My Bonjour

Friday, 27 March 2026

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Ο Ανδρέας Αναγνωστάκης ήταν Έλληνας ιατρός, καθηγητής πανεπιστημίου.

Γεννήθηκε  στις 11 Αυγούστου 1826  στα Αντικύθηρα, αλλά η οικογένειά του καταγόταν από τα Σφακιά της Κρήτης.

Σπούδασε ιατρική πρώτα στην Αθήνα και κατόπιν στη Βιέννη, στο Βερολίνο και στο Παρίσι.
Εξειδικεύτηκε στον οφθαλμιατρικό τομέα με διατριβές στο Παρίσι και Λονδίνο. Εκεί επινόησε οφθαλμοσκόπιο, το οποίο ήταν και το πιο απλό και εύχρηστο της εποχής του, βελτιώνοντας σημαντικά το αρχικό οφθαλμοσκόπιο του Χέρμαν φον Χέλμχολτζ, και με αυτή την εφεύρεση, μια από τις σημαντικότερες ιατρικές εφευρέσεις της εποχής του, συντέλεσε στην διάδοση της διαγνωστικής μεθόδου.

Επέστρεψε στην Αθήνα το 1854 και διορίστηκε διευθυντής του Οφθαλμιατρείου (σε ηλικία 28 ετών) και καθηγητής της οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (από το 1856 ως τον θάνατό του, δηλαδή επί 41 χρόνια), όπου διετέλεσε δύο φορές (1868 και 1873) κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής και μία φορά πρύτανης, το 1877.

Ο Ανδρέας Αναγνωστάκης υπήρξε πρόεδρος του Α΄ και του Β΄ Πανελλήνιου Ιατρικού Συνεδρίου (1882 και 1885), διευθυντής της «Ιατρικής Εφημερίδος» και συντάκτης του περιοδικού «Ασκληπιός».
Πέθανε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 1897.

Το όνομα του φέρει η εγχειρητική μέθοδος θεραπείας του εντροπίου: είναι γνωστή ως «Εγχείρηση Αναγνωστάκη».
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΥΡΑΣ

Ο Δημοσθένης Βουτυράς  ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες διηγηματογράφους και πεζογράφους της ελληνικής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου.
Στα έργα του περιγράφει κυρίως τις περιπέτειες των φτωχών ανθρώπων, των περιθωριακών και των απόκληρων, που άλλωστε τον γοήτευαν.
Αρκετοί κριτικοί τον έχουν χαρακτηρίσει ως «ο Μαξίμ Γκόρκι της Ελλάδας».

Ο Δημοσθένης Βουτυράς γεννήθηκε το 1872 στην Κωνσταντινούπολη αλλά η καταγωγή του ήταν από την Κέα, όπου και πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια.

Αργότερα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον πρώτα στο Μεσολόγγι και στην συνέχεια στον Πειραιά, όπου ο πατέρας του διορίστηκε συμβολαιογράφος. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό και ξεκίνησε το Γυμνάσιο, το οποίο όμως διέκοψε.
Αν και ήταν καλλίφωνος, δεν καλλιέργησε το ταλέντο του λόγω του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του.

Μετά τις κρίσεις επιληψίας που παρουσίασε, οι γονείς του ήταν ιδιαίτερα υπερπροστατευτικοί μαζί του.
Το 1905, ο πατέρας του, που στο μεταξύ είχε αλλάξει επάγγελμα (είχε ανοίξει χυτήριο), αφού καταστράφηκε οικονομικά, αυτοκτόνησε.
Η αυτοκτονία του πατέρα του προκάλεσε βαθιά θλίψη στο Δημοσθένη Βουτυρά και μελαγχολία.
Αν και προσπάθησε αρχικά να συνεχίσει την επιχείρηση, την οδήγησε τελικά στην ολοκληρωτική πτώχευση και έτσι για να ζήσει αναγκάστηκε να πουλάει διηγήματά του σε εφημερίδες και περιοδικά.

Μετά τον Πόλεμο, διεκόπη η τιμητική σύνταξή που λάμβανε και η Ακαδημία Αθηνών, μετά από δύο συνεχείς εκλογές, αρνήθηκε να τον εκλέξει μέλος της, λόγω της υποστήριξης που προσέφερε στην Αριστερά στη διάρκεια της Κατοχής. Πάντως, και ενώ ο Βουτυράς συμπαθούσε τον Κομμουνισμό και τον Σοσιαλισμό, παρέμεινε ανένταχτος.

Στη διάρκεια της κατοχής, ο Βουτυράς κράτησε ημερολόγιο, μέρος του οποίου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή.

Απέκτησε δύο κόρες από τον γάμο του, το 1903, οι οποίες έγιναν αργότερα η μια υψίφωνος της Λυρικής και καθηγήτρια φωνητικής (Ναυσικά Βουτυρά) και η άλλη ζωγράφος.

Απεβίωσε στις 27 Μαρτίου 1958.
 

ΦΩΤΗΣ ΧΟΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ

Ο Φώτης Χονδρουλάκης γνωστός με το ψευδώνυμό του Φώτης Αγγουλές, ήταν Έλληνας Μικρασιάτης ποιητής, δημοσιογράφος, μέλος του ΕΑΜ στα κινήματα της Μέσης Ανατολής και μέλος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Γεννήθηκε το 1911 στον Τσεσμέ της Μικράς Ασίας.

Ο Φώτης Αγγουλές εγκατέλειψε το σχολείο στη Β΄ δημοτικού, για να βοηθήσει σε στεριά και θάλασσα τον πατέρα του Σιδερή Χονδρουλάκη.
«Αγγουλές» (= παλληκάρι) ήταν το παρατσούκλι με το οποίο ο Φώτης αντικατέστησε το επίθετό του.
Η οικογένειά του υπήρξε εύπορη, όμως κατά τον διωγμό των χριστιανών από τη Σμύρνη, παράτησε όλο της το βιος και με ένα καΐκι μαζί με τρεις αδερφές του, τις Ευαγγελία, Αγγέλα και Κυριακούλα, πέρασαν απέναντι στην Χίο.
Η Χίος έγινε η δεύτερή του πατρίδα.

Στην ηλικία των 14-15 χρόνων εντυπωσιάστηκε όταν διάβασε μερικά ποιήματα σε κάποια εφημερίδα στο ψαρομανάβικο του πατέρα του (από αυτές που τύλιγαν τα ψάρια).
Ήταν η εποχή που ξεκίνησε να γράφει στίχους και να διαβάζει, προσπαθώντας να καλύψει τα μαθησιακά κενά του.
Λίγο αργότερα (1928) άφησε την εργασία του πατέρα του και πήγε μαθητευόμενος τυπογράφος στην τοπική εφημερίδα της Χίου Ελευθερία.
Η επανασύνδεσή του αυτή, αρχικά με τον γραπτό λόγο, τη στοιχειοθεσία, με τον μαγικό κόσμο των λέξεων και των σκέψεων, αλλά και η επαφή του με τους αρθρογράφους και πνευματικούς της εποχής, τον έχρισαν ποιητή, δημοσιογράφο και εκδότη.

Κατά τη διάρκεια των πολεμικών και πολιτικών αναταραχών της Ελλάδας, ο ανήσυχος Αγγουλές ξεκινά να δημοσιεύει τα δικά του ποιήματα.
Μάλιστα, το 1936, μέσα από την εφημερίδα Αλήθεια, ένα σατιρικό ποίημά του κατά του Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι, τον έστειλε - από την ντόπια εξουσία - στα δικαστήρια.
Εκεί μπορεί να αθωώθηκε, όμως πλέον στιγματίζεται ως «αριστερός» και «επικίνδυνος», στίγμα που τον ακολουθεί έως και τον θάνατό του.

Διάβαζε ακατάπαυστα, αξιοποιώντας τον πλούτο της κεντρικής βιβλιοθήκης «Κοραής», στη Χίο.
Δεν δίστασε μάλιστα να παρακαλέσει τον διευθυντή της να του επιτρέψει να διανυκτερεύει εκεί, προκειμένου να κερδηθεί ο χρόνος της μάθησης που είχε στερηθεί από την αποχώρησή του στο σχολείο.

 

Στα δεκαοκτώ του μόλις χρόνια, εξέδωσε την «Καμπάνα», την πρώτη του σατιρική εφημερίδα.
Τρία χρόνια μετά συνέχισε με την εβδομαδιαία εφημερίδα «Μιχαλού», μέσα από την οποία δημοσίευσε ένα καυστικό σχόλιο που αφορούσε δύο περιώνυμους καθηγητές του Γυμνασίου Αρρένων Χίου και αυτή υπήρξε η αιτία που ο Αγγουλές γνώρισε τη φυλακή για πρώτη φορά.
Έίχε δώσει σαφές στίγμα της κατοπινής ποιητικής φυσιογνωμίας του και του αγωνιστικού του πνεύματος, από πολύ νωρίς, από την προπολεμική δεκαετία.
Η Καρυωτακική μελαγχολία, υπήρξε μια από τις σημαντικές επιρροές του, από τα πρώτα του εντατικά διαβάσματα.
Αδελφωνόταν με τη λαϊκή του προέλευση, βάσει της οποίας (ιδιαίτερα πρώιμα) οδηγήθηκε στο ποίημα-διαμαρτυρία.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των στίχων του και η αριστερή του ιδεολογία διαμόρφωσαν με σταθερότητα ένα είδος ποιητή, που ακροβάτησε ανάμεσα στην ευαισθησία, τον σαρκασμό και τη δυσφορία από την αδικία των κοινωνικών συνθηκών.

Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, την προπολεμική περίοδο: Την «Αμαβασιά» (1934), τις «Κραυγές στον ήλιο», και τους «Μενεξέδες» (1938).
Παράλληλα επιμελήθηκε τη λαογραφική συλλογή «Ο λαός της πατρίδας μου», που την αποτελούσαν λαϊκά δίστιχα και τραγούδια από τον Τσεσμέ.
Λίγο καιρό αργότερα, με μια ομάδα συνεργατών και έπειτα μόνος, κυκλοφόρησε το λογοτεχνικό περιοδικό «Το νησί».
Το ποιητικό σύμπαν του Φώτη Αγγουλέ, εκφράστηκε μέσα από τους τίτλους και τα εξής έργα του: «Αμαβασιά» (η νύχτα, αμέσως μετά τη χάση του φεγγαριού), «Πορεία μέσα στη νύχτα» (1958), «Κραυγές στον ήλιο» (1938), «Φωνές» (1943), «Φλόγες του δάσους» (1946), «Φουτσιγιάμα» (1962), «Μενεξέδες» (1938), «Οπτασίες στην έρημο» (1943), «Εντελβάις» (1946).

Ο Φώτης Αγγουλές βρέθηκε στη Μέση Ανατολή, ως βοηθητικός λόγω των φρονημάτων του, σαλπιστής, ασυρματιστής και αποσπασμένος στο τυπογραφείο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.
Εκεί τύπωνε το ψυχαγωγικό περιοδικό του στρατού «Ελλάς».
Αργότερα μετετέθη στο κυβερνητικό γραφείο τύπου του Καΐρου, όπου την ίδια εποχή βρίσκονταν εκεί και ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, ως προϊστάμενος του γραφείου.
Στο Κάιρο παντρεύτηκε την Έλλη Κυριαζή, μια Ελληνίδα της Αιγύπτου, δασκάλα της γαλλικής, αλλά μαζί έμειναν μόνο πέντε μήνες.
Στη Μέση Ανατολή, πέραν των ξένων αντιπάλων, υπήρξαν έντονες πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ των Ελλήνων και των προσφύγων.
Ο Φώτης Αγγουλές συνελήφθηκε μαζί με άλλους δημοκράτες αξιωματικούς και στρατιώτες, και οδηγήθηκαν σε διάφορα στρατόπεδα και φυλακές.
Με την αποφυλάκιση, το 1946, ο Φώτης Αγγουλές επαναπατρίζεται, δίχως όμως να επιτραπεί η επιστροφή και στη σύζυγό του.

Με την επιστροφή του στη Χίο, τον ανέμεναν νέες διώξεις.
Το 1948, ευρισκόμενος με τους συντρόφους του Μιχάλη Βατάκη και Γιάννη Τράτση μέσα σε μία φουντάνα στον Βροντάδο της Χίου, όπου κρυφά τύπωναν φυλλάδια, συνελήφθησαν.
Οι σύντροφοί του εκτελέστηκαν, ενώ εκείνος καταδικάστηκε σε 12 χρόνια ειρκτή, γνωρίζοντας έτσι αλλεπάλληλες φυλακές.
Αποφυλακίστηκε το 1956 από την Κέρκυρα και επέστρεψε στη Χίο.
Η άρνησή του να υπογράψει «δήλωση μετανοίας», υπήρξε η αιτία που τον παρακολουθούσε η Ασφάλεια όπου και αν βρισκόταν, ενώ συχνά δεχόταν απειλές από ακροδεξιούς.

Ξεκίνησε να εργάζεται στην εφημερίδα Χιακός λαός.
Εκεί τύπωσε την ποιητική του συλλογή του Πορεία στη νύχτα, ενώ είχαν προηγηθεί οι Φλόγες του δάσους, Φουτσιγιάμα, Ποιήματα.

Οι κακουχίες και οι ασθένειες τον οδήγησαν στον θάνατο.
Ο Φώτης Αγγουλές πέθανε από οξύ πνευμονικό οίδημα μέσα στο επιβατηγό πλοίο «Κολοκοτρώνης», ταξιδεύοντας από τη Χίο στον Πειραιά, στις 27 Μαρτίου 1964, σε ηλικία 53 ετών.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΙΜΠΑΣ

Ο Γιώργος Κατσίμπας του Θωμά ήταν Έλληνας αντιστασιακός, στρατιωτικός και συγγραφέας.

Γεννήθηκε στις Καρούτες Φωκίδας το 1913.

Φοίτησε στη Σχολή των Ευελπίδων και αποφοίτησε με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού.
Πολέμησε στην Αλβανία. Υπήρξε ένας από τους πρώτους αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Του δόθηκε ο βαθμός του Ταγματάρχη.
Το 1942 παρέλαβε τους πρώτους 'Αγγλους σαμποτέρ στη Γκιώνα, οι οποίοι ανατίναξαν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου.
Έπειτα από τη Συμφωνία της Βάρκιζας υπέστη διώξεις και φυλακίστηκε επί 7 χρόνια.
Εξελέγη βουλευτής Φωκίδας με την ΕΔΑ στις εκλογές του 1958.
Το 1985 του απονεμήθηκε ο βαθμός του συνταγματάρχη ε.α.
Ήταν συγγραφέας, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Έγραψε πολλά ποιήματα και πεζογραφήματα όπως το "Επέζησα και Μιλώ", "Ανθυπολοχαγός χωρίς 'Αστρα", "'Οταν ο 'Ανθρωπος Ραπίζεται" κλπ.

Πέθανε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2000 σε ηλικία 87 ετών και ετάφη στην ιδαίτερη πατρίδα του, τις Καρούτες Φωκίδας.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27 ΜΑΡΤΙΟΥ

ΚΑΙΣΑΡ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Καίσαρ Δ. Αλεξόπουλος  ήταν Έλληνας ακαδημαϊκός και καθηγητής φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Γεννήθηκε στην Πάτρα, στις 10 Νοεμβρίου 1909 όπου τελείωσε και το Α΄ Γυμνάσιο Πατρών.

Σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης αρχικά μηχανολογία και κατόπιν Φυσική, τελειώνοντας το διδακτορικό του το 1935 υπό την επίβλεψη του Paul Scherrer και με τίτλο διατριβής "Zertrümmerungsversuche an Lithium, Bor und Deuterium". Την ίδια χρονιά επέστρεψε στην Ελλάδα.
Στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο κατατάχτηκε στην Μοίρα αυτοκινήτων στην Πάτρα, αλλά όντας χιονοδρόμος εντάχτηκε στο Τάγμα χιονοδρόμων και από εκεί μετατέθηκε στο εργοστάσιο λαμπτήρων στα Μεσόγεια.

Από το 1939 έως το 1974 κατείχε, ως τακτικός Καθηγητής, την έδρα της Πειραματικής Φυσικής στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Υπήρξε, επίσης, Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών κατά τα έτη 1970-72, θέση από την οποία παραιτήθηκε διαμαρτυρόμενος για τις επεμβάσεις του τότε καθεστώτος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2010.

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 253
Χθες: 145
Αυτήν την εβδομάδα: 861
Αυτόν τον μήνα: 5221
Συνολικά: 136449