"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗΣ
Ο Γιάννης Αποστολάκης ήταν Έλληνας φιλόλογος, κριτικός λογοτεχνίας και καθηγητής πανεπιστημίου.
Αδελφός του ήταν ο ιατρός Γεώργιος Αποστολάκης.
Γεννήθηκε το 1886 στα Φιλιατρά Μεσσηνίας, και σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου την περίοδο 1908-1911.
Εκεί γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τον ποιητή Κωνσταντίνο Χατζόπουλο και την ριζοσπαστική πολιτική Ένωση Σπουδαστών Βερολίνου.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα υπηρέτησε σε διάφορα δημόσια σχολεία προτού αποσπαστεί στο Λαογραφικό Μουσείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1917.
Το 1926 εξελέγη καθηγητής στην έδρα της νεοελληνικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Η εκλογή του αυτή σήμανε την αναγνώριση της νεοελληνικής φιλολογίας ως αυτόνομο πεδίο σπουδών.
Απεβίωσε στις 3 Απριλίου1947 στην Αθήνα.
ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ
Ο Μανώλης Καλομοίρης ήταν Έλληνας μουσικοσυνθέτης και μουσικοπαιδαγωγός.
Γεννήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου στη Σμύρνη το 1883 και ήταν γιος του φιλόλογου και φαρμακοποιού Γιάννη Καλομοίρη από τη Σάμο.
Σε νεαρή ηλικία βρέθηκε στην Αθήνα, όπου μαζί με τις γυμνασιακές του σπουδές ξεκίνησε και συστηματικές σπουδές στο πιάνο.
Το 1899 τον βρίσκει στην Κωνσταντινούπολη, όπου τελειώνει το γυμνάσιο.
Μετά από μια μικρή σύγκρουση με την οικογένειά του (η μητέρα του τον προόριζε για γιατρό), φεύγει για τη Βιέννη όπου σπουδάζει πιάνο και ανώτερα θεωρητικά.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του και τον γάμο του με τη Χαρίκλεια Παπαμόσχου, πηγαίνει στο Χάρκοβο της Ρωσίας (1906-1910) όπου διδάσκει για ένα χρονικό διάστημα, μέχρι να πάρει την απόφαση να εγκατασταθεί για πάντα στην Ελλάδα το 1910.
Ερχόμενος στην Ελλάδα διορίζεται καθηγητής πιάνου και ανώτερων θεωρητικών στο Ωδείο Αθηνών.
Σκοπός του ήταν η δημιουργία μιας «εθνικής σχολής» στα πρότυπα ανάλογων κινημάτων από άλλες χώρες, η οποία θα συνδύαζε τον γερμανικό ρομαντισμό με ελληνικά μοτίβα.
Παράλληλα, κατηγορούσε την Επτανησιακή Σχολή για «ιταλισμό» και για μη χρήση ελληνικών θεμάτων, δημιουργώντας ρήξη μεταξύ των εκπροσώπων των δύο «στρατοπέδων».
Ακολούθησε μια πλούσια μουσική δημιουργία, όπου ο Καλομοίρης αντλεί έμπνευση από τη δημοτική νεοελληνική ποίηση κυρίως του Κωστή Παλαμά.
Το 1919 ιδρύει το «Ελληνικό Ωδείο», το οποίο διεύθυνε μέχρι το 1926, οπότε και ιδρύει το «Εθνικό Ωδείο», το οποίο διηύθυνε ως το 1948.
Επίσης το 1919 διορίστηκε γενικός επιθεωρητής, αρχιμουσικός, σε όλες τις στρατιωτικές μπάντες Αθηνών.
Έκτοτε, παράλληλα με τη συνθετική του εργασία, ανέπτυξε ένα τεράστιο παιδαγωγικό έργο, σφραγίζοντας κάθε πτυχή της μουσικής ζωής του τόπου. Διετέλεσε Πρόεδρος της Ενώσεως Ελλήνων Μουσουργών, Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Ανωτάτου Συμβουλίου Μουσικής (ΔΑΣΜ) του Υπουργείου Παιδείας και μέλος του Γνωμοδοτικού Μουσικού Συμβουλίου, το οποίο αντικατέστησε το ΔΑΣΜ.
Το 1945 εκλέχθηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Εκτός των άλλων, τιμήθηκε και με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών (1919), αλλά και με πολλά ελληνικά παράσημα.
Ο Μανώλης Καλομοίρης ήταν ανάμεσα στις μορφές που προσδιόρισαν την πολιτιστική φυσιογνωμία της Ελλάδας κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.
Πέθανε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου του 1962, σε ηλικία 79 ετών.
Την Τετάρτη 4 Απριλίου κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη, με τιμές που άρμοζαν στο μέγεθος και στην προσφορά του.
Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον Μητροπολιτικό Ναό και την παρακολούθησε πλήθος κόσμου.
ΜΑΝΩΛΗΣ ΛΟΥΚΑΚΗΣ
Ο Μανώλης Λουκάκης του Χαραλάμπους γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, το 1937 και ήταν Έλληνας πολιτικός, που διετέλεσε βουλευτής και υφυπουργός με το ΠΑΣΟΚ.
Ήταν υιός του στρατηγού Χαράλαμπου Λουκάκη από τις Πρασιές Ρεθύμνης.
Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο.
Μετά την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, το 1974, αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος του και πολιτεύτηκε στις εκλογές με επιτυχία.
Εξελέγη βουλευτής Ρεθύμνης στις εκλογές των ετών Ιουνίου 1989, Νοεμβρίου 1989, 1990, 1993, 1996 και 2000.
Στις 16 Ιανουαρίου 1991 εξέπεσε από το βουλευτικό αξίωμα και τον αντικατέστησε με τον Ιωάννη Σμπώκο.
Στην κυβέρνηση του Σημίτη χρημάτισε υφυπουργός ΠΕΧΩΔΕ από τις 22 Ιανουαρίου 1996 ως τις 25 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
Επίσης, στη δεύτερη κυβέρνηση Σημίτη υπηρέτησε ως υφυπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, από τις 25 Σεπτεμβρίου 1996 ως τις 30 Οκτωβρίου 1998.
Απεβίωσε στις 3 Απριλίου 2012, σε ηλικία 75 ετών, από σοβαρή νόσο.
Ήταν πατέρας 2 κοριτσιών.
Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στη Μητρόπολη Ρεθύμνης και η ταφή έγινε στο νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΛΑΣ
Ο Χρήστος Πάρλας ήταν Έλληνας ηθοποιός.
Γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1936 και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Τελείωσε το Γυμνάσιο της Πατριαρχικής Σχολής του Φωτίου Α'.
Σπούδασε στη Δραματική Σχολή Θεάτρου του Κωστή Μιχαηλίδη από την οποία αποφοίτησε το 1957, αλλά και Σχολή Χορού του Κώστα Νίκολς.
Το 1960 έγινε μέλος του Σ.Ε.Η. Τα πρώτα του θεατρικά βήματα τα έκανε όντας ακόμα σπουδαστής στη δραματική σχολή, ενώ η πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση στο θέατρο έγινε το 1958 στο Εθνικό Θέατρο, στην παράσταση Τέσσα. Από το 1959 έως και το 1968 εργάστηκε στο ελεύθερο θέατρο ως ηθοποιός και θιασάρχης.
Την σεζόν 1965/66 υπήρξε συνθιασάρχης με τους Ανδρέα Φιλιππίδη, Νανά Σκιαδά και Λίλη Παπαγιάννη στο Θέατρο Θυμέλη, στη Θεσσαλονίκη.
Συνέχισε την θεατρική του καριέρα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (1969–1974), ενώ στο Εθνικό Θέατρο επέστρεψε κατά τις περιόδους 1975–1982, 1992–1997 και 2000–2006.
Τέλος, στο ελεύθερο θέατρο εργάστηκε και κατά τις περιόδους 1982–1992 και 1998–2000, ενώ εκτός από ηθοποιός περιστασιακά, ανέπτυξε και τις ιδιότητες του σκηνοθέτη και του μεταφραστή.
Στο σύνολο της καριέρας του συνεργάστηκε με πολλούς και σημαντικούς Έλληνες σκηνοθέτες (Αλέξης Σολομός, Πέλος Κατσέλης, Σπύρος Ευαγγελάτος, Αλέξης Μινωτής, Λεωνίδας Τριβιζάς κ.ά).
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1962 στις ταινίες Δέκα μέρες στο Παρίσι και Ο γαμπρός μου ο δικηγόρος.
Η συμμετοχή του σε κινηματογραφικές ταινίες υπήρξε μακροχρόνια, παίζοντας άλλοτε μεγάλους και άλλοτε μικρότερους ρόλους, σε κωμωδίες και δράματα.
Για την ερμηνεία του στην ταινία 11.43, αντίο κέρδισε στο πρώτο βραβείο ανδρικής ερμηνείας στο Φεστιβάλ του Παναμά, το 1968.
Στην τηλεόραση πρωταγωνίστησε μεταξύ άλλων, στις τηλεοπτικές σειρές Η κραυγή των λύκων (1981), Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη (1985), Μαρία Δημάδη (1987), Αλτάνα της Πάργας (1990) κ.ά., ενώ συμμετείχε σε αρκετές παραστάσεις στο πλαίσιο του Θεάτρου της Δευτέρας.
Μία από τις τελευταίες τηλεοπτικές του εμφανίσεις υπήρξε η συμμετοχή του στην αστυνομική σειρά Ιστορίες του Αστυνόμου Μπέκα (2007).
Από το 1959 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1980 συμμετείχε ως ηθοποιός φωνής, σε πληθώρα ραδιοφωνικών θεατρικών και λογοτεχνικών εκπομπών.
Υπήρξε παντρεμένος με την ηθοποιό Νανά Σκιαδά και έπειτα, με την επίσης, ηθοποιό Λία Μανουσάκη-Πάρλα.
Θείος του ήταν ο τενόρος και ηθοποιός της οπερέτας Τάσος Πάρλας.
Παράλληλη καλλιτεχνική ενασχόλησή του υπήρξε η δημιουργία εικαστικών έργων με βιτρό.
Πέθανε από πνευμονική ανεπάρκεια στις 3 Απριλίου 2012, σε ηλικία 76 χρονών.
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ
Ο Στυλιανός Δερμιτζάκης του Ιωάννη ήταν Έλληνας δικηγόρος.
Γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1913 στον συνοικισμό Δερμιτζιανά του χωριού Γρηγοριανά της Κοινότητας Σαρακίνας της Επαρχίας Σελίνου.
Το 1935 ίδρυσε στα Χανιά δικηγορικό γραφείο με την επωνυμία "Δερμιτζάκης Στυλ & Συνεργ" , το οποίο ανέλαβε ο γιος του Στέλιος το 1988.[2]
Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου των Αθηνών το 1939, όμως βάσει νομοθετικής διατάξεως της εποχής μπορούσε και ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου από το Νοέμβριο 1934 (ως φοιτητής ακόμη) μέχρι και τον Μάιο του 1943 οπότε και ορκίστηκε, επισήμως πλέον, δικηγόρος στο Πρωτοδικείο Χανίων.
Εκεί δικηγορούσε ως το 1946, οπότε και διορίστηκε για πρώτη φορά ως Νομάρχης.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε Γενικός Γραμματέας της αντιστασιακής οργάνωσης ΕΟΚ – Παράρτημα Κρήτης καθώς και εκδότης του αντιστασιακού φυλλαδίου – εφημερίδας "Ελληνική Φωνή".
Κατά το χρονικό διάστημα Απριλίου 1949 – Φεβρουαρίου 1960 ασκούσε τη δικηγορία στο Πρωτοδικείο και Εφετείο Χανίων.
Κατά την ίδια περίοδο υπήρξε πολιτευτής και αρχηγός των συνδυασμών του Νομού Χανίων με το Λαϊκό Κόμμα και κατόπιν με την ΕΡΕ.
Μετά τη συνταξιοδότησή του, το 1970, ως Νομάρχης, επανήλθε στη δικηγορία στις 20 Μαΐου 1970 μετατεθείς στο Πρωτοδικείο και Εφετείο Αθηνών την οποία άσκησε μέχρι το 1989 που συνταξιοδοτήθηκε.
Το 2013 έκλεισε τα 100 του χρόνια.
Πέθανε στις 3 Απριλίου 2015, σε ηλικία 101 ετών.
ΡΕΝΑ ΚΟΥΜΙΩΤΗ
Η Ρένα (Ειρήνη) Κουμιώτη ήταν Ελληνίδα τραγουδίστρια του νέου κύματος.
Γεννήθηκε 3 Μαΐου 1941στη Νέα Ιωνία και μεγάλωσε στην Κοκκινιά.
Οι γονείς της ήταν πρόσφυγες: ο πατέρας της από τη Σμύρνη και η μητέρα της από την Κωνσταντινούπολη.
Η μητέρα της πέθανε σε ηλικία 20 ετών από επιπλοκές του θυρεοειδή, οπότε μεγάλωσε η ίδια και τα δύο αδέρφια της με την γιαγιά της.
Έκανε τον πρώτο της γάμο το 1960, αφότου γνώρισε τον άνδρα της στο εργοστάσιο του Παπαστράτου, όπου δούλευαν μαζί.
To 1968 δούλευε στην «Απανεμιά» όπου ήρθε και ο Μανώλης Μητσιάς, που μόλις είχε κατέβει απ' τη Θεσσαλονίκη.
Εκεί την άκουσε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και της πρότεινε να τραγουδήσει με τον Γιάννη Πουλόπουλο στο δίσκο «ο Δρόμος» που ετοίμαζαν μαζί με τον Μίμη Πλέσσα.
Το πρώτο τραγούδι που είπε ήταν το «Δώσε μου το στόμα σου», το γνωστό «χελιδονάκι» και μετά το «Πρώτη φορά».
Από την «Απανεμιά» βρέθηκε να δουλεύει με τον Πουλόπουλο, τον Στράτο Διονυσίου και τον Λευτέρη Μυτιληναίο στο «Καν-Καν».
Την ίδια χρονιά στο θέατρο «REX» συμμετείχε στον θεατρικό «Δρόμο».
Ακολούθησαν στη δισκογραφία το «Σταμάτησε του ρολογιού οι δείχτες» και το «Άναψε καινούργιο μου φεγγάρι» του Μίμη Πλέσσα, ενώ συμμετείχε στους δίσκους «Ώρες» και «Θαλασσινό τριφύλλι» (με το Μιχάλη Βιολάρη) του Λίνου Κόκοτου, καθώς και στο «Παράθυρο στη θάλασσα» (με το Μιχάλη Βιολάρη) του Γιώργου Κοντογιώργου.
Κατά την ηχογράφηση του τελευταίου στο στούντιο της Columbia στη Ριζούπολη, συναντήθηκε με τον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, ποιήματα του οποίου είχαν μελοποιηθεί για τον δίσκο αυτό.
Το επόμενο καλοκαίρι πάλι με τον Πουλόπουλο τραγούδησε στην «Αθηναία» και μετά στα «Δειλινά» για τρεις σεζόν απ' τον Οκτώβριο του 1970 μέχρι το 1972, με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Σταμάτη Κόκοτα, τον Χρηστάκη και τον Γιώργο Ζαμπέτα.
Το 1972 συνεργάστηκε με το Γιώργο Νταλάρα στο θέατρο Μπουρνέλη.
Μετά τα «Δειλινά» πήγε στη «Φαντασία».
Πάλι με τον Πουλόπουλο στην Πλάκα, μετά ξανά στο «Καν-Καν» με τον Στράτο Διονυσίου και τον Ζαμπέτα.
Το 1974 πήγε για δουλειά στον Καναδά όπου γνώρισε και παντρεύτηκε τον δεύτερο σύζυγό της.
Το 1983 επέστρεψε στην Ελλάδα και εμφανίστηκε πάλι με το Γιάννη Πουλόπουλο, την Τζίνα Σπηλιωτοπούλου και την Αθηναϊκή κομπανία στο «Ζυγό».
Μετά στα «Ηλιοβασιλέματα» με το Ζαμπέτα και τη Μαίρη Λίντα και στ' «Αστέρια» με τον Κόκοτα.
Για δυο συνεχόμενες χρονιές εμφανίστηκε στη μπουάτ «Μαρκίζα».
Τέλος, το 1995 συνεργάστηκε με τον Μίμη Πλέσσα.
Από τότε έκανε μόνο συναυλίες τα καλοκαίρια και επιλεκτικές εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές.
Επηρέασε με την ερμηνεία της πολλές νεότερες σημαντικές τραγουδίστριες όπως, η Γλυκερία, η Χαρούλα Αλεξίου, η Άννα Βίσση, η Λιζέτα Νικολάου και η Κωνσταντίνα.
Από τους δύο γάμους που έκανα, απέκτησε δύο παιδιά και το καλοκαίρι του 2022 έχασε τον πρωτότοκο γιο της, Νίκο Σαββίδη.
Απεβίωσε από επιπλοκές άνοιας στις 3 Απριλίου 2023, έναν μήνα πριν τα 82α γενέθλιά της.
Κηδεύτηκε την επόμενη ημέρα στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.