"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 29 ΜΑΡΤΙΟΥ
ΜΙΧΑΗΛ ΔΕΝΔΙΑΣ
Ο Μιχαήλ Δένδιας ήταν Έλληνας νομικός.
Γεννήθηκε το 1899 στους Παξούς και καταγόταν από αρχοντική οικογένεια του νησιού.
Σπούδασε νομική και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό και έγινε διδάκτωρ του πανεπιστημίου του Παρισιού.
Το 1930 εξελέγη τακτικός καθηγητής του Διοικητικού και Ποινικού δικαίου στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1935 τακτικός καθηγητής στη νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών.
Αποχώρησε από τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα το 1968 με τον τίτλο του ομότιμου καθηγητή. Το ίδιος έτος έθεσε υποψηφιότητα για την Ακαδημία Αθηνών χωρίς επιτυχία, καθώς εξελέγη ο Μιχαήλ Στασινόπουλος.
Διετέλεσε κοσμήτορας της νομικής σχολής Αθηνών, πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και υπουργός βιομηχανίας στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Στυλιανού Μαυρομιχάλη (1963).
Είχε πλούσιο συγγραφικό έργο.
Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 1977 στην Αθήνα, ενώ η κηδεία του έγινε στις 2 Απριλίου.
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Ο Μίλτος Σαχτούρης με καταγωγή από την Ύδρα, γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 1919 στην κλινική Λούρου και ήταν γιος του δικαστικού και νομικού συμβούλου του κράτους, Δημητρίου Σαχτούρη και της Αγγελικής Παπαδήμα.
Όταν ήταν πέντε ετών η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα.
Μετά από πιέσεις του πατέρα του, το 1937 άρχισε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Στο σχολείο ήταν συμμαθητής με τον Επαμεινώνδα Γονατά.
Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Χρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα.
Το 1939 πέθανε ο πατέρας του.
Μερικά χρόνια αργότερα (1944), αν και βρισκόταν στο τέταρτο έτος της Νομικής, έκαψε τα βιβλία που διάβαζε, αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση.
Την βιβλιοθήκη του πατέρα του, με τα νομικού περιεχομένου βιβλία, την πούλησε.
Δεν άσκησε ποτέ του κανένα βιοποριστικό επάγγελμα και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δεν απέκτησε ποτέ οικογένεια.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής έπασχε από φυματίωση με αποτέλεσμα για μεγάλο χρονικό διάστημα να παραμείνει καθηλωμένος στο κρεβάτι.
Την εποχή του Εμφυλίου υπηρέτησε στον στρατό.
Έχοντας κάνει ήδη τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα, ο Μίλτος Σαχτούρης δημοσίευσε για πρώτη φορά ποίηση το 1941 χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης, αλλά αργότερα αποκήρυξε, την ποιητική συλλογή «Η Μουσική των νησιών μου».
Δύο χρόνια μετά, το 1943, επισκέφτηκε το σπίτι του Ανδρέα Κατσώνη όπου εκεί γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία.
Ως ποιητής στον χώρο των γραμμάτων εμφανίστηκε, ύστερα από παρότρυνση του Ελύτη, το 1944 στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα δημοσιεύοντας 6 νέα ποιήματα.
Τον επόμενο χρόνο, με παρότρυνση του Εγγονόπουλου, κυκλοφόρησε με το όνομά του την ποιητική συλλογή Η λησμονημένη.
Για την συλλογή αυτή ο Σαχτούρης ανέφερε πολλά χρόνια αργότερα: «Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε αυτή τη γυναίκα, η οποία επανέρχεται και σε άλλα ποιήματά μου αργότερα μέχρι τα Εκτοπλάσματα». Το 1948 εξέδωσε τις «Παραλογαίς» ενώ στην επόμενη συλλογή του, που είχε τίτλο «Με το πρόσωπο στον τοίχο» πούλησε μόλις πέντε αντίτυπα το 1952 ίσως η πιο κρίσιμη στιγμή στην ποιητική του πορεία.
Πήρε κακές κριτικές για τα πρώτα του ποιήματα από εκπροσώπους της Γενιάς του '30, όπως οι Άλκης Θρύλος, Παύλος Παλαιολόγος, Αιμίλιος Χουρμούζιος, Πέτρος Χάρης κ.ά., οι οποίοι αντιμετώπισαν το έργο του με χλεύη.
Στις αρχές τις δεκαετίας του 1960 οι κριτικοί άρχισαν να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στα ποιήματα του Σαχτούρη.
Πρώτα ο Αλέξανδρος Αργυρίου και στη συνέχεια η Νόρα Αναγνωστάκη, σύζυγος του Μανόλη Αναγνωστάκη, με το άρθρο της «Ο Μίλτος Σαχτούρης και οι δύσκολοι καιροί» στο περιοδικό Κριτική. Με το έργο του αργότερα ασχολήθηκαν οι Δημήτρης Μαρωνίτης, Γιάννης Δάλλας, Χρήστος Μπράβος, Θάνος Κωνσταντινίδης, Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ κ.ά.
Στην διάρκεια της λογοτεχνικής του πορείας τιμήθηκε με τρία κρατικά βραβεία.
Ο Σαχτούρης αν και επηρεάστηκε από τον υπερρεαλισμό (ενσωμάτωσε ευρηματικά πολλά στοιχεία από τον ευρωπαϊκό και τον ελληνικό υπερρεαλισμό) δεν αφομοιώθηκε απ' αυτόν.
Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ξέφυγε από αυτόν αποκτώντας μια καθαρά προσωπική φωνή. Μπορεί όμως με ευκολία να χαρακτηριστεί ποιητής του παραλόγου και του συμβολισμού.
Η γλώσσα των ποιημάτων του είναι ελλειπτική, λιτή, τραγική, σκυθρωπή και σοβαρή.
Επίσης η ποίησή του ως προς τη δομή είναι ενιαία, δηλαδή εμπειρίες οι οποίες συνεχώς αναπαράγονται με μια κυκλική φορά, ενώ διακρίνει κανείς μια έντονη εικονοποιία. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, είναι ένας πρωτοποριακός ποιητής, με αντοχή στο χρόνο.
Τα ποιήματά του είναι εμπνευσμένα από την περίοδο της κατοχής και της μεταπολεμικής εποχής και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες όπως Αγγλικά, Γερμανικά, Γαλλικά, Ρωσικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Ισπανικά, Πολωνέζικα. Ποιήματα του διδάσκονται σε σχολεία και πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Έτεινε προς τον αριστερό χώρο, χωρίς όμως να είναι απόλυτα αριστερός, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του.
Δεν παντρεύτηκε, διατηρούσε όμως δεσμό από το 1960 μέχρι τον θάνατό του με την σύντροφό του και ζωγράφο Γιάννα Περσάκη που συχνά έκανε την εικαστική επιμέλεια στα ποιήματά του.
Της είχε αφιερώσει τις συλλογές "Το σκεύος" (1971) και "Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια" (1998).
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε σε ένα μικρό διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης στην Κυψέλη γράφοντας ελάχιστα.
Ο Σαχτούρης για να επιβιώσει είχε αναγκαστεί να πουλήσει το οικογενειακό του κτήμα στην Αργολίδα, έκτασης 230 στρεμμάτων, το οποίο είχε δοθεί στην οικογένεια Σαχτούρη από τον Καποδίστρια, καθώς και το πατρικό του στην Κυψέλη, στην οδό Καλύμνου. Το Υπουργείο Πολιτισμού του είχε χορηγήσει τιμητική σύνταξη.
Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 στην Αθήνα και τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών δημοσία δαπάνη, αφήνοντας πίσω την σύντροφο του Γιάννα Περσάκη, την κόρη της και τις εγγονές της.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΣΙΛΙΑΝΟΣ
Ο Γιώργος Σισιλιάνος ήταν Έλληνας συνθέτης.
Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1920 στην Αθήνα, σε μία μεγαλοαστική οικογένεια με μουσική παιδεία.
Κάνει τα πρώτα μαθήματα πιάνου σε ηλικία 7-8 ετών με την Ειρήνη Σακελλαρίου. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών το 1939 για να την εγκαταλείψει το 1941, προκειμένου να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη μουσική.
Σπούδασε θεωρητικά το 1941-42 με τον Κώστα Σφακιανάκη, ανώτερα θεωρητικά με τον Μάριο Βάρβογλη στο Ελληνικό Ωδείο και στη συνέχεια με τον Γεώργιο Σκλάβο στο Ωδείο Αθηνών απ' όπου πήρε πτυχίο ωδικής, αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας.
Σημειώνεται ότι αυτοί οι τρεις δάσκαλοί του ήταν από τους πρωτεργάτες της Εθνικής Σχολής.
Το 1951-53 σπουδάζει σύνθεση με τον διαπρεπή Ιταλό συνθέτη Ιλντεμπράντο Πιτσέτι στην Ακαδημία της Σάντα Τσετσίλια στη Ρώμη, ενώ παράλληλα έρχεται σε επαφή με τη μουσική του Μπέλα Μπάρτοκ και της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης. Συνέχισε στο Ωδείο του Παρισιού με τον Τονύ Ωμπέν το 1953-54 και πήγε στην Αμερική με υποτροφία Φούλμπραϊτ στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, στο θερινό Φεστιβάλ του Τάνγκλγουντ και στη σχολή Τζούλιαρντ της Νέας Υόρκης, όπου και παρακολούθησε τους Γουόλτερ Πίστον, Μπόρις Μπλάχερ, Πήτερ Μένιν και Βίνσεντ Περσικέτι.
Ο Σισιλιάνος συνδέθηκε στην Αμερική με τον Δημήτρη Μητρόπουλο, ο οποίος παρουσίασε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση την Συμφωνία του αρ. 1, έργο 14[5].
Το τελευταίο του έργο, «Επτά μυστικά τραγούδια για βαθύφωνο και ορχήστρα, έργο 62», παρουσιάστηκε σε πρώτη παγκόσμια στις 11 Μαρτίου 2005 στο Μέγαρο Μουσικής από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.
Υπήρξε διευθυντής μουσικών εκπομπών, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ε.Ρ.Τ., Γενικός Γραμματέας του Ανώτατου Μουσικού Συμβουλίου του Υπουργείου Παιδείας, ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος του Ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Σύγχρονης Μουσικής, μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής και του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών και μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Αθηνών.
Ανακηρύχθηκε Ιππότης Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής και της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Το 1991 τιμήθηκε με το βραβείο Gottfried von Herder. το 1994 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών και το 2001 με το βραβείο Μαρία Κάλλας από το Γ' Πρόγραμμα της Ραδιοφωνίας.
Το 1999 ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Μουσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Πέθανε στις 29 Μαρτίου 2005.
Το σύνολο του έργου του Γιώργου Σισιλιάνου μπορεί να βρεθεί σε μορφή μικροφίλμ στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ήταν Έλληνας θεατρικός συγγραφέας, στιχουργός, σεναριογράφος, δημοσιογράφος και ακαδημαϊκός.
Γεννήθηκε στη Νάξο στις 2 Δεκεμβρίου 1921.
Ήταν το έκτο από τα εννέα παιδιά του Στέφανου Καμπανέλλη, εμπειρικού φαρμακοποιού, και της Αικατερίνης Λάσκαρη.
Στη Νάξο, στις δύο πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, είχε συμμαθητή τον Μανώλη Γλέζο.
Το 1935 η οικογένειά του μετέβη για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα.
Εργαζόταν το πρωί και το βράδυ σπούδαζε τεχνικό σχέδιο στη Σιβιτανίδειο.
Το φθινόπωρο του 1942 συνελήφθη από τους Γερμανούς και οδηγήθηκε και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν μέχρι τον Μάιο του 1945, οπότε και απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, μαγεύτηκε από τις παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, τον χειμώνα του 1945-46.
Προσπάθησε να γίνει ηθοποιός, ελλείψει όμως γυμνασιακού απολυτηρίου δεν έγινε αποδεκτός από το Εθνικό Θέατρο.
Έτσι αφοσιώθηκε στο γράψιμο.
Τον Καμπανέλλη ανακάλυψε ο Αδαμάντιος Λεμός. Το πρώτο θεατρικό έργο του ήταν «Ο χορός πάνω στα στάχυα», που παρουσιάστηκε τη θερινή θεατρική περίοδο του 1950 από τον θίασο Λεμού στο Θέατρο «Διονύσια» της Καλλιθέας.
Τον Οκτώβριο του 1981 τοποθετήθηκε στη θέση του διευθυντή ραδιοφωνίας της ΕΡΤ.
Έγινε ακαδημαϊκός το 1999, στη νέα έδρα του Θεάτρου της Ακαδημίας Αθηνών. Το 2000 του απονεμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το παράσημο του Ανώτερου Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα.
Ήταν αδελφός του ηθοποιού Γιώργου Καμπανέλλη (ζεν πρεμιέ του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του '60).
Μαζί με τον αδελφό του σκηνοθέτησε την ταινία "Το κανόνι και τ' αηδόνι" το 1968.
Πέθανε στις 29 Μαρτίου 2011, λόγω νεφροπάθειας, λίγες μέρες μετά τον θάνατο της γυναίκας του Νίκης.