήταν κι η αιτία της βραχύβιας παραμονής στις εφημερίδες με τις οποίες συνεργαζόταν.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1894 νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας για 15 ημέρες, μέχρι τις 5 Ιανουαρίου 1895.

Το γεγονός πως το μεγαλύτερο μέρος του λογοτεχνικού του έργου ο Μητσάκης δεν κατάφερε να το τυπώσει κατά τη διάρκεια της ζωής του επέτεινε την απογοήτευσή του, ενώ υπήρξε πηγή παθολογικών ιδεών καταδιώξεως.

Το 1896, σε ηλικία 28 ετών, η ήδη υπάρχουσα ψυχική ταραχή του εκδηλώνεται φανερά και τον οδηγεί στην πρώτη εισαγωγή του στο Δρομοκαΐτειο για 5 μήνες, από τις 17 Απριλίου 1896 μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου 1896.

Η λογοτεχνική του παραγωγή σταματά και βυθίζεται στην αρρώστια.

Στις 6 Ιουνίου 1916, ο Μητσάκης πεθαίνει από περιπνευμονία στο Δρομοκαΐτειο.
 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΟΥΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Παντελής Πουλιόπουλος ήταν κομμουνιστής και Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) από το 1924 έως το 1926.

Γεννήθηκε στη Θήβα στις 10 Μαρτίου 1900.

Τελείωσε το Γυμνάσιο στη γενέτειρά του Θήβα και το 1919 μπήκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Την ίδια χρονιά εντάχτηκε στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΕΚΕ), τον πρόδρομο του ΚΚΕ.

Από το 1920 υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού πολέμου 1919-1922.

Ο Πουλιόπουλος εκλέχτηκε πρώτος γενικός γραμματέας του ΚΚΕ σε ηλικία 24 ετών και πρωτοστάτησε στη διαγραφή των ιδρυτικών στελεχών του ΣΕΚΕ ως οπορτουνιστών.

Επίσης, ήταν αντιπρόσωπος του κόμματος στο 5ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) στη Μόσχα τον Ιούνιο του 1924, μαζί με τον Σεραφείμ Μάξιμο και τον Θόδωρο Μάγγο.

Στις 24 Αυγούστου 1925, ο Πουλιόπουλος, μαζί με άλλους 23 κομμουνιστές, δικάστηκε εκ νέου στην Αθήνα με την κατηγορία ότι προωθούσε την αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης.
Στα πλαίσια της υπεράσπισης των εθνικών μειονοτήτων και της αυτοδιάθεσης των λαών, υπερασπίστηκε τις ιδέες του σε μια απολογία που προκάλεσε αίσθηση μιλώντας επί πέντε ώρες, και η δίκη τελικώς διακόπηκε.
Στις 22 Φεβρουαρίου 1926, η δίκη των αυτονομιστών συνεχίστηκε.
Οι κατηγορίες απορρίφθηκαν, αλλά αντί οι κατηγορούμενοι να απελευθερωθούν εξορίστηκαν στην Ανάφη, την Αμοργό και τη Φολέγανδρο.

Ο Πουλιόπουλος εξορίστηκε στη Φολέγανδρο και αφέθηκε ελεύθερος στα τέλη Αυγούστου του 1926 με την πτώση της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου.

Παράλληλα με όλα αυτά, ο Πουλιόπουλος τελειώνει τη Νομική, κατορθώνει να μάθει δέκα ξένες γλώσσες και να διαβάζει νομικά και μαρξιστικά κείμενα στη γλώσσα που γράφτηκαν.

Τον Αύγουστο του 1938 συνελήφθη από το Καθεστώς της 4ης Αυγούστου και φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία, όπου προσπάθησε να συνεχίσει την πολιτική του δράση.

Το 1942, κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, μεταφέρθηκε άρρωστος στο Δημοτικό Νοσοκομείο της Αθήνας, στη συνέχεια στις Φυλακές Αβέρωφ και τέλος στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Λάρισας.

Η Δικτατορία Μεταξά δεν απελευθέρωσε τους πολιτικούς κρατούμενους με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, αλλά τους παρέδωσε στους κατακτητές.
Στις 6 Ιουνίου του 1943 ο Πουλιόπουλος, μαζί με άλλους 105 φυλακισμένους από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Λάρισας, εκτελέστηκε από τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις στο χωριό Νεζερός (σημερινός Άγιος Στέφανος) κοντά στο Δομοκό, σε αντίποινα για την ανατίναξη της σήραγγας στο Κούρνοβο από τον ΕΛΑΣ. Απευθύνθηκε στα ιταλικά στους στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος καλώντας τους να μην τους εκτελέσουν στο όνομα του αντιφασισμού και της διεθνιστικής αλληλεγγύης.
Στις εφημερίδες της εποχής θα καταγραφεί ότι μίλησε στα ιταλικά στους Ιταλούς φαντάρους προτρέποντας τους να εξεγερθούν ενάντια στους ιμπεριαλιστές.
Αρκετά μετά την Απελευθέρωση έχουμε τις πρώτες μεταγενέστερες αναφορές ότι οι στρατιώτες αρνήθηκαν να τους εκτελέσουν και την εκτέλεση έκαναν οι αξιωματικοί.

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΒΙΚΑΤΟΣ

Ο Σπυρίδων Βικάτος γεννήθηκε στο Αργοστόλι, στις 24 Σεπτεμβρίου 1878 και - ήταν Έλληνας ζωγράφος και ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους της «Σχολής του Μονάχου».

Με τη βοήθεια του τότε Μητροπολίτη Αθηνών Γερμανού σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας ζωγραφική υπό τους Νικηφόρο Λύτρα και Σπυρίδωνα Προσαλέντη και γλυπτική με δάσκαλο τον Γεώργιο Βρούτο.

Το 1893 μπήκε στο Πολυτεχνείο και είχε καθηγητή τον Λύτρα.
Αρίστευσε και βραβεύθηκε με το Χρυσοβέργειο βραβείο.
Μετά την αποφοίτηση από την ΑΣΚΤ συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, χάρη σε υποτροφία της μονής Πετράκη και της Ε. Βαλλιάνου.
Παρέμεινε στο Μόναχο από το 1900 ως το 1906 και μαθήτευσε κοντά στον Νικόλαο Γύζη και τον Λούντβιχ φον Λοφτς.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1909 και διορίστηκε καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας όπου δίδαξε σκιαγραφία έως το 1939.
Ο Βικάτος είχε στο ενεργητικό του συμμετοχές σε πολυάριθμες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις εντός και εκτός συνόρων.
Από αυτές ξεχωρίζουν οι συμμετοχές του στο Γκλασπαλάστ του 1905, στις διεθνείς εκθέσεις του Μπορντώ (1907), της Ρώμης (1911) και του Παρισιού (1937) καθώς και στη μπιεννάλε της Βενετίας τα έτη 1934 και 1936.[
Τιμήθηκε πλειστάκις για το έργο του: το 1907 απέσπασε χρυσό μετάλλιο στην έκθεση του Μπορντώ, το 1937 έλαβε από την Ακαδημία Αθηνών το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και το 1951 εκλέχτηκε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 1960 σε ηλικία 82 ετών από βρογχοπνευμονία.

Με τη διαθήκη του άφησε κληροδότημα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και καθιέρωσε τη «Βικάτειο υποτροφία» σε διπλωματούχους ζωγραφικής, γλυπτικής, χαρακτικής, με πτυχίο «Λίαν καλώς» για μετεκπαίδευση στο εξωτερικό.
Επίσης, δώρισε 30 πίνακές του στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΗΣ

Ο Ιωάννης (Τζον) Γ. Θεοτόκης ήταν Έλληνας πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε και πρωθυπουργός της χώρας στις αρχές του 1950.

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 5 Σεπτεμβρίου 1880 και ανήκε στην ιστορική οικογένεια Θεοτόκη.

Έζησε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια του στην Κέρκυρα και στη συνέχεια σπούδασε γεωπόνος στην Αυστρία, φοιτώντας στο Universität für Bodenkultur της Βιέννης. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάστηκε στη Θεσσαλία, επιχειρώντας να εφαρμόσει τις γεωπονικές γνώσεις του με στόχο την αναζωογόνηση και βελτίωση του θεσσαλικού κάμπου.
Όταν κηρύχθηκε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος το 1912 κατατάχθηκε στον στρατό ως εθελοντής, πολεμώντας ως τον Οκτώβριο του 1914, οπότε επέστρεψε από το μέτωπο στην Αθήνα.

Στα τέλη του 1914 ο Ι. Θεοτόκης ανέλαβε καθήκοντα ως αυλικός της Βασίλισσας Σοφίας. Το 1917, μετά την επικράτηση του δημοκρατικού κινήματος της Θεσσαλονίκης, ακολούθησε τη βασιλική οικογένεια στην εξορία στην Ελβετία.

Η ενεργός ανάμειξη του Θεοτόκη στην πολιτική, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση, ξεκίνησε το 1920, οπότε παραιτήθηκε από αυλάρχης, συμμετείχε στις εθνικές εκλογές με το Λαϊκό Κόμμα και εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Κέρκυρας.

Εκλέχθηκε συνολικά επτά φορές βουλευτής.
Δεν κατόρθωσε να εκλεγεί μόνο το 1928, αναμέτρηση κατά την οποία το Λαϊκό Κόμμα δεν ανέδειξε κανέναν Κερκυραίο βουλευτή.

Το 1932 ανέλαβε για πρώτη φορά το Υπουργείο Γεωργίας επί πρωθυπουργίας Παναγή Τσαλδάρη.
Στον έναν χρόνο της θητείας του επιχείρησε να εφαρμόσει στον γεωργικό τομέα τις καινοτόμες ιδέες που είχε ήδη μελετήσει.
Τον Ιούλιο του 1935 παραιτήθηκε από το συγκεκριμένο υπουργείο καθώς διαφώνησε με τον Παναγή Τσαλδάρη πάνω στο πολιτειακό ζήτημα.
Ο Θεοτόκης τέθηκε επικεφαλής της ομάδας των βουλευτών του Λαϊκού Κόμματος που υποστήριζαν την επάνοδο του καθεστώτος της βασιλευομένης δημοκρατίας και συμμετείχε σε πολιτικές κινήσεις προς αυτήν την κατεύθυνση.
Τον Οκτώβριο του 1935, ανέλαβε αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση του Γεωργίου Κονδύλη και Υπουργός των Εξωτερικών.
Η συγκεκριμένη κυβέρνηση επανέφερε τον βασιλιά από την εξορία.

Τον Δεκέμβριο του 1935 ο Ιωάννης Θεοτόκης ίδρυσε το Εθνικό Λαϊκό Κόμμα, στο οποίο προσχώρησαν 40 βουλευτές.
Στις εκλογές του Ιανουαρίου του 1936, το κόμμα του Θεοτόκη συνεργάστηκε με το Εθνικό Ριζοσπαστικό Κόμμα του Γ. Κονδύλη και άλλους ανεξάρτητους βουλευτές συγκροτώντας τη Γενική Ριζοσπαστική Λαϊκή Ένωση, η οποία κέρδισε 60 έδρες στη νέα βουλή.
Στο πρώτο εξάμηνο του 1936 ο Θεοτόκης κατέστη ο βασικός εκπρόσωπος της αντιβενιζελικής παράταξης.
Προκειμένου να αποφευχθεί πολιτική κρίση συμφώνησε στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας με τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, ηγέτη της φιλελεύθερης παράταξης.

Η συμφωνία δεν εφαρμόστηκε ποτέ, καθώς τότε κηρύχθηκε η δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936 από τον Ιωάννη Μεταξά.
Ο Θεοτόκης θεώρησε ότι ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ έδειξε ανοχή σ’ αυτήν την πολιτική εκτροπή και ήλθε σε ρήξη με τα Ανάκτορα.
Ο Μεταξάς τον απομάκρυνε από την θέση του και τον έθεσε σε περιορισμό κατ' οίκον και αυστηρή παρακολούθηση στην Κέρκυρα, στο κτήμα του, στο Λιβάδι Ρόπα, εξορία που διήρκεσε οκτώ συναπτά έτη έως το 1944, καθώς όταν στο μεταξύ μετέβη στην Αθήνα, συνελήφθη εκ νέου και εξορίστηκε επίσης.

Μετά την απελευθέρωση της χώρας και την επιστροφή στην πολιτική ομαλότητα επανήλθε στις τάξεις του Λαϊκού Κόμματος και αποκατέστησε τις σχέσεις του με τον βασιλιά.
Το 1946 ο Θεοτόκης μαζί με τους Παναγιώτη Πουλίτσα και Κωνσταντίνο Τσαλδάρη συμμετείχαν με το Λαϊκό Κόμμα στις εκλογές για την ανάδειξη της Δ΄ αναθεωρητικής βουλής.
Στην προσωρινή κυβέρνηση του Π. Πουλίτσα ο Ιωάννης Θεοτόκης έγινε υπουργός Εσωτερικών.
Την κυβέρνηση Πουλίτσα μετά από έναν μήνα ακολούθησε η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη.
Σ' αυτό το κυβερνητικό σχήμα ο Θεοτόκης διετέλεσε πρόεδρος της Βουλής για τρεις συνεχείς κοινοβουλευτικές περιόδους.

Τον Ιανουάριο του 1950 του ανατέθηκε από τον βασιλιά η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης με σκοπό να διενεργήσει τις προσεχείς εκλογές του Μαρτίου.

Έτσι, ο Θεοτόκης διετέλεσε υπηρεσιακός πρωθυπουργός και υπουργός Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας.
Ο ίδιος δεν συμμετείχε στις διενεργηθείσες εκλογές και αφού παρέδωσε στις 23 Μαρτίου την κυβερνητική σκυτάλη στον Σοφοκλή Βενιζέλο αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική σκηνή.
Επέστρεψε στη γενέτειρά του, την Κέρκυρα, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Απεβίωσε στην Κέρκυρα στις 6 Ιουνίου 1961, σε ηλικία 81 ετών.
 

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Διαμαντής Διαμαντόπουλος ήταν πρωτοπόρος και μοναδικός στο ύφος Έλληνας ζωγράφος της μεσοπολεμικής γενιάς.

Γεννήθηκε τον Ιούνιο 1914  στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας.

Η οικογένειά του, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Από μικρός έδειξε το καλλιτεχνικό του ταλέντο δημοσιεύοντας και εκθέτοντας πολλά έργα του.
Από το 1929 δημοσίευε σκίτσα στη Διάπλαση των Παίδων, τα οποία υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Ακάμας».
Το 1930, παρουσίασε στην αθηναϊκή «Αίθουσα Καλλιτεχνικών Ατελιέ» τέμπερες κυβιστικής τεχνοτροπίας, οι οποίες τράβηξαν την προσοχή πολλών ανθρώπων της τέχνης.
Το 1931, εξέθεσε έργα του και στο «Άσυλο Τέχνης» του Βελγίου.

Από το 1931 έως το 1936 σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με δασκάλους τον Δημήτρη Μπισκίνη και τον Κωνσταντίνο Παρθένη. Την ίδια περίοδο, ταξίδεψε στην Ελλάδα για να μελετήσει τη βυζαντινή και λαϊκή τέχνη, και έκανε σκηνογραφίες για τη θεατρική παράσταση Άλκηστις που παίχθηκε στη Λαϊκή Σκηνή του Καρόλου Κουν.
Λέγεται επίσης ότι επισκέφθηκε μουσεία και άλλους καλλιτεχνικούς χώρους στη Γαλλία και την Ιταλία, χωρίς ωστόσο να κάνει εκεί συστηματικές σπουδές.

Από τα εφηβικά του χρόνια ήταν φίλος με τον συγγραφέα Τάσο Αθανασιάδη και τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη.
Αργότερα ήρθε σε σύγκρουση με τον τελευταίο και έκτοτε έπαψαν να είναι φίλοι. Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Διαμαντόπουλος πίστευε ότι ο Τσαρούχης τον είχε «κλέψει», αν και τα έργα των δύο ζωγράφων διαφέρουν τόσο ως προς τη θεματογραφία όσο και ως προς την τεχνοτροπία.

Το 1940 παρουσίασε έργα του στη Βασιλική Ακαδημία Τεχνών του Λονδίνου.
Το 1947, συμμετείχε σε ομαδική έκθεση που έγινε στην αίθουσα «Ρόμβος» μαζί με πολλούς άλλους γνωστούς συναδέλφους του (Γουναρόπουλος, Μόραλης, Αστεριάδης, κ.ά.).
Το 1950 συνεργάστηκε ως καθηγητής τεχνικών στο «Ελληνικό Σπίτι» της Αγγελικής Χατζημιχάλη.
Την ίδια χρονιά αποφάσισε να απομονωθεί στο σπίτι-ατελιέ του στη Δάφνη, για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο έργο του, αλλά και να πάψει να εκθέτει και να πουλάει έργα του, επειδή διαφωνούσε με την εμπορευματοποίηση της τέχνης.
Τη σιωπή του τη διέκοψε μόνον το 1964 συμμετέχοντας σε μεγάλη ομαδική έκθεση στην Κύπρο, αλλά με ένα μόνον έργο του που το είχε ήδη εκθέσει στην αίθουσα «Ρόμβος» το 1947.

Το 1975 ο Ασαντούρ Μπαχαριάν τον έπεισε να ξαναγυρίσει στον κόσμο των εκθέσεων, να παρουσιάσει έργα του στο καλλιτεχνικό και πνευματικό κέντρο «Ώρα» στην Αθήνα, και να καταγράψει τις απόψεις του στο Χρονικό της «Ώρας».
Η έκθεση αυτή έκανε και πάλι γνωστό τον ζωγράφο στο ευρύ κοινό.
Το 1977, συμμετείχε σε δύο ομαδικές εκθέσεις στο Βελιγράδι και το Βουκουρέστι. Την επόμενη χρονιά (1978), η Εθνική Πινακοθήκη τον τίμησε με μεγάλη αναδρομική έκθεση στην οποία παρουσιάστηκαν 311 έργα του.
Ακολούθησαν άλλη μία έκθεση στο Δουβλίνο (1979) και δύο εκθέσεις πάλι στο κέντρο «Ώρα» (1980 και 1982).
Μία σειρά έργων με τίτλο Οικοδόμοι, την παραχώρησε στην εφημερίδα Αυγή για ημερολόγιο που εξέδωσε η εφημερίδα το έτος 1981.
Το 1982 συμμετείχε στην έκθεση Ευρωπάλια στις Βρυξέλλες, και το 1983 συμμετείχε στην Μπιενάλε της Βενετίας.
Ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ).

Πέθανε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 1995.

Κηδεύτηκε την επομένη στο Νεκροταφείο του Βύρωνα, συνοδευόμενος στο στερνό του ταξίδι από ελάχιστους φίλους.
Λίγα χρόνια αργότερα, η Ακαδημία Αθηνών τίμησε τον ζωγράφο με έκθεση τριάντα έργων του (2001).
Το 2007, έγινε στην Αθήνα έκθεση έργων του Διαμαντόπουλου που συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή Πορταλάκη.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΣΠΥΡΟΣ ΠΙΣΣΑΝΟΣ

Ο Σπύρος Πισσάνος ήταν Έλληνας αεροπόρος.

Γεννήθηκε στον Κολωνό, στις 10 Νοεμβρίου 1919.

Το 1938 πήγε ως παράνομος μετανάστης στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε ως σερβιτόρος και, πληρώνοντας απ' το μισθό του, παρακολούθησε μαθήματα πτήσης. Αρχές του 1942 εντάχθηκε εθελοντικά σε ομάδες αγγλόφωνων πιλότων που θα πολεμούσαν για την Αγγλική RAF.
Εκεί έγινε Ανθυποσμηναγός, στo 71 Σμήνος των American Eagles.

Ο Πισσάνος ήταν ο μόνος μη Αμερικανός σε αυτήν την ομάδα, οπότε του προτάθηκε μια άμεση αλλαγή εθνικότητας, που ακολούθησε και μια μετονομασία σε Steven. Στο εξής θα ήταν ο Υποσμηναγός Steven Pissanos, του Σμήνους 334 της 4th FG, αλλά σύντομα, όταν σημείωσε τις πρώτες του καταρρίψεις σε ένα P-47C (Miss Plainfield) οι τοπικές εφημερίδες της γειτονιάς του στο Plainfield του Νιού Τζέρσεϊ τον αναφέρουν σαν τον «Ιπτάμενο Έλληνα» (The Flying Greek).

Ο Πισσάνος συμμετείχε σε πολλών ειδών επιχειρήσεις μεταξύ των κατεχομένων εδαφών της Γαλλίας, Βελγίου, Ολλανδίας και Γερμανίας.
Στις 29 Ιανουαρίου 1944, τα καταδιωκτικά της 4th FG συνόδευσαν 803 βομβαρδιστικά της 8ης Αεροπορικής Δύναμης σε μια επίθεση εναντίον της Φρανκφούρτης.
Ο Σπύρος Πισσάνος πέτυχε μια διπλή νίκη πάνω απ το Άαχεν, εναντίον 2 γερμανικών καταδιωκτικών Me-109F της Μοίρας Δίωξης JG 2.

Στις αρχές του 1943 η Μοίρα του παρέλαβε τα νέα καταδιωκτικά P-51B Mustang, μεγάλης ακτίνας δράσης, και ο Πισσάνος στις 3 Μαρτίου 1943, βρέθηκε πάνω απ το Βερολίνο, συμμετέχοντας με τον νέο τύπου αεροπλάνου αλλά τα ίδια διακριτικά στην υποστήριξη του πρώτου βομβαρδισμού της USAF στη γερμανική πρωτεύουσα, που τελικά ματαιώθηκε λόγω κακοκαιρίας.
Είχε ήδη 8 καταρρίψεις, όταν στις 5 Μαρτίου 1944 η Μοίρα του συνόδευσε βομβαρδιστικά εναντίον στόχων στη Ν. Γαλλία.
Κατάφερε να καταρρίψει δυο ακόμα Me-109F αλλά στην επιστροφή η μηχανή του σταμάτησε, με αποτέλεσμα να προσγειώσει ανώμαλα το αεροπλάνο του στα περίχωρα της Χάβρης.
Κρύφτηκε με τη βοήθεια των Γάλλων Μακί, εντάχτηκε στις δυνάμεις τους και πολέμησε μαζί τους για έξι μήνες, ενώ ταυτόχρονα εκτελούσε χρέη πράκτορα πληροφοριών για την OSS με σκοπό τον εντοπισμό στόχων για την αεροπορία.
Μετά τις μάχες του Παρισιού επέστρεψε στον Αμερικανικό Στρατό, αλλά τότε πληροφορήθηκε ότι λόγω της συνεργασίας του με την Αντίσταση δεν θα του επιτρεπόταν πλέον να πετάξει, από φόβο μην αιχμαλωτιστεί και υποκύψει προδίδοντας τους συνεργάτες του.
Έτσι προβιβάστηκε σε Σμηναγό και στάλθηκε σαν δοκιμαστής αεροπλάνων στις ΗΠΑ ως το τέλος του πολέμου.

Ο Σ. Πισσάνος ήταν ένας από τους 3 πρώτους πιλότους που δοκίμασαν το πρώτο αμερικανικό αεριωθούμενο F-80.
Στη συνέχεια δοκίμασε να συνεχίσει την καριέρα του στην Πολιτική Αεροπορία και έγινε πιλότος τετρακινητήριων επιβατικών αεροπλάνων στην TWA, αλλά σύντομα του προσφέρθηκε προαγωγή και νέα θέση δοκιμαστή αεριωθουμένων στην USAF. Πέταξε σχεδόν όλα τα μοντέλα των νέων καταδιωκτικών απ' το F-84 ως και τα F-102, F-106 και F-4 Phantom αργότερα.
Κατόπιν υπηρέτησε με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη σε διάφορες διοικήσεις και τα τελευταία 3 χρόνια της υπηρεσίας του βρέθηκε στην Ελλάδα με σκοπό να βοηθήσει στην ένταξη των Phantom F-4E στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία.

Συνταξιοδοτήθηκε το 1974, οπότε και επέστρεψε στις ΗΠΑ, στην οικία του στο Σαν Ντιέγκο.
Κατά καιρούς επισκεπτόταν την Ελλάδα για να δει την αδελφή του που μένει στα Λιόσια και για να ξανακάνει εκείνη την παλιά διαδρομή του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου που τον οδηγούσε στην Κηφισιά και το Τατόι.

Πέθανε στο Σαν Ντιέγκο σε ηλικία 96 ετών, στις 6 Ιουνίου 2016.

Η σύζυγός του Σοφία, επίσης ελληνικής καταγωγής, είχε αποβιώσει στις 29 Αυγούστου 2012.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Ο Γιάννης Αποστολίδης γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Γιάννης Φλωρινιώτης, ήταν Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής και καλλιτέχνης.
Γεννήθηκε στη Φλώρινα, στις 15 Φεβρουαρίου 1947.

Ξεκίνησε να τραγουδάει σε ηλικία 14 ετών και αργότερα βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου τραγούδησε δίπλα σε μεγάλους ρεμπέτες, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Λαύκας, ο Πρόδρομος Τσαουσάκης, ο Θ. Πολυκανδριώτης και η Ρίτα Σακελλαρίου.

Την περίοδο 1970-1971 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Αθήνα.
Δούλεψε σε διάφορα κέντρα, όπου τραγουδούσε και χόρευε, ντυμένος εκκεντρικά. Όπου εμφανιζόταν έκανε μεγάλη επιτυχία, αλλά δεχόταν και σκληρή κριτική.

Στη δισκογραφία έκανε την πρώτη του εμφάνιση με τον δίσκο «Τώρα Θέλω Τώρα», που αμέσως έγινε χρυσός.

Ήταν νυμφευμένος με τη Μάχη Φλωρινιώτη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά: τον Σάββα, την Άννα και τον Νίκο.

Απεβίωσε από πνευμονικό οίδημα στις 6 Ιουνίου 2023, έπειτα από νοσηλεία μίας εβδομάδας στο Νοσοκομείο Σωτηρία.

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 6 ΙΟΥΝΙΟΥ

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 326
Χθες: 264
Αυτήν την εβδομάδα: 1345
Αυτόν τον μήνα: 1345
Συνολικά: 154189