" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 27 ΙΟΥΝΙΟΥ
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου, γνωστός και ως Αγγούρης (Ντουρμπαλί Σμύρνης, 1896 - Κοκκινιά, 27 Ιουνίου 1943) ήταν Έλληνας διακεκριμένος λαϊκός μουσικός και τραγουδοποιός, από τους κορυφαίους προπολεμικούς ρεμπέτες.
Γεννήθηκε το 1896 στο Ντουρμπαλί, ένα μικρό χωριό λίγο έξω από την Σμύρνη. Πήγε μόνο μέχρι την τρίτη δημοτικού στο ελληνικό σχολείο, αφού ακολουθούσε στη δουλειά τον πατέρα του, που ήταν σιδηροδρομικός και αναγκαζόταν να μετακινείται στις περιοχές της Σμύρνης.
Υπήρξε αυτοδίδακτος μουσικός. Από παιδάκι έπαιζε μαντολίνο και αργότερα έμαθε κιθάρα, βιολί και μπάντζο.
Συμμετείχε στην περίφημη Εστουδιαντίνα «Τα Πολιτάκια» ως δεύτερο μαντολίνο (με πρώτο τον Σπύρο Περιστέρη και τον Παναγιώτη Τούντα).
Εκεί γνωρίστηκε με τους άλλους μεγάλους Σμυρνιούς μουσικούς Σπύρο Περιστέρη, Παναγιώτη Τούντα, τους Ογδοντάκηδες, τον Δημήτρη Σέμση ή Σαλονικιό που γύρω στο 1920 ήταν στη Σμύρνη παίζοντας βιολί κ.ά.
Αν και αυτοδίδακτος, κατόρθωσε με τη βοήθεια του μαέστρου Σπύρου Περιστέρη να μάθει τη μουσική σημειογραφία.
Έτσι, πάρα πολλές παρτιτούρες των τραγουδιών του διασώθηκαν μέχρι σήμερα.
Με την απελευθέρωση της Σμύρνης το 1919, κατατάσσεται ως εθελοντής στον Ελληνικό Στρατό που βρέθηκε στην Ιωνία, συμμετέχει στη Μικρασιατική Εκστρατεία, αφού κατάφερε προηγουμένως το 1913, να αποφύγει τον Τουρκικό Στρατό, χρησιμοποιώντας τα έγγραφα ενός πρώτου ξαδέρφου του που είχε πεθάνει πολύ νέος.
Μετά την καταστροφή της Σμύρνης, έρχεται ως πρόσφυγας στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Κοκκινιά του Πειραιά.
Στην Ελλάδα έπιασε κατευθείαν δουλειά ως μουσικός. Το πρώτο μαγαζί στο οποίο δούλεψε επίσημα ήταν αυτό του «Θεοφράστου» στις Τζιτζιφιές, το 1923.
Εκεί γνώρισε τη τραγουδίστρια και κόρη του σημαντικού μουσικού δάσκαλου της Σμύρνης Δημήτρη Μαρωνίτη, Αγγελική Μαρωνίτη, με την οποία παντρεύτηκαν το 1927.
Στα 1929 η Αγγέλα τυφλώνεται και στα 1936 αποσύρεται οριστικά από τα πάλκα αφού της το απαγορεύει ο Βαγγέλης.
Κατοικώντας μαζί πλέον στην Κοκκινιά, δεν αποκτούν παιδιά και έτσι όμως, αποφασίζουν και υιοθετούν τον ανιψιό της Αγγέλας, Γιώργη Παπάζογλου.
Στη δισκογραφία πρωτοεμφανίζεται το 1933 με τρία τραγούδια του: «Αν ήμουν άντρας», «Αργιλέ μου» και «Ο Νικοκλάκιας».
Έχει έντονη παρουσία μέχρι το 1937, οπότε έρχεται σε ρήξη με τη μεταξική λογοκρισία, αρνούμενος δημόσια να λογοκριθούν τα τραγούδια του από «αμόρφωτους ανθρώπους», με αποτέλεσμα την εξαφάνισή του από τη δισκογραφία.
Έτσι, από το 1937 και μετά, μόνο ένα τραγούδι από τα δεκάδες που είχε, φωνογραφήθηκε στο όνομά του: «Να μη λες το μυστικό σου» με τον Κώστα Ρούκουνα στα τέλη το 1938.
Συνεχίζει όμως να παίζει σε κέντρα, γάμους και πανηγύρια ανά την Ελλάδα, αλλά και να γράφει τραγούδια. Πολλά από αυτά τα χάρισε σε άλλους συνθέτες και τραγουδιστές.
Όταν στα 1941 μπήκανε οι Γερμανοί στην Αθήνα, παρόλο που υπήρχε προσφορά εργασίας, ο Βαγγέλης Παπάζογλου ήγειρε ηθικό θέμα και μη θέλοντας να παίζει και να χορεύουνε οι «φχαριστημένοι και οι μαυραγορίτες» όπως είπε χαρακτηριστικά, παράτησε την κιθάρα και το τραγούδι και για να μπορέσουν να ζήσουν, έριξε ένα τσουβάλι στον ώμο και έγινε παλιατζής.
Τότε προσβλήθηκε από φυματίωση κι έκανε συχνές αιμοπτύσεις και κατόπιν, η Αγγέλα πούλησε σχεδόν τα πάντα από το σπίτι για να έχουν λίγο φαγητό.
Ο Βαγγέλης Παπάζογλου απεβίωσε τελικά από την φυματίωση στις 27 Ιουνίου 1943.
Σήμερα, η οδός στην Κοκκινιά όπου και βρίσκεται η οικία που κατοικούσε, έχει μετανομαστεί από Κίμωνος σε Βαγγέλη Παπάζογλου και επίσης με προσπάθειες της οικογένειας του έχει διατηρηθεί η οικία του.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗΣ
Ο Ανδρέας Καραντώνης ήταν Έλληνας λογοτέχνης, κριτικός, δοκιμιογράφος, ποιητής και μεταφραστής.
Γεννήθηκε στην Άνδρο το 1910 αλλά το 1923 σε ηλικία 13 ετών εγκαταστάθηκε με την οικογενειά του στην Αθήνα και αφού τελείωσε το Γυμνάσιο γράφτηκε στη Νομική Σχολή, χωρίς όμως να μπορέσει να την ολοκληρώσει αφού αφοσιώθηκε στην εμβριθέστερα στην λογοτεχνία και ιδιαίτερα στην κριτική.
Έκανε την πρώτη του εμφάνιση και παρουσίαση στα γράμματα σε ηλικία 17 ετών, με τη δημοσίευση ποιημάτων και κριτικών άρθρων στο λογοτεχνικό παράρτημα της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Πυρσού όπου και δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά άρθρα και στην οποία και διετέλεσε αρθρογράφος από το 1927 μέχρι και το 1929 και δημοσίευσε την μεγάλη εισαγωγή για το παλαμικό έργο.
Στην συνέχεια ακολούθησε μια μελέτη για τον Σεφέρη και την σεφερική ποίηση και μια για τον Παλαμά όπου και καθοριστική στην εξέλιξή του ως δημιουργού αλλά και ως κριτικού αφού έδωσε το στίγμα του για τη συνέχεια, επηρεάζοντας τη συνολική, κατοπινή θεώρησή του για τις πτυχές της νεωτερικής ποίησης.
Το 1935, ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία ιδρύοντας και διευθύνοντας, μαζί με τον Γιώργο Κατσίμπαλη ως ένθερμο υποστηρικτή, αλλά και χρηματοδότη το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα (Ά Περίοδος 1935 έως 1940 και Β Περίοδος 1944 έως 1945.
Το περιοδικό στέγασε στη συνέχεια μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές «φωνές» των εκπροσώπων της «γενιάς του 1930» αλλά και συνέτεινε στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού και φιλολογικού περιβάλλοντος για την υποδοχή του μοντερνισμού στην Ελλάδα...
Συνεργάστηκε με το περιοδικό Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (1945-1952). ως αρθρογράφος και κριτικός της οποίας διευθυντής είναι ο Γιώργος Κατσίμπαλης, υποστηρίζοντας τον συμφιλιωτικό χαρακτήρα μεταξύ των διανοουμένων κατά τη διάρκεια της εμφυλιακής και της μετεμφυλιακής περιόδου.
Ό Ανδρεας Καραντώνης το 1942 προσλαμβάνεται στους Ελληνικούς Σιδηροδρόμους ως εργαζόμενος μέχρι το 1945.
Επί 25 χρόνια συνεργάστηκε με το ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας Τηλεοράσεως) αναλαμβάνοντας την θέση του λογοτεχνικού συνεργάτη από το 1949 μέχρι και το 1962 αλλά και με την ΕΡΤ (Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση), όπου ως ραδιοφωνικός λογοτεχνικός συνεργάτης παρουσίαζε ραδιοφωνικές εκπομπές κριτικού περιεχομένου, ως το 1974 με περισσότερες από 1.500 εκπομπές στο ενεργητικό του οπότε και αποχώρησε το 1971 μετά την απελευθέρωση από την χούντα της απριλιανής δικτατορίας των πραξικοπιματιών συνταγματαρχών του Γεώργιου Παπαδόπουλου.
Στη δεδομένη προσφορά του στην ιστορία του ραδιοφώνου συγκαταλέγεται το χαιρετιστήριο κείμενό του (18/9/1954) για την έναρξη του Τρίτου Προγράμματος. Δημοσίευσε πολλές μελέτες, ανάμεσα στις οποίες και εκείνες για τον Παλαμά και τον Σεφέρη.
Το μεταφραστικό του έργο περιλαμβάνει μεταφράσεις Γάλλων κυρίως συγγραφέων όπως είναι οί Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Πωλ Βαλερύ, Αντρέ Μπρετόν, Πωλ Ελυάρ, Άρθουρ Μίλερ, Γεβγκένι Γεφτουσένκο και άλλων. ενώ έγραψε και πολλά βιβλία κριτικής όπως επίσης και βιβλία με ποιήματα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και δοκίμια.
Ό Ανδρεας Καραντωνης εκδίδει τον τόμο Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση μέσω της οποίας στοιχειοθετεί και συνοψίζει τον ελληνικό μοντερνισμό όπως αυτός εκφράστηκε με τους ποιητές που συνέδραμαν στο corpus του περιοδικού Τα Νέα Γράμματα.
Ό Ανδρεας Καραντωνης το 1962 εκδίδει τον τόμο Γύρω στη σύγχρονη ελληνική ποίηση με τον οποίο επεκτείνει τον κατάλογο των μοντέρνων ποιητών, κατά την κρίση του, που παρουσίασε στην Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση του 1958.
Ο Καραντώνης διετέλεσε επίτιμο μέλος της περίφημης λογοτεχνικής "ομάδας των δώδεκα" κορυφαίων ελλήνων συγγραφέων αντικαθιστώντας (μαζί με τον Κ. Θ. Δημαρά) τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Άγγελο Τερζάκη και γενικός γραμματέας του Ιδρύματος "Κωστής Παλαμάς".
Υπήρξε μόνιμο μέλος της επιτροπής απονομής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων.
Τόσο η ποίηση, όσο και η δοκιμιογραφία του ως το 1935 κινήθηκε στα παραδοσιακά πλαίσια γραφής.
Τομή στο έργο του σημειώθηκε γύρω στο 1935 με τη συγγραφική δραστηριότητά του από τη θέση του διευθυντή του περιοδικού Νέα Γράμματα.
Την περίοδο αυτή ο Καραντώνης στράφηκε προς την υπερρεαλιστική θεωρία της τέχνης και μετάφρασε έργα των Απολλιναίρ, Βαλερύ, Μπρετόν, Ελυάρ και άλλων. Μετά τη γερμανική κατοχή ανέπτυξε δημοσιογραφική δραστηριότητα με επίκεντρο την αντίθεσή του στον κομμουνισμό και την αριστερή διανόηση στην Ελλάδα.
Στο ίδιο πνεύμα εντάσσονται θεατρόμορφα κείμενά του με τίτλους όπως τα "Σπουδή στο Κρεμλίνο" και "Ο Καραγκιόζης βγαίνει από το καλύβι του".
Ογκώδης είναι η κριτική παραγωγή του Καραντώνη, ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση.
Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν σε οχτώ τόμους.
Ό Ανδρέας Καραντώνης τιμήθηκε με το Ά Βραβείο από τον τότε Δήμο Αθηναίων και τον τότε δήμαρχο των Αθηναίων Αντώνη Τρίτση για την συνολική προσφορά στην ποίηση και στην λογοτεχνία γενικότερα το 1957. Ό Ανδρέας Καραντώνης τιμήθηκε με το Βραβείο Πουρφίνα της ομάδα των 12 κορυφαίων λογοτεχνών για την συνολική του προσφορά στην ποίηση και στην λογοτεχνία ειδικότερα το 1959.
Ό Ανδρέας έχει επίσης τιμηθεί και με το Ά Κρατικό Βραβείο της Κριτικής της Τέχνης και της Λογοτεχνίας για την συνολική του προσφορά στην κρητική στην ποίηση και την λογοτεχνία γενικότερα το 1971. Ό Ανδρεας Καραντωνης το 1980 για το αφηγηματικό έργο του, συνυφασμένο με τους τόπους που επισκεπτόταν κι εμπνεόταν, λαμβάνει το Κρατικό Βραβείο Ταξιδιωτικών Εντυπώσεων.
Ένα από τα τελευταία βιβλία του είναι η συγκέντρωση των κριτικών κειμένων του για την παλαμική ποίηση, Κωστής Παλαμάς, Από τη ζωή και το έργο του το οποίο και δημοσίευαε το 1986.
Τέλος ό Ανδρέας Καραντώνης έχει επίσης τιμηθεί και με το Μέγα Εθνικό Βραβείο της Λογοτεχνίας από την Ακαδημία Αθηνών για τη συνολική του προσφορά στην κριτική, στην ποίηση και στη λογοτεχνία γενικότερα.
Το 1972 ο Ανδρέας Καραντώνης έγινε επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1972. Ό Ανδρέας Καραντώνης πέθανε το 1982 στην Αθήνα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΥ
Ο Κωνσταντίνος Μήτσου ήταν αντιστράτηγος της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής.
Γεννήθηκε το 1909 στο Χαλκιόπουλο της επαρχίας Βάλτου του νομού Αιτωλοακαρνανίας.
Γονείς του ήταν ο Βασίλειος και η Βασιλική Μήτσου.
Ο Μήτσου υπηρέτησε αρχικά στον ελληνικό Στρατό Ξηράς από το 1930 ως το 1932, με το βαθμό του λοχία Πεζικού. Μετά την ολοκλήρωση των στρατιωτικής του θητείας, διορίστηκε χωροφύλακας στις 31 Οκτωβρίου 1932 με αριθμό κατάταξης 2322. Σύμφωνα με το αρχείο της Ελληνικής Χωροφυλακής, τον Ιούνιο του 1933 προβιβάστηκε στο βαθμό του υπενωμόταρχη και έπειτα στον βαθμό του ενωμοτάρχη την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, αφού πρώτα αποφοίτησε από τη Σχολή Ενωμοταρχών.
Το 1963 ως γενικός επιθεωρητής Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος ενεπλάκη στην υπόθεση δολοφονίας του βουλευτή Λαμπράκη ως οργανωτής «αντισυγκεντρώσεων» και ως προστάτης ακροδεξιών οργανώσεων και ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης διέταξε την προφυλάκισή του (με την σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα Στυλιανού Μπούτη), γεγονός που προκάλεσε πάταγο στην ελληνική κοινή γνώμη, καθώς ο Μήτσου δεν ήταν τυχαίος αξιωματικός: συνδεόταν φιλικά με τον Κ. Καραμανλή, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ήταν επικεφαλής της ασφάλειας του βασιλιά Παύλου.
Όταν ο ανακριτής Σαρτζετάκης του ανακοίνωσε την προφυλάκισή του, δήλωσε ότι θα αυτοκτονήσει και έβαλε τα κλάματα.
Μετά την αποφυλάκισή του έγινε στόχος χλευαστικών σχολίων νεαρών φοιτητών της Θεσσαλονίκης, που του έλεγαν «στρατηγέ, ακόμα δεν αυτοκτόνησες;» Κατοικούσε σε ρετιρέ στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στην οδό Αγγελάκη 19.
Στις 6 Ιουλίου 1964 αποστρατεύθηκε από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, ενώ ήδη από τον Δεκέμβριο του 1963 του είχε επιβληθεί ποινή εξάμηνης αργίας, πάλι από την κυβέρνηση Παπανδρέου.
Επί χούντας των συνταγματαρχών, στις 12 Νοεμβρίου 1969, ακυρώθηκε η αποστρατεία του Κωνσταντίνου Μήτσου και με βασιλικό διάταγμα που εκδόθηκε από τον υπουργό Δημοσίας Τάξεως Παναγιώτη Τζεβελέκο του απονεμήθηκε ο βαθμός του αντιστράτηγου.
Ο Μήτσου σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1985, σε ηλικία 76 ετών, σε τροχαίο δυστύχημα στο 26ο χιλιόμετρο του δρόμου Θεσσαλονίκης - Πολυγύρου: το αυτοκίνητο που οδηγούσε συγκρούστηκε σφοδρά με άλλο ΙΧ, το οποίο «καρφώθηκε» σε αυτό του Μήτσου.
Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου, Θεόδωρος Μπαμπατσιάνης, νοσηλεύτηκε και αυτός στο νοσοκομείο.
ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ
Ο Σπύρος Καλογήρου γεννήθηκε στην Κυψέλη, στις 3 Νοεμβρίου 1922 και ήταν Έλληνας ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου, που ταυτίστηκε με τον ρόλο του κακού στην μεγάλη οθόνη.
Χαρακτηριστική ήταν η τρεμάμενη φωνή του και το άγριο παρουσιαστικό του.
Μετά το δημοτικό τελείωσε τη Σεβαστουπούλειο Εργατική Σχολή, όπου γράφτηκε για το φαγητό που προσέφεραν στους σπουδαστές μιας και η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή.
Από τα εφηβικά του χρόνια εργαζόταν ως φωτογράφος και διατηρούσε ένα φωτογραφείο μαζί με τον αδερφό του, το οποίο του εξασφάλιζε ικανοποιητικά κέρδη.
Παράλληλα ασχολούνταν ερασιτεχνικά με το θέατρο και έγραφε και στίχους, τους οποίους διάβαζε στον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Εκεί τον άκουσε κάποτε ένας σκηνοθέτης και τον προέτρεψε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την ηθοποιία και να γραφτεί σε μια σχολή υποκριτικής.
Όταν ο Καλογήρου αρνήθηκε, ο σκηνοθέτης της ΥΕΝΕΔ επέμεινε και τελικά τον πήρε από το χέρι και τον πήγε στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου.
Εκεί εκτός από τα εφόδια που πήρε για την μετέπειτα καριέρα του, είχε την τύχη να γνωρίσει το 1952 και την γυναίκα της ζωής του, την κατά 13 χρόνια μικρότερή του ηθοποιό Ευαγγελία Σαμιωτάκη (1935-2017).
Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1955, με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου στον «Ερωτόκριτο» και ακολούθησε ο «Άμλετ».
Η θεατρική του σταδιοδρομία άρχισε ουσιαστικά να διαμορφώνεται με την ένταξή του στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» του Καρόλου Κουν, το 1960, με το οποίο έπαιξε σε ιστορικές παραστάσεις (π.χ. «Όρνιθες», «Πέρσες») σε Ελλάδα και εξωτερικό.
Συνεργάστηκε με τους θιάσους των Λεού, Ροντήρη, Μινωτή, Σολομού, Κουν, Κατράκη, Μυράτ, Λαμπέτη, Κατερίνας κ.ά.
Έπαιξε σε πολλές ταινίες, και στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, και όταν έκανε αντίστοιχους ρόλους ήταν πολύ πειστικός.
Συμμετείχε και σε πολλές θεατρικές παραστάσεις αλλά δεν είχε πολλές συνεργασίες με τη γυναίκα του, καθώς εκείνη ήταν στο Εθνικό Θέατρο και ο ίδιος ασχολούνταν με το ελεύθερο θέατρο.
Μετά το '80 έκαναν τον δικό τους θίασο, ανέβασαν παραστάσεις και πραγματοποίησαν περιοδείες.
Έπαιξε σε περίπου διακόσια θεατρικά έργα και σε όλα τα είδη του θεάτρου, κλασικούς και σύγχρονους συγγραφείς, από θέατρο του παραλόγου (Ευγένιος Ιονέσκο) μέχρι επιθεώρηση, αλλά και σε πολλά του ελληνικού δραματολογίου.
Από τους τελευταίους, χαρακτηριστικούς ρόλους του στη σκηνή, στον οποίο υπήρξε απολαυστικός, ήταν αυτός του Λουκά στο «Λόγω φάτσας» του Γιώργου Διαλεγμένου, που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Αντύπας στο «Απλό Θέατρο» (1993-1995).
Το καλοκαίρι του 1996 εμφανίστηκε με τον Θύμιο Καρακατσάνη στο «Καραγκιόζη-Ντριμ», ερμηνεύοντας τον μπαρμπα-Γιώργο, ενώ το 1999 έπαιξε στο πλευρό της Μιμής Ντενίση στο «Εγώ η Λασκαρίνα».
Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1955 στην ταινία του Ντίμη Δαδήρα Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας.
Έκτοτε συμμετείχε σε περισσότερες από 60 ταινίες, μαζί με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού σινεμά.
Εμφανίστηκε σε περίπου 55 ταινίες, ανάμεσά τους οι: Η Αθήνα τη νύχτα, Στεφανία, Κοντσέρτο για πολυβόλα, Η νεράιδα και το παλικάρι, Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά, Η Μαρία της σιωπής, Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο, Στάκαμαν.
Όμως, η ταινία που άφησε εποχή ήταν η Λόλα, στην οποία ο Σπύρος Καλογήρου είχε πει την αξέχαστη φράση «Είναι πολλά τα λεφτά Άρη», προς τον τότε συμπρωταγωνιστή του Νίκο Κούρκουλο για τα «μάτια» της Τζένης Καρέζη.
Το 1966, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, του απονεμήθηκε τιμητική διάκριση για την ερμηνεία του στη μικρού μήκους ταινία Τζίμης ο Τίγρης του Παντελή Βούλγαρη και οι κριτικοί κινηματογράφου τού απένειμαν το 1971 τον Αργυρό Απόλλωνα για τον ρόλο του στην ταινία Κατάχρηση εξουσίας.
Τιμήθηκε με τη Χρυσή Κεφαλή του «Θεάτρου Βαχτάγκοφ» της Μόσχας. Εμφανίστηκε και σε τηλεοπτικές σειρές (Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή).
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε υιοθετήσει την τακτική «να τα πουλάς και να τα αγοράζεις όλα. Να τον ξεγελάσεις, να τον κλέψεις, να τον φέρεις βόλτα τον Γερμανό». Ο ίδιος υποστήριζε ότι υπήρξε σαλταδόρος, μαυραγορίτης, έμπορος λαθραίων τσιγάρων και λωποδύτης, χωρίς ποτέ κανείς να μάθει αν έλεγε αλήθεια ή όχι.
Αν και με την σύζυγό του είχαν αρκετά χρόνια διαφορά (εκείνος ήταν 30 και εκείνη 18), συνέχισαν την γνωριμία τους και λίγο αργότερα παντρεύτηκαν.
Το ζευγάρι έμεινε μαζί για περισσότερα από 50 χρόνια και απέκτησαν έναν γιο, ο οποίος τους χάρισε στην συνέχεια μια εγγονή, την μικρή Ευαγγελία.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής τους είχαν αποσυρθεί από το χώρο του θεάματος και περνούσαν τις περισσότερες ημέρες στο εξοχικό τους.
Απεβίωσε στις 27 Ιουνίου 2009, σε ηλικία 86 ετών, στο Τζάνειο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν από την Πρωτομαγιά.