My Bonjour

Monday, 30 March 2026

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΗΛΙΑΣ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗΣ

Ο Ηλίας Αργυριάδης ήταν Έλληνας κομμουνιστής, στέλεχος του ΚΚΕ. Συνελήφθη τον Νοέμβριο του 1951 στη βίλα ΑΥΡΑ στη Γλυφάδα, στο πλαίσιο της εξάρθρωσης του μηχανισμού των ασυρμάτων του παράνομου ΚΚΕ. Τον Φεβρουάριο του 1952, δικάστηκε από το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών μαζί με άλλους 28 συγκατηγορουμένους, στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο, με την κατηγορία της κατασκοπείας, και καταδικάστηκε «δις εις θάνατον». Εκτελέστηκε στις 30 Μαρτίου 1952, στο Γουδή, μαζί με τους Νίκο Μπελογιάννη, Νίκο Καλούμενο και Δημήτρη Μπάτση.

Γεννήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 1910 στην Πέργαμο της Μικράς Ασίας.

Μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, η οικογένεια Αργυριάδη ήρθε από τη Σμύρνη στην Ελλάδα.
Στις 3 Νοεμβρίου 1928 κατατάχθηκε ως στρατεύσιμος και υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία.
Απολύθηκε τον Μάρτιο του 1930 ως στρατιώτης τηλεφωνητής.
Στη συνέχεια εργάστηκε ως μηχανικός-ηλεκτρολόγος στο εργοστάσιο της ηλεκτρικής εταιρείας Ιστιαίας της Εύβοιας.
Γρήγορα οργανώθηκε στο ΚΚΕ και αναδείχθηκε σε συνδικαλιστή, παλεύοντας για την κατάκτηση του 8ώρου και την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων.

 

Συλλαμβάνεται από το δικτατορικό καθεστώς το 1937, ενώ εργαζόταν ως μηχανικός ηλεκτρολόγος, μέσα στο εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρείας στην Ιστιαία.
Καταδικάζεται και εξορίζεται στη Φολέγανδρο, ενώ η γυναίκα του ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί τους, την Ευτέρπη (Έφη).
Το πρώτο του παιδί, η Ευαγγελία, είχε γεννηθεί το 1935.
Ύστερα από 6 μήνες, αρνούμενος να υπογράψει «δήλωση μετανοίας», μεταφέρεται στις φυλακές Ακροναυπλίας.

Γεννιέται το δεύτερο παιδί του, η Έφη, χωρίς να την γνωρίσει.
Ο Αργυριάδης, χάρη στην τεχνική κατάρτιση και οξυδέρκειά του (είχε τα προσωνύμια «΄Ηφαιστος» και «Χρυσοχέρης»), αναπτύσσει εξαιρετική δραστηριότητα συμβάλλοντας τα μέγιστα στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κρατουμένων.

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας δεν απελευθερώνονται.
Αντίθετα, όταν οι Γερμανοί επιτίθενται και το μέτωπο καταρρέει, οι ελληνικές αρχές παραδίδουν τους κρατούμενους στους Γερμανούς κατακτητές, τον Απρίλη του 1941.

Το 1942 (15 Σεπτεμβρίου αναφέρει η σχετική βεβαίωση ομηρίας του Ερυθρού Σταυρού), ο Αργυριάδης μεταφέρεται στο στρατόπεδο Λάρισας

Κατορθώνει να δραπετεύσει από το στρατόπεδο Λάρισας και αμέσως έρχεται σε επαφή με το Πολιτικό Γραφείο, μεταβαίνοντας στην έδρα του στο συνοικισμό Ρώσση στα Πετρίλια Θεσσαλίας και μπαίνει στην ενεργό δράση, δουλεύοντας στον μηχανισμό του Γενικού Αρχηγείου του ΕΛΑΣ.

Κατά την παραμονή του στον Τύρναβο, γνωρίζεται και ζει με την Κατερίνα Δάλλα, με την οποία αποκτά δύο κόρες, την Ιωάννα (1945) και την Ολυμπία (1949).
Μετά την απελευθέρωση, ως στέλεχος του Κόμματος, επιστρέφει στην Αθήνα. Ακολουθούν τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 και η ήττα του ΕΛΑΣ. Συλλαμβάνεται από τους Εγγλέζους μέσα στα γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Αμερικής 6), όπου και έμενε.
Κρατείται στο Χασάνι (σημερινό Ελληνικό), αλλά μερικές μέρες αργότερα δραπετεύει κολυμπώντας.
Φτάνει στο Κατσιπόδι (σημερινή Δάφνη), από εκεί στους Ποδαράδες (σημερινή Νεα Ιωνία) για να καταλήξει στα Τρίκαλα, όπου είχε καταφύγει η ηγεσία του ΚΚΕ. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας ξαναγυρίζει στην Αθήνα.
Το 1945, έχοντας την πλήρη εμπιστοσύνη του κόμματος και προσωπικά του Ν. Ζαχαριάδη (ο οποίος είχε επιστρέψει στην Ελλάδα στις 29-5-1945), μένει μέσα στα γραφεία του Πολιτικού Γραφείου, στην οδό Πειραιώς 7.

Αργότερα (1946), το Κόμμα, σκοπεύοντας να προετοιμάσει τον παράνομο μηχανισμό των ασυρμάτων, τον εγκαθιστά στη βίλα «Αύρα» στη Γλυφάδα, στο γνωστό σπίτι, όπου θα εξελιχθούν πολλά από τα κατοπινά γεγονότα.
Εκεί, σκάβει υπόγεια κρύπτη (βοηθούμενος από τον νεαρό τότε Τάκη Λαζαρίδη, συλληφθέντα μετά την ανακάλυψη των ασυρμάτων και καταδικασθέντα σε θάνατο), όπου εγκαθίστανται οι ασύρματοι μαζί με δικής του κατασκευής πολύγραφο.
Το Ιούλιο του 1947 συλλαμβάνεται στην ΑΥΡΑ μαζί με τον Τ. Λαζαρίδη και εξορίζονται στην Ικαρία.
Με εντολή του Κόμματος υπογράφει δήλωση και επιστρέφει για να συνεχίσει την παράνομη δουλειά.

Τη νύχτα της 13ης προς 14η Νοεμβρίου του 1951, όργανα της Ασφάλειας Αθηνών, καθώς και πολυάριθμη δύναμη χωροφυλάκων και στρατού, με επικεφαλής τον υπουργό εσωτερικών Κωνσταντίνο Ρέντη, τον συλλαμβάνει στη βίλα ΑΥΡΑ, στη Γλυφάδα.
Τον Φεβρουάριο του 1952, ο Ηλίας Αργυριάδης δικάζεται, μαζί με άλλους 28 συγκατηγορούμενους, από το Διαρκές Στρατοδικείο και καταδικάζεται παμψηφεί «δις εις θάνατον».
Στις 4.15 τα ξημερώματα της Κυριακής (ακόμη και οι Γερμανοί δεν έκαναν εκτελέσεις Κυριακή και πριν ανατείλει ο ήλιος), 30ής Μαρτίου 1952, εκτελείται στο Γουδή από στρατιωτικό απόσπασμα, υπό το φως των προβολέων των στρατιωτικών οχημάτων, μαζί με τους Ν. Μπελογιάννη («δις εις θάνατον»), Ν. Καλούμενο και Δ. Μπάτση.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν Έλληνας αντιστασιακός, και ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ.

Γεννήθηκε στην Αμαλιάδα στις 27 Οκτωβρίου 1915 από τον Γιώργο Μπελογιάννη και τη Βασιλική Μπέλμπα.

Νεαρός, εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ Αμαλιάδας μαζί με φίλους του.
Το 1932 εισήλθε με εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών.
Το ίδιο έτος ξεκίνησε η ριζοσπαστικοποίηση του και από το 1934, ανάπτυξε συνδικαλιστική δράση στους φοιτητές και στα σταφιδικά συλλαλητήρια της Αμαλιάδας.

 

Το Μάρτιο του 1936, συνελήφθη και εκτοπίστηκε στην Ίο.
Ύστερα από δύο μήνες, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε διετή φυλάκιση, ποινή που ανεστάλη, λόγω παρέμβασης των γονέων του.
 Ύστερα, ταξίδεψε στην Αθήνα για κομματικούς λόγους, επέστρεψε στην Αμαλιάδα, ενώ μετά το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου, εγκαταστάθηκε στην Πάτρα με εντολή του ΚΚΕ.
Στη συνέχεια κατατάχθηκε στο 12ο Σύνταγμα Πεζικού, και διοργάνωσε, μαζί με φίλους του από την Αμαλιάδα, κομματικούς πυρήνες.

Το Δεκέμβριο του 1936, συνελήφθη εκ νέου, βασανίστηκε στην Ειδική Ασφάλεια και καταδικάστηκε σε τρίμηνη φυλάκιση και τρίμηνη περίοδο εξορίας.
Τον Ιούνιο του 1937, επανήλθε στη Πάτρα, και ανέλαβε καθήκοντα συντάκτη, στο αντιμεταξικό έντυπο «Λαϊκή Γνώμη» έως το Μάιο του 1938 όπου επανασυνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση.
Στις φυλακές Λαζαρέτου αρρώστησε από φυματίωση και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Σωτηρία, όπου και παρέμεινε μέχρι την ιταλική συνθηκολόγηση.

Τον Ιούνιο του 1950 επέστρεψε κρυφά στην Ελλάδα μέσω Αργεντινής με το ψευδώνυμο Ερρίκος Πανόζ, με σκοπό να ανασυγκροτήσει τις οργανώσεις του παράνομου τότε ΚΚΕ στην Αθήνα, που είχαν διαλυθεί από τις συλλήψεις και εκτελέσεις πολλών στελεχών του.
Στις 20 Δεκεμβρίου 1950, συνελήφθη και δικάστηκε για την εμπλοκή του με το ΚΚΕ με βάση τον Αναγκαστικό Νόμο 509/1947, σύμφωνα με τον οποίο το ΚΚΕ είχε κηρυχθεί παράνομο θεωρούμενο ως εγκληματική οργάνωση.
Κατηγορήθηκε, επίσης, ως κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης.

Η πρώτη δίκη του Μπελογιάννη ξεκίνησε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 1951 με 52 κατηγορούμενους συνολικά, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο.
Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου με δώδεκα θανατικές καταδίκες.
Μετά την διεθνή κατακραυγή που ακολούθησε, ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας δηλώνει ότι η απόφαση δεν θα εκτελεστεί. Αποφασίζεται όμως ο Μπελογιάννης και ορισμένοι άλλοι κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν σε νέα δίκη με τη βαρύτερη κατηγορία της κατασκοπείας, με στόχο να αναιρεθεί η υπόσχεση που υποχρεώθηκε να δώσει.

Εν τω μεταξύ στις 16 Νοεμβρίου 1951 ανακαλύπτονται από την Ασφάλεια Προαστίων της Ελληνικής Χωροφυλακής παράνομοι ασύρματοι στις περιοχές Καλλιθέας και Γλυφάδας, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους στρατοδίκες για επιστράτευση του νόμου περί κατασκοπείας.
Έτσι ο Μπελογιάννης και οι άλλοι κατηγορούμενοι προσάγονται σε νέα δίκη.
Η δεύτερη αυτή δίκη αρχίζει στις 15 Φεβρουαρίου 1952, με βάση τον μεταξικό νόμο 375/1936 περί κατασκοπείας, ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών.
Ο Μπελογιάννης αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και πρόβαλε τις πατριωτικές ενέργειες του ίδιου και του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της κατοχής.
Η δίκη του πήρε μεγάλη δημοσιότητα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο.
Σε πολλές πόλεις της Ευρώπης έγιναν εκδηλώσεις συμπαράστασης.
 Ο Νίκος Μπελογιάννης έμεινε γνωστός ως «ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», από ένα γαρύφαλλο που κρατούσε καθημερινά κατά τη διάρκεια της δίκης.

Μέσα σε χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας, η κυβέρνηση Πλαστήρα έλαβε περίπου 250.000 τηλεγραφήματα από όλο τον κόσμο, με τα οποία πολλοί επώνυμοι και μη ζητούσαν να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης.
Ανάμεσά τους, ο Σαρλ ντε Γκολ και σχεδόν όλες οι προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής ζωής, 159 βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων της Μεγάλης Βρετανίας, οι Πωλ Ελυάρ, Ζαν Κοκτώ, Ζαν-Πολ Σαρτρ, Ναζίμ Χικμέτ, Πάμπλο Πικάσο και Τσάρλι Τσάπλιν.

Παρέμβαση υπέρ του Μπελογιάννη έκανε και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων αναφέροντας πως: «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».

Παρά την παγκόσμια κινητοποίηση και συγκίνηση, το δικαστήριο, αποτελούμενο αυτή τη φορά από τακτικούς στρατοδίκες, καταδίκασε ομόφωνα σε θάνατο την 1η Μαρτίου του 1952 τον Μπελογιάννη και τους συντρόφους του Έλλη Παππά, Νίκο Καλούμενο, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη και Τάκη Λαζαρίδη.
Λίγο αργότερα έρχεται στη δημοσιότητα το γράμμα του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Πλουμπίδη, με το οποίο αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την καθοδήγηση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και υπόσχεται να παρουσιαστεί στις αρχές με τον όρο να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ακολουθεί η διάψευση από τον Νίκο Ζαχαριάδη από τον ραδιοφωνικό σταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα» του Βουκουρεστίου, αλλά και από το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που χαρακτηρίζουν την επιστολή «μύθευμα της Ασφάλειας», ενώ αντίθετα το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοινώνει πως ο γραφικός χαρακτήρας της επιστολής και η υπογραφή είναι γνήσια.

Πάντως όταν αυτό έγινε γνωστό ο ίδιος ο Μπελογιάνης που ανέμενε στη φυλακή απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων φέρεται να δήλωσε στον συνήγορό του Μηνά Γαλέο, που τον επισκέφτηκε ότι «ο Νίκος Πλουμπίδης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν όργανο της Ασφάλειας».

Τελικά η επιστολή δεν είχε κανένα αποτέλεσμα και η κυβέρνηση δήλωσε ότι δεν θα συναλλαγεί με τον καταζητούμενο για κομμουνιστική δράση Πλουμπίδη.

 

Η θανατική καταδίκη δεν άλλαξε ποτέ, ούτε δόθηκε χάρη από τον βασιλιά Παύλο, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις.

Την Κυριακή 30 Μαρτίου 1952 οι τέσσερις μελλοθάνατοι κομμουνιστές, Μπελογιάννης, Νίκος Καλούμενος, Δημήτης Μπάτσης και Ηλίας Αργυριάδης μεταφέρθηκαν από τις φυλακές της Καλλιθέας στο στρατόπεδο του Γουδή και στις 04:12 τα ξημερώματα, εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού.

Με τον θάνατό του ο Μπελογιάννης έγινε ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της ελληνικής Αριστεράς. Λίγες μέρες μετά την εκτέλεση το όνομά του δόθηκε σε πλατείες και δρόμους σε διάφορες σοσιαλιστικές χώρες, καθώς και σε χωριό στην Ουγγαρία που στέγαζε Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες.
Το χωριό Μπελογιάννης υπάρχει μέχρι σήμερα.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΗΦΟΡΗΣ

Ο Νίκος Κατηφόρης  ήταν Έλληνας δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Γεννήθηκε το 1903 στον Άγιο Πέτρο Λευκάδας.

Η πρώτη του επαφή με τον σοσιαλισμό έγινε το 1918 ενώ φοιτούσε στο Γυμνάσιο της Λευκάδας.
Μετακόμισε στην Αθήνα όπου σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έπειτα εργάστηκε ως δικηγόρος.
Ταυτόχρονα ξεκίνησε την ενασχόλησή του τόσο με τη δημοσιογραφία, όσο και με τη λογοτεχνία, όπου έκανε την πρώτη του εμφάνιση με τη δημοσίευση του έργου Ειρήνη στο περιοδικό Νουμάς χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Σταύρος Λέκκας.

Στη συνέχεια ξεκίνησε να αρθρογραφεί και να δημοσιεύει λογοτεχνικά κείμενα σε περιοδικά, όπως το Νέοι Βωμοί (1924), Νέα Επιθεώρηση (1929), Πρωτοπόροι (1930–1931) και Νέοι Πρωτοπόροι (1932–1936).
Από το 1924, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα, δημοσίευε χρονικογραφήματα στην εφημερίδα Ριζοσπάστης.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επανήλθε δημοσιεύοντας στα περιοδικά Ελεύθερα Γράμματα και Επιθεώρηση Τέχνης καθώς και στην εφημερίδα Αυγή. Ήταν μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών από το 1950 μέχρι τον θάνατό του και γενικός γραμματέας της Εταιρίας Θεατρικών Συγγραφέων κατά την περίοδο 1946–1953.
Από το 1930 ήταν νυμφευμένος με τη φιλόλογο Έλενα Βενιζέλου με την οποία απέκτησε δύο παιδιά.

Πέθανε στις 30 Μαρτίου 1967 στην Αθήνα.
 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Ο Ιωάννης Παπαδάκης ή Στάικος γεννήθηκε στη Βέροια, το 1897 και ήταν Έλληνας πολιτικός, ο οποίος υπηρέτησε ως βουλευτής και υπουργός.

Σπούδασε εμπορικά. Η πολιτική σταδιοδρομία και δράση του χρονολογείται, αφότου (σε νεαρότατη ηλικία) προσέφερε τις εθελοντικές του υπηρεσίες στο Κίνημα Εθνικής Αμύνης του 1916.

Ως έφεδρος αξιωματικός κατά τους δύο παγκοσμίους πολέμους, υπηρέτησε σε μονάδες του μετώπου.

Το 1922 (υπηρετών στις Σέρρες ως υπολοχαγός), πρωτοστάτησε στο Επαναστατικό Κίνημα Πλαστήρα. Ακολούθως, απεστάλη εκ μέρους του Γ.Ε.Σ. στη Βουλγαρία, δηλαδή σε εχθρική γειτονική χώρα, προσφέροντας ανεκτίμητες εθνικές υπηρεσίες.

Αποστρατευθείς, αναμίχθηκε ενεργώς με την πολιτική, ηγηθείς των βουλευτικών συνδυασμών των Φιλελευθέρων, στις εκλογικές περιφέρειες του Πρωτοδικείου Βεροίας και Βεροίας-Κατερίνης, εκλεγείς το πρώτο πληρεξούσιος της Δ' Συντακτικής Συνέλευσης του 1924, εκλεγείς δε εν συνεχεία 8-κις βουλευτής και δις διατελέσας Υπουργός.

Υπήρξε μεταξύ των 17 πληρεξουσίων οι οποίοι καταψήφισαν στη βουλή τον δικτάτορα Θεόδωρο Πάγκαλο.

Κατά το Κίνημα 1935, ενοχοποιηθείς, παραπέμφθηκε και καταδικάσθηκε από το στρατοδικείο Λαρίσης.
Κατά τη Δικτατορία Μεταξά, παντοιοτρόπως εδιώχθη.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, ως έφεδρος λοχαγός πυροβολικού, διετέλεσε στην Αλβανία διοικητής μονάδος.

Στην Αθήνα, μετά την είσοδο των Γερμανών, πρωτοστάτησε στην περίθαλψη και αποστολή στις εστίες τους, των αναπήρων, τραυματιών και απολυθέντων στρατιωτών της Βορείου Ελλάδος.
Επίσης μετά συναδέλφων της Β. Ελλάδος σε επανειλημμένες συσκέψεις, αντιμετώπισε τα, εκ της Κατοχής, προκύψαντα προβλήματα.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής, οργάνωσε στην περιφέρεια Βεροίας την περίθαλψη των απόρων και των καταφυγόντων εκεί προσφύγων, ιδία εξ Ανατολικής Μακεδονίας.
Υπήρξε ο στόχος των αρχών κατοχής και του Ε.Α.Μ.

Μετά την αnελευθέρωση, ως Υπουργός Γεν . Διοικητής, επί Κυβερνήσεως Σοφούλη του 1946, συνετέλεσε στη αποκατάσταση του Κράτους στις βουλγαροκρατηθείσες περιοχές, ως Υπουργός δε Συγκοινωνιών, το 1951 - 1952 της Κυβερνήσεως Πλαστήρα - Βενιζέλου, εργάσθηκε λίαν επιτυχώς για την αναδιοργάνωση των Τ.Τ.Τ.

 

Στην ιεραρχία του Κόμματος των Φιλελευθέρων, διετέλεσε επί μακρόν μέλος του πολιτικού Συμβουλίου του Κόμματος, επίσης μέλος της Ανωτάτης Επιτροπής του Δημοκρατικού Κέντρου Β. Ελλάδος και μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ενώσεως Κέντρου.

Κατά περιόδους εξέδωσε εφημερίδες Φωνή της Βεροίας, και Φρουρός Ημαθίας, δημοσίευσε δε πληθώρα άρθρων σε εφημερίδες Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βεροίας.

Διά τις εν γένει υπηρεσίες του προς την πατρίδα έτυχε τιμητικών διακρίσεων.

Υπήρξε, εκ των νεωτέρων και σοβαρών πολιτικών στελεχών του Ελευθερίου Βενιζέλου, διαδραματίσας, επί 45ετίαν ολόκληρη, ηγετικό ρόλο στη Βόρ. Ελλάδα, ηγηθείς του Κόμματος των Φιλελευθέρων και της Δημοκρατικής Παρατάξεως στις εκλογικές τους περιφερείας και αποτελέσας σπανία περίπτωσιν πολιτικού, ο οποίος έχαιρε της συνεχούς, απολύτου και απεριορίστου εκτιμήσεως και εμπιστοσύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου και της, εν συνεχεία, Ηγεσίας του Κόμματος των Φιλελευθέρων.

Απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 89 ετών στις 30 Μαρτίου 1986 και κηδεύτηκε την επομένη από τον ναό του Αγίου Αντωνίου Βεροίας, χοροστατούντος του Μητροπολίτη Βεροίας Παύλου.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ

Ο Μανόλης Ανδρόνικος ήταν Έλληνας αρχαιολόγος.

Γεννήθηκε στην Προύσα στις 23 Οκτωβρίου 1919.

Ο πατέρας του, Λεωνίδας, ήταν από τη Σάμο και η μητέρα του από την Ίμβρο. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή η οικογένειά εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη.

Μπήκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1936, όπου προσωπικότητες όπως αυτή του καθηγητή Κωνσταντίνου Ρωμαίου, του κίνησαν σε πρώτο στάδιο το αρχαιολογικό του ενδιαφέρον.
Ενώ ήταν φοιτητής, εργάστηκε σαν βοηθός δίπλα στον Ρωμαίο στην ανασκαφή της Βεργίνας.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1941, διορίστηκε φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμότειχου.
Στη συνέχεια διέφυγε στη Μέση Ανατολή, κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό και πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις όπου υπηρέτησε ως λοχίας στο 8ό τάγμα της ΙΙ ταξιαρχίας η οποία εστάλη στην Τρίπολη της Κυρηναϊκής να φυλάει αιχμαλώτους λόγω ότι ήταν «δημοκρατική».

Μετά τον πόλεμο εργάστηκε στη σχολή «Σχοινά» της Θεσσαλονίκης και το 1949 διορίστηκε επιμελητής αρχαιοτήτων στην εφορεία Κεντρικής Μακεδονίας.

Ήταν παντρεμένος με την Ολυμπία Κακουλίδου (1921-2012), την οποία γνώρισε στη σχολή «Σχοινά».

Πραγματοποίησε πολλές ανασκαφικές έρευνες στη Βέροια, τη Νάουσα, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη, αλλά το κύριο ανασκαφικό του έργο συγκεντρώθηκε στη Βεργίνα.

Η κορυφαία στιγμή της πορείας του θεωρείται η 8η Νοεμβρίου 1977, όταν στη Βεργίνα έφερε στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία, τον ασύλητο μακεδονικό τάφο ΙΙ της Μεγάλης Τούμπας.

Το 1992 του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Φοίνικος.

Μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης (επί της οδού Παπάφη), πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 30 Μαρτίου 1992.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΒΙΔΑΚΗ

Η Ελευθερία Βιδάκη ήταν Ελληνίδα ηθοποιός.

Γεννήθηκε στο Θέρισο Χανίων το 1969.

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου από όπου και αποφοίτησε με άριστα, καθώς και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Είχε λάβει υποτροφία από το ΕΚΠΑ, από το «κληροδότημα Αντωνίου Παπαδάκη». Ερμήνευσε σημαντικούς ρόλους στο θέατρο, ενώ έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό από τη συμμετοχή της στην επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά Κάτι τρέχει με τους δίπλα, όπου συμπρωταγωνιστούσε με τους Ρένο Χαραλαμπίδη, Κλέωνα Γρηγοριάδη και Δήμητρα Ματσούκα.
Έλαβε επίσης μέρος στις τηλεοπτικές σειρές Μικροί μεγάλοι, Φωτορομάντζο, Καθρέφτες, Μια γυναίκα από το παρελθόν, Νέμεσις, Καλημέρα ζωή (ΑΝΤ1), Εσύ φταις (Mega Channel) και Αέρινες σιωπές (Mega Channel).
Ήταν παντρεμένη με στέλεχος του τηλεοπτικού σταθμού Mega Channel και είχε έναν γιο.

Έκανε αισθητή την παρουσία της στο Εθνικό Θέατρο συμμετέχοντας σε πολλές παραστάσεις.
Εθεωρείτο εξαιρετικά ταλαντούχα ηθοποιός και μία από τις ελπίδες για το ελληνικό θέατρο.
Από τη γέννηση του γιου της και μετά, έπασχε από επιλόχεια κατάθλιψη. Αυτοκτόνησε στις 30 Μαρτίου 2004, πέφτοντας από το παράθυρο του κλιμακοστασίου του τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας όπου διέμενε, στην Αγία Παρασκευή, βρίσκοντας ακαριαίο θάνατο.
Η κηδεία της έγινε στην ιδιαίτερη πατρίδα της, το Θέρισο Χανίων.

Το 2010, οι κάτοικοι του Θέρισου Χανίων μαζί με τον δήμαρχο του χωριού και τη βοήθεια του πατέρα της, Θρασύβουλου Βιδάκη, αποφάσισαν να δώσουν εις μνήμην της, το όνομά της στην οδό για το δρόμο που οδηγεί στο πατρικό της σπίτι, και έτσι λέγεται «Οδός Ελευθερίας Βιδάκη».

ΧΡΥΣΑΝΔΟΣ ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ

Ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης  γνωστός απλά και ως Χρύσανθος, ήταν Έλληνας τραγουδιστής.

Γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου του 1933 στην Οινόη Κοζάνης από γονείς αγρότες που κατάγονταν από το Μπεζιρκιάν Κετζίτ της περιοχής Καρς του Καυκάσου, οι οποίοι ήρθαν στην Ελλάδα τον Μάιο του 1922, λόγω της ανταλλαγής πληθυσμού Ελλάδας - Τουρκίας.

Αρχικά διέμεναν στην Θεσσαλονίκη, αλλά μετά εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Οινόη Κοζάνης.
Η ζωή της οικογένειας ήταν δύσκολη και η παιδική ηλικία του Χρύσανθου διακρίνονταν από φτώχεια, ενώ οι γονείς του ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν και οι δύο σε αγροτικές δουλειές προκειμένου να συντηρήσουν την οικογένεια. Ενίοτε, βοηθούσε και ο ίδιος ο Χρύσανθος.
Το 1947, ο 47χρονος πατέρας του δολοφονήθηκε από παρακρατικούς, με αποτέλεσμα ο Χρύσανθος, μαζί με την μητέρα του και τα 5 αδέρφια του να μετακομίσουν στην Κοζάνη και να γραφτεί στο Βαλταδώριο Γυμνάσιο.
Ήταν καλός μαθητής και είχε εξαιρετικές επιδόσεις σε όλα τα μαθήματα.
Εκείνη την περίοδο εμφανίστηκε και το μουσικό του ταλέντο, το οποίο κληρονόμησε και από τους δύο γονείς του.
Καθώς η επιβίωση της οικογένειας ήταν δύσκολη χωρίς της αγροτικές δουλειές, το 1949 μετέβησαν στην Δραπετσώνα του Πειραιά, όπου διέμεναν συγγενείς τους.
Εκεί ο νεαρός Χρύσανθος θα μεταγραφεί στο Α΄ Πρότυπο Γυμνάσιο Πειραιώς (σημερινή Ιωνίδειος Πρότυπος Σχολή) και θα σπουδάσει λογιστική, ενώ στον ελεύθερό του χρόνο θα εργαστεί ως ελαιοχρωματιστής και ψάλτης, προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του.

Σε μια εκδρομή στην Δροσιά, τον άκουσε ο λυράρης και ηθοποιός Νικόλαος Σπανίδης.
Εντυπωσιασμένος από την φωνή του, του πρότεινε να συνεργαστούν.
Εκείνος δέχτηκε και τραγούδησε για πρώτη φορά στο Θέατρο Κοτοπούλη.
Το 1950 ξεκίνησε να τραγουδάει στο ραδιόφωνο του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών μαζί με λυράρηδες, όπως ο Νίκος Παπαβραμίδης, ο Νίκος Λαζαρίδης, ο Χρήστος Μπαϊρακτάρης κ.α., ενώ συνεργάστηκε και με ποντιακά σωματεία της περιοχής.
Το 1959, μετά την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα μέχρι το 1975.
Τότε συνεργάστηκε με τον λυράρη Γώγο Πετρίδη και μαζί εισήγαγαν την ποντιακή μουσική στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, αρχίζοντας από την Καλαμαριά και την Πολίχνη Θεσσαλονίκης εμφανιζόμενοι στις μπουάτ.
Μαζί κυκλοφόρησαν τρεις δίσκους βινυλίου.

Ο Χρύσανθος ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο το 1954, ο οποίος ήταν 78 στροφών.
Έπειτα ηχογράφησε τριάντα περίπου ποντιακούς δίσκους 45 στροφών, γράφοντας και τους στίχους στα περισσότερα, με καθαρά ποντιακή παραδοσιακή μουσική επένδυση, όπως και στους δίσκους 33 στροφών του.
Εκτός από το ποντιακό τραγούδι, από το 1973 άρχισε συνεργασία με τον μουσικοσυνθέτη Χριστόδουλο Χάλαρη στο ελληνικό έντεχνο τραγούδι, συμμετέχοντας στους δίσκους «Ακολουθία» με τον Νίκο Ξυλούρη και τη Δήμητρα Γαλάνη, «Πάθη Απόκρυφα», «Δροσουλίτες» (μαζί με τη Δήμητρα Γαλάνη) και ηχογραφεί τον «Μεγαλέξανδρο» για την ομώνυμη ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Στη δισκογραφία του συμπεριλαμβάνεται και ένας δίσκος συνεργασίας με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Το 1967 νυμφεύθηκε την Αναστασία Παχατουρίδου, η οποία τον συντρόφευσε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης καθιερώθηκε ως βάρδος του ποντιακού ελληνισμού, τραγουδώντας για 50 χρόνια, εκφράζοντας τα συναισθήματα των Ποντίων, οι οποίοι του έχουν αποδώσει τον χαρακτηρισμό «αηδόνι του Πόντου».

Απεβίωσε στις 30 Μαρτίου 2005, στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου της Θεσσαλονίκης σε ηλικία 71 ετών, από έμφραγμα του μυοκαρδίου.

Η σορός του ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα, όπου απέτιναν φόρο τιμής χιλιάδες Πόντιοι.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

Ο Ιωάννης Βασιλειάδης ήταν Έλληνας αντιναύαρχος του Πολεμικού Ναυτικού και πολιτικός.

Γεννήθηκε το 1924 στο Αίγιο και ακολούθησε σταδιοδρομία στο Βασιλικό Ναυτικό αποφοιτώντας από τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

Συμπλήρωσε τις σπουδές του στις σχολές Πολέμου, Διαβιβάσεων στην Αγγλία και Αμύνης ΝΑΤΟ στη Ρώμη.
Κατά τη διάρκεια της Χούντας μυήθηκε στην κίνηση του ναυτικού φέροντας τότε τον βαθμό του αντιπλοιάρχου.
Μετά την πτώση της Χούντας, ο τέως σύμβουλος του Βασιλιά Μιχάλης Αρναούτης προσπάθησε να μυήσει τον Βασιλειάδη σε επικείμενο πραξικόπημα.
Ο Βασιλειάδης αρνήθηκε να συμμετάσχει και ενημέρωσε τον Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος σε συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή έλαβε τα απαραίτητα μέτρα.
Αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ναυάρχου ε.α.
Μετά την αποστράτευσή του διετέλεσε γενικός γραμματέας του υπουργείου εμπορικής ναυτιλίας (1981).

Το 1985 εξελέγη βουλευτής επικρατείας με τη Νέα Δημοκρατία και στις εκλογές του Ιουνίου 1989 εξελέγη βουλευτής Αχαΐας συγκεντρώνοντας 13.509 σταυρούς. Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1989 και του 1990 επανεξελέγη συγκεντρώνοντας 14.378 και 13.378 αντίστοιχα.
Στην Κυβέρνηση του Ιουλίου 1989 διετέλεσε αναπληρωτής υπουργός εθνικής Άμυνας, ενώ στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ανέλαβε υπουργός δημοσίας τάξης, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1991.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2012.

Ήταν παντρεμένος με την Λ. Κοντοδήμου και είχε αποκτήσει μια κόρη.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΛΕΖΟΣ

Ο Μανώλης Γλέζος ήταν Έλληνας δημοσιογράφος και πολιτικός, με διαδρομή στα κοινά που ξεκινά από τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας.

Γεννήθηκε στην Απείρανθο (στ’ Απεράθου, σύμφωνα με τη ντοπολαλιά της περιοχής) της Νάξου στις 9 Σεπτεμβρίου 1922.

Ο πατέρας του Νικόλαος Γλέζος (1892-1924) ήταν δημόσιος υπάλληλος και δημοσιογράφος, ενώ η μητέρα του Ανδρομάχη Ναυπλιώτου (1894-1967) καταγόταν από την Πάρο.
Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στο χωριό του, όπου τελείωσε το δημοτικό σχολείο.
Το 1935 ήλθε στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, δουλεύοντας παράλληλα ως φαρμακοϋπάλληλος.
Το 1940 πέτυχε στην ΑΣΟΕΕ (σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο).

Μαθητής γυμνασίου δημιούργησε αντιφασιστική ομάδα το 1939 για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς και την αποτίναξη της δικτατορίας του Μεταξά.
Μόλις ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος στις 28 Οκτωβρίου 1940 ζήτησε να καταταχτεί ως εθελοντής, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας του δεν του επετράπη.
Εργάστηκε, όμως, εθελοντικά στο Υπουργείο Οικονομικών (Γ' Ταμείο Εισπράξεων Αθηνών).

Την περίοδο της ναζιστικής κατοχής (1941-1944) ανέπτυξε έντονη απελευθερωτική δράση μέσα από τις γραμμές της ΟΚΝΕ, του ΕΑΜ Νέων και της ΕΠΟΝ, με αποτέλεσμα να υποστεί φυλακίσεις και διώξεις. Τη νύχτα της 30ης προς την 31η Μαΐου 1941 μαζί με τον Απόστολο Σάντα κατέβασε από την Ακρόπολη τη σβάστικα και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο.
Στις 24 Μαρτίου 1942 συνελήφθη μαζί με τον Απόστολο Σάντα από τα γερμανικά στρατεύματα και φυλακίστηκε ένα μήνα στις φυλακές Αβέρωφ, όπου βασανίστηκε απάνθρωπα, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση βαρυτάτης μορφής.
Στις 21 Απριλίου 1943 συνελήφθη από τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής και παρέμεινε φυλακισμένος τρεις μήνες.
Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 συνελήφθη από συνεργάτες των αρχών κατοχής και παρέμεινε στις φυλακές επτάμισι μήνες, απ' όπου δραπέτευσε στις 21 Σεπτεμβρίου 1944.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής δούλεψε ως υπάλληλος στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό (1941-1943) και τον Δήμο Αθηναίων (1943-1945).

Μετά την απελευθέρωση δούλεψε στην εφημερίδα Ριζοσπάστης ως συντάκτης και από τις 10 Αυγούστου 1947 έως το κλείσιμό της ανέλαβε αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής.
Στις 3 Μαρτίου 1948 συνελήφθη και παραπέμφθηκε συνολικά σε 28 δίκες για αδικήματα Τύπου.
Καταδικάστηκε σε διάφορες ποινές, από τις οποίες μία φορά σε θάνατο, τον Οκτώβριο του 1948.
Άλλη μία φορά καταδικάστηκε σε θάνατο, στις 21 Μαρτίου 1949 για παράβαση του Γ' Ψηφίσματος.
Οι θανατικές καταδίκες δεν πραγματοποιήθηκαν, ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης.
Το 1950 οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε στις 16 Ιουλίου 1954.

Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, αν και φυλακισμένος, εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ.
Τότε κήρυξε απεργία πείνας, με αίτημα την αποφυλάκιση των δέκα εκλεγέντων βουλευτών της ΕΔΑ που ήταν εξορία και φυλακή.
Σταμάτησε την απεργία πείνας τη 12η ημέρα, όταν έφεραν από την εξορία τους επτά εξόριστους βουλευτές.
Μετά την αποφυλάκισή του εκλέχτηκε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ και ανέλαβε οργανωτικός γραμματέας της.
Τον Δεκέμβριο του 1956 ανέλαβε τη διεύθυνση της εφημερίδας «Η Αυγή».
Στις 5 Δεκεμβρίου 1958 συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπίας και καταδικάστηκε.
Αποφυλακίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1962, ύστερα από τις έντονες αντιδράσεις της ελληνικής και της διεθνούς κοινή γνώμης.
Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΔΑ, παρά το γεγονός ότι βρισκόταν στη φυλακή.

Αμέσως μετά την εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου συνελήφθη μαζί με άλλους πολιτικούς ηγέτες και κρατήθηκε στου Γουδή, στο Πικέρμι, στη Γενική Ασφάλεια, στη Γυάρο, στο Παρθένι Λέρου και τέλος στον Ωρωπό, απ' όπου αποφυλακίστηκε το 1971.
Συνολικά, ο Μανωλης Γλέζος καταδικάστηκε 28 φορές για την πολιτική του δραστηριότητα, από τις οποίες τρεις φορές σε θάνατο και παρέμεινε στις φυλακές 11 χρόνια και 5 μήνες και άλλα 4 χρόνια και έξι μήνες.
Παρέμεινε, δηλαδή, κρατούμενος (φυλακή και εξορία) 16 χρόνια σε όλη τη ζωή του.

Το 1968 καταδίκασε την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, αποκόπτοντας έτσι τους δεσμούς του με το ΚΚΕ.

Μετά τη Μεταπολίτευση εργάστηκε για την ανασυγκρότηση της ΕΔΑ, της οποίας διετέλεσε γραμματέας ως το 1985 και πρόεδρος από το 1985 έως το 1989. Παράλληλα, συνεργάστηκε με το ΠΑΣΟΚ σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Το 1981 εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών, το 1984 ευρωβουλευτής και το 1985 βουλευτής Β' Πειραιά.

Στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές του 1986 εξελέγη κοινοτάρχης Απειράνθου, του χωριού όπου γεννήθηκε, και εισήγαγε τον θεσμό της Άμεσης Δημοκρατίας στη λήψη και την εκτέλεση των αποφάσεων.
Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2002 κατήλθε επικεφαλής του συνδυασμού «Ενεργοί Πολίτες» για τη διευρυμένη Νομαρχία Αθηνών-Πειραιώς, που υποστηρίχθηκε από τον Συνασπισμό και εξελέγη νομαρχιακός σύμβουλος, ενώ ο συνδυασμός του συγκέντρωσε το 11% των ψήφων.
Στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Πάρου, επικεφαλής του συνδυασμού «Κίνηση Ενεργών Πολιτών Πάρου».

Επανήλθε στην κεντρική πολιτική σκηνή το 2012, όταν στις διπλές εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου εκλέχτηκε βουλευτής Επικρατείας με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Με το ίδιο κόμμα εξελέγη ευρωβουλευτής στις ευρωεκλογές της 25ης Μαΐου 2014, για να κάνει γνωστό το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων στην Ελλάδα.

Ο Μανώλης Γλέζος άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Μαρτίου 2020, σε ηλικία 97 ετών, από καρδιακή ανεπάρκεια.

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 315
Χθες: 144
Αυτήν την εβδομάδα: 315
Αυτόν τον μήνα: 5910
Συνολικά: 137138