" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ0ΞΙΑΔΗΣ
Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης ήταν πρωτοπόρος Έλληνας Πολεοδόμος και Αρχιτέκτων μεγάλων έργων, Διδάκτωρ Μηχανικός από το Πολυτεχνείο του Βερολίνου, με αντιστασιακή δράση επί Κατοχής.
Γεννήθηκε στις 14 Μαΐου 1913 στη Στενήμαχο του Βασιλείου της Βουλγαρίας.
Ήταν γιος του Απόστολου Δοξιάδη (παιδιάτρου και Υπουργού Περιθάλψεως, Υγιεινής και Πρόνοιας) και της Ευανθίας Μεζεβίρη.
Ο Κ.Α. Δοξιάδης αποφοίτησε από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου το 1935 κι ένα χρόνο αργότερα ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Μηχανικός από το Πολυτεχνείο του Βερολίνου.
Το 1937 διορίστηκε μηχανικός της Πολεοδομικής Υπηρεσίας της Διοικήσεως Πρωτευούσης και κατά τη διάρκεια του πολέμου διετέλεσε Προϊστάμενος της Πολεοδομικής Υπηρεσίας και Προϊστάμενος του Γραφείου Χωροταξικών και Πολεοδομικών Ερευνών και Μελετών (ΓΧΠΜΕ).
Στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε αρχηγός της αντιστασιακής ομάδας Ήφαιστος και εξέδιδε ένα περιοδικό, τη μοναδική έκδοση τεχνικού περιεχομένου σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη, με τίτλο «Χωροταξία – Πολεοδομία –Αρχιτεκτονική».
Μετά την απελευθέρωση, το 1945, αποστρατεύτηκε με το βαθμό του Λοχαγού και πήρε μέρος στο Συνέδριο για την Ειρήνη στον Άγιο Φραγκίσκο των ΗΠΑ ως μέλος της Ελληνικής αντιπροσωπείας.
Το 1945 διετέλεσε μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στην Αγγλία, Γαλλία και τις ΗΠΑ σε θέματα σχετικά με την ανοικοδόμηση.
Εν τω μεταξύ ο Δοξιάδης υπήρξε ένα από τα βασικά πρόσωπα της ανασυγκρότησης. Μέσα από διαφορετικές θέσεις, πρώτα ως Υφυπουργός Ανοικοδόμησης, Γενικός Διευθυντής Ανοικοδομήσεως) και στη συνέχεια ως Συντονιστής Ανασυγκρότησης και υπηρεσιακός Υφυπουργός του Υπουργείου Συντονισμού προσπάθησε να επαναφέρει τη χώρα στην φυσιολογική ειρηνική προπολεμική της κατάσταση.
Στα χρόνια αυτά διατέλεσε επικεφαλής της Αρχηγός της Ελληνικής αντιπροσωπείας στη Διεθνή Διάσκεψη Οικισμού, Πολεοδομίας και Ανοικοδομήσεως του ΟΗΕ (1947) και με την ιδιότητα του Συντονιστή Ανασυγκρότησης ηγήθηκε της Ελληνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις για τις Ιταλικές πολεμικές επανορθώσεις.
Ο Κωνσταντίνος Α. Δοξιάδης, μετείχε σε ένα ιστορικό λεύκωμα, την τετράγλωσση έκδοση ¨Αι Θυσίαι της Ελλάδος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο¨, στην οποία καταγράφηκαν με τη βοήθεια διαγραμμάτων και φωτογραφικού υλικού, οι επιπτώσεις του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου και της Κατοχής στην Ελλάδα, στον πληθυσμό της, στις υποδομές, στις πλουτοπαραγωγικές πηγές κ.α.
Το καλλιτεχνικό, σχεδιαστικό και γραφιστικό επίτευγμα του λευκώματος αυτού πιστώνεται στη φωτισμένη προσωπικότητα του Δοξιάδη.
Το 1951 ίδρυσε το Τεχνικό Γραφείο Δοξιάδη (Doxiadis Associates), μια ιδιωτική εταιρεία συμβούλων μηχανικών, με μια μικρή ομάδα Αρχιτεκτόνων και Πολεοδόμων με πολλούς από τους οποίους είχε εργαστεί μαζί κατά την περίοδο της Ανοικοδόμησης.
Η εταιρεία μεγάλωσε πολύ γρήγορα με αποτέλεσμα να έχει γραφεία στις 5 ηπείρους, και προγράμματα σε 40 χώρες.
Απέκτησε τη νομική ταυτότητα DA International Co., Ltd., Consultants on Development and Ekistics, Σύμβουλοι σε Θέματα Ανάπτυξης και Οικιστικής, το 1963. Ένα από τα πιο γνωστά πολεοδομικά του έργα είναι η πρωτεύουσα του Πακιστάν, Ισλαμαμπάντ.
Το 1950 ο Δοξιάδης ίδρυσε τον Αθηναϊκό Τεχνολογικό Όμιλο (ΑΤΟ) και το 1963 το Αθηναϊκό Κέντρο Οικιστικής (ΑCE).
Παράλληλα, ο Δοξιάδης δίδασκε Οικιστική στον ΑΤΟ και έκανε διαλέξεις σε πολλά πανεπιστήμια της Αμερικής καθώς και στην Οξφόρδη και το Δουβλίνο.
Το 1963 και 1964 υπήρξε αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην 1η συνεδρίαση της Επιτροπής Κατοικίας και Προγραμματισμού του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη.
Το 1963 ορίστηκε πρόεδρος της Συνεδρίας για τα Αστικά προβλήματα στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για την Εφαρμογή της Επιστήμης και Τεχνολογίας, προς όφελος των λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών του κόσμου, η οποία έλαβε χώρα στη Γενεύη.
Την περίοδο 1962-1971 το Γραφείο Δοξιάδη κατασκεύασε στη Θεσσαλονίκη το Ξενοδοχείο "Μακεδονία Παλάς".
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κωνσταντίνος. Α. Δοξιάδης αρχίζει να έχει σοβαρά προβλήματα με την υγεία του, κι αρχίζει το ιστορικό μιας μακροχρόνιας πολύ σπάνιας αρρώστιας της πλαγίας αμυοτροφικής σκλήρυνσης που τον οδηγεί μέσα σε τρία χρόνια σε ολική παράλυση και τελικά στον θάνατο.
Ο Δοξιάδης αντιμετώπισε την ασθένειά του με φοβερό θάρρος και αξιοπρέπεια γράφοντας μέχρι και την τελευταία στιγμή και κρατώντας σημειώσεις για την ασθένειά του με σκοπό να βοηθήσει μελλοντικούς ερευνητές.
Πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 1975, στις 11 π.μ.
ΤΑΚΗΣ ΖΕΝΕΤΟΣ
Ο Τάκης Ζενέτος ήταν Έλληνας αρχιτέκτονας.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926 και ήταν γόνος εύπορης οικογένειας κοσμηματοπωλών.
Ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής γενιάς.
Κατόπιν παρότρυνσης οικογενειακού φίλου προσανατολίστηκε στις αρχιτεκτονικές σπουδές στη Γαλλία. Με αυτήν την προοπτική μαθήτευσε στη σχολή αρχιτεκτονικού σχεδίου («Σχολή Αρχιτεκτονικών Μελετών») η οποία απευθυνόταν σε σπουδαστές του Ε.Μ.Π. το οποίο, όπως όλες οι σχολές, υπολειτουργούσε την περίοδο της Κατοχής.
Το 1945 έφυγε απ’ την Ελλάδα με υποτροφία για να σπουδάσει αρχιτεκτονική στο Παρίσι, στην Ecole des Beaux Arts στο εργαστήριο του Οτέλο Ζαβαρόνι.
Το 1952 τελειώνει τον κύκλο σπουδών του στη σχολή και το 1953 παρουσιάζει τη διπλωματική του εργασία με θέμα «Μικρόπολις – Αυτόνομη οικιστική μονάδα».
Επέστρεψε στην Ελλάδα οριστικά το 1955 και άνοιξε σε συνεργασία με τον Μαργαρίτη Αποστολίδη γραφείο μελετών στην οδό Ακαδημίας 61.
Τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του δραστηριότητας είναι ιδιαίτερα γόνιμα. Τα πρώτα έργα μαζί με τον Μαργαρίτη Αποστολίδη είναι τα εργοστάσια Φιξ και APCO, το μονόσπιτο στο Καβούρι και η πολυκατοικία στην Λ. Αμαλίας 34 και Δαιδάλου.
Ακολούθησαν οι μονοκατοικίες στη Γλυφάδα, Ψυχικό και η πολυκατοικία στην οδό Ηρώδου Αττικού.
Ωστόσο, μέχρι το 1962 παραμένει ουσιαστικά άγνωστος.
Το έργο του δημοσιεύτηκε με τη βοήθεια του Ορέστη Δουμάνη, υπεύθυνου αρχιτεκτονικών θεμάτων στον Ζυγό ,αργότερα διευθυντή σύνταξης της Αρχιτεκτονικής, ιδρυτή των Αρχιτεκτονικών Θεμάτων καθώς και υπεύθυνου συντάκτη για το ελληνικό τμήμα του World Architecture.
Επίσης έργα του δημοσιεύτηκαν σε πολλά ευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά περιοδικά.
Ο Ζενέτος ολοκλήρωσε συνολικά 120 έργα, ανάμεσα στα οποία είναι το χωροταξικό σχέδιο του Λεκανοπεδίου Αττικής, πολλά βιομηχανικά κτήρια καθώς και σημαντικές πολυκατοικίες και μονοκατοικίες.
Ταλαντούχος «συνθέτης», με άρτια επιστημονική κατάρτιση και ευρύτατες τεχνολογικές γνώσεις, αντιμετώπισε με την ίδια ευσυνειδησία, σοβαρότητα και συνέπεια όλα τα έργα που μελέτησε, έργα που χαρακτηρίζονται από τη λειτουργικότητα της οργάνωσης, την καθαρότητα της μορφής, τη σαφήνεια της κατασκευής, την ευελιξία και τη δυνατότητα συμμετοχής του χρήστη στη διαμόρφωση του περιβάλλοντός του, τη χρήση προηγμένης τεχνολογίας και την ανάδειξη των λεπτομερειών, τον σεβασμό τού τοπίου ή τη δραστική επέμβαση στο περιβάλλον, ανάλογα με την περίπτωση.
Δίνει έμφαση στη λειτουργία των κτηρίων αλλά και στην κατάργηση των συμβατικών όγκων.
Δέχεται να ασχοληθεί με τις μορφολογικές επιπτώσεις της σύλληψής του, αφού πρώτα εξασφαλίσει τις απαραίτητες τεχνικές προϋποθέσεις.
Τα μικρά έργα του, τα περισσότερα βίλες στην Αττική έχουν και τον πιό έντονα προσωπικό χαρακτήρα του.
Το έργο τού Τάκη Ζενέτου εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από ένα μικρό κύκλο νέων αρχιτεκτόνων, πολλούς από τούς όποιους επηρέασε σημαντικά.
Σε μία εποχή στην οποία κυριαρχούσε η μαζική, πρόχειρη δόμηση, ο Ζενέτος υποστήριζε ότι η ανθρώπινη κατοικία πρέπει να είναι το υψηλότερο και πλέον πολυτελές προϊόν του σύγχρονου πολιτισμού.
Θεωρούσε απαραίτητη την κατάργηση του κύβου κουτιού της μοντέρνας κατοικίας και την ενσωμάτωσή της στο περιβάλλον.
Την περίοδο εκείνη η Αθήνα ζούσε την εποχή της αλόγιστης καταστροφής των παλαιότερων κτηρίων και την ανέγερση κακότεχνων πολυκατοικιών που στέγασαν τους εσωτερικούς μετανάστες.
Ο Ζενέτος όμως είχε ήδη οραματιστεί την εξέλιξη της πόλης, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη τη Δύση.
Είχε προβλέψει τις τεχνολογικές εξελίξεις που θα επηρέαζαν τη ζωή και τις δραστηριότητες του ανθρώπου και τα επόμενα χρόνια θα προσπαθούσε να διατυπώσει τη δική του άποψη για την ιδανική μορφή της και να χτίσει κτήρια που θα την υπηρετούσαν.
Η πεμπτουσία της πολεοδομικής και χωροταξικής φιλοσοφίας του Τάκη Ζενέτου περιέχεται στην έρευνά του, όπως διατυπώθηκε στην πρότασή του για την Ηλεκτρονική Πολεοδομία (1962), δηλαδή στην ένταξη των πιο πρόσφατων κατακτήσεων της ηλεκτρονικής επιστήμης και τεχνολογίας στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου.
Τα κείμενά του ήταν πάντα γεμάτα με τεχνικά δεδομένα, διασταυρώσεις και πιστοποιήσεις για την δυνατότητα υλοποίησης, κείμενα που υπερασπίζονταν τη συμβατότητα των ιδεών του με τα προβλήματα του παρόντος κόσμου αλλά και ενός κόσμου που ο Ζενέτος οραματιζόταν.
Εκεί που ίσως εκφράστηκε απελευθερωμένος από προστριβές με υπηρεσίες και πελάτες ήταν τα τέσσερα ρυθμιστικά που ανέλαβε το 1966.
Η πίστη του σε μια ζωή εν εξελίξει που διαρκώς προσβλέπει στο μέλλον τον αποξένωσε από την παρούσα ζωή.
Ο Τάκης Ζενέτος αυτοκτόνησε το 1977 πηδώντας από το παράθυρο του γραφείου του στο Κολωνάκι.
ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας υπήρξε διακεκριμένος Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.
Γεννήθηκε στην οδό Πλουτάρχου 13 στο Κολωνάκι στις 13 Μαρτίου 1913, σε οικογένεια με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και ρίζες από τη Σινώπη του Πόντου.
Το 1930 κατατάχθηκε, μετά από επιμονή της οικογένειάς του και χωρίς τη δική του θέληση, στη Σχολή Υπαξιωματικών Ναυτικού στην Κέρκυρα, από όπου τελικά δραπέτευσε κολυμπώντας.
Γλίτωσε το Ναυτοδικείο μετά από ενέργειες της οικογένειάς του.
Το 1934 τον έστειλαν -σχεδόν με το ζόρι- στο Παρίσι προκειμένου να σπουδάσει χρυσοχόος, με σκοπό να αναλάβει στη συνέχεια το οικογενειακό χρυσοχοείο στο κέντρο της Αθήνας.
Εγκατέλειψε σταδιακά τις σπουδές του κι έκανε διάφορες δουλειές, ώσπου τον ανακάλυψε ο Γάλλος σκηνοθέτης Λουί Ζουβέ να παίζει ως κομπάρσος σε θεατρική παράσταση, τον πήρε στη Δραματική Σχολή του, που λειτουργούσε στο παρισινό θέατρο "Ατενέ" (Théâtre de l'Athénée), την οποία ο Κωνσταντάρας τελείωσε αριστούχος και ο Ζουβέ τον προώθησε.
Το καλοκαίρι του 1938 ο Κωνσταντάρας επέστρεψε στην Ελλάδα, ξεκινώντας πλέον καριέρα ηθοποιού.
Έπαιξε στο ελληνικό θέατρο για 40 χρόνια, μετέχοντας σε 191 καταγεγραμμένες παραστάσεις διαφόρων έργων, ξένων και ελληνικών.
Για τη θεατρική του παρουσία χαρακτηρίστηκε ως ένας «υπέροχος ηθοποιός ρυθμού... (που) είχε σπάνια αίσθηση του θεατρικού χρόνου.... (με) τέλεια κατοχή των εκφραστικών μέσων».
Γνωστός στο ευρύ κοινό έγινε κυρίως μέσα από τους ρόλους του στον κινηματογράφο και παραμένει ιδιαίτερα αγαπητός και δημοφιλής και στις νέες γενιές, δεδομένου ότι οι μεγάλες του επιτυχίες εξακολουθούν να παίζονται ασταμάτητα από τα τηλεοπτικά κανάλια.
Διακρίθηκε στο ρόλο του ώριμου, πλούσιου και γυναικά.
Έπαιξε σύνολο σε 78 ελληνικές ταινίες, σε τέσσερις που γυρίστηκαν στη Γαλλία τη δεκαετία του 1930 και σε μία ελληνική ταινία που γυρίστηκε στην Αίγυπτο το 1950, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία γι' αυτήν.
Τελευταία του ταινία ήταν Ο Λαμπρούκος μπαλαντέρ το 1981, σε σενάριο του γιου του Δημήτρη και του δημοσιογράφου Πάνου Τσίρου.
Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο το 1945 την επίσης ηθοποιό Γιούλη Γεωργοπούλου, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον δημοσιογράφο, συγγραφέα και πρώην βουλευτή Δημήτρη Κωνσταντάρα, ο οποίος του χάρισε δυο εγγόνια: την Παυλίνα (1974) και τον Λάμπρο (1979).
Χώρισαν πολύ νωρίς το 1949 αλλά διαζύγιο πήραν μόλις το 1970.
Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1971 τη Φιλιώ Κεκάτου.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας πλέον αποσυρθεί από την ενεργό δράση λόγω υγείας, τα πέρασε στη Βάρκιζα.
Στις 28 Ιουνίου 1985 ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 72 ετών.
Ο θάνατός του έγινε πρώτο θέμα στις εφημερίδες και τις ειδήσεις και συγκλόνισε το πανελλήνιο.
Κηδεύτηκε παρουσία πλήθους κόσμου την επόμενη μέρα στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.
ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΜΑΤΣΑΣ
Ο Νέστορας Μάτσας ήταν Έλληνας συγγραφέας και ένας από τους πρώτους αξιόλογους σκηνοθέτες ελληνικών μορφωτικών ταινιών.
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935.
Ακολούθησε ελεύθερες σπουδές για το θέατρο και τον κινηματογράφο στο Παρίσι και μάλιστα με υποτροφία της Γαλλικής Κυβέρνησης.
Είναι αδερφός του Αρτέμη Μάτσα, η ομοιότητά τους δε είναι εκπληκτική.
Από πολύ νωρίς (1951) έκανε την εμφάνισή του στο χώρο των γραμμάτων με νουβέλες και διηγήματα στο περιοδικό Νέα Εστία.
Η πρώτη συλλογή διηγημάτων του αποτέλεσε και το πρώτο του βιβλίο με τον τίτλο "Άνθρωποι των Χαμένων Παραδείσων" που κυκλοφόρησε το 1954.
Ακολούθησαν έκτοτε πολλά βιβλία όπως βιογραφίες, διηγήματα, μυθιστορήματα αλλά και παιδική λογοτεχνία.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν το "Κλειστοί ουρανοί", "Ο Μεσσίας", "Το παραμύθι του Θεόφιλου" (με το οποίο και κατέκτησε το Α' κρατικό βραβείο μυθιστορηματικής βιογραφίας), "Χωρίς Αγάπη" (με το οποίο έλαβε διεθνή έπαινο βραβείου Άντερσεν), "Στέγη από ουρανό: Σαρακατσάνικο οδοιπορικό", "Το περιβόλι με τα χαμένα παραμύθια" (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), "Το δισάκι του ασκητή" κ.ά.
Παράλληλα ο Νέστορας Μάτσας ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο και ιδιαίτερα με τη διάσωση του λαογραφικού υλικού της Ελλάδος έχοντας στο ενεργητικό του άνω των 70 ντοκιμανταίρ, ελληνικού εθνογραφικού περιεχομένου, μεταξύ των οποίων και τρεις μεγάλου μήκους ταινίες "Οι ρίζες του τόπου μας" με το οποίο και τιμήθηκε με Χρυσό Μετάλλιο, καθώς και Βραβείο Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, "Το Α και το Ω: Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός" και "Αλέξανδρος ο Μέγας".
Επίσης θεωρείται ο πρώτος που εισήγαγε λαογραφικές εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση.
Σκηνοθέτησε την κινηματογραφική ταινία "Η Ελληνίδα και ο έρωτας" (1962).
Τιμήθηκε με πολλά τόσο λογοτεχνικά βραβεία ελληνικά και ξένα όσο και κινηματογραφικά από τα οποία και ξεχωρίζουν το μεγάλο βραβείο με ασημένιο κύπελλο του Ιταλικού υπουργείου παιδείας για το εξαίρετο ντοκιμαντέρ: "Ο Οδυσσέας ζει πάντα - Ελληνικές θάλασσες", επίσης το Μεγάλο Βραβείο με χρυσό Μετάλλιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Τουριστικών Ταινιών Μασσαλίας για το ντοκιμαντέρ "Η γιορτή δεν τελειώνει ποτέ", καθώς και τιμητικό δίπλωμα του Φεστιβάλ Καννών 1970 για τη ταινία (μικρού μήκους) "Η άλλη σιωπή".
Τέλος τιμητικό επίσης δίπλωμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Ρώμης για τα δύο ντοκιμαντέρ "Το παραμύθι του Θεόφιλου" και "Το τάμα" 1971.
Πέθανε στις 28 Ιουνίου 2012.
Η προσφορά του Νέστορα Μάτσα στην ελληνική Λαογραφία υπήρξε αναμφισβήτητα μεγάλη και ίσως η μεγαλύτερη στο καλλιτεχνικό αυτό είδος του ντοκιμαντέρ.