My Bonjour

Tuesday, 23 June 2026

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΙΟΥΝΙΟΥ

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΙΟΥΝΙΟΥ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Ο Γεώργιος Χρηστάκης - Ζωγράφος  γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 8 Μαρτίου 1863 και ήταν Έλληνας πολιτικός, που ανέλαβε Πρόεδρος της Προσωρινής Κυβέρνησης της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Βορείου Ηπείρου (1914) καθώς και δύο φορές Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας.

Καταγόταν από το Κεστοράτιο, χωριό βόρεια του Αργυροκάστρου και ήταν ο γιος του ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου.
Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι και το Μόναχο.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ασχολήθηκε εντατικά με την βελτίωση των καλλιεργειών στα μεγάλα πατρικά κτήματα που διέθετε στην περιοχή της Θεσσαλίας. Ταυτόχρονα, υποστήριζε την εκούσια απαλλοτρίωση των μεγάλων περιουσιών και ο ίδιος μάλιστα πούλησε σε ακτήμονες, σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, μέρος των κτημάτων του.
Το 1905 εισήλθε στον πολιτικό στίβο, εξελέγη βουλευτής Καρδίτσας, ως δηλιγιαννικός, ενώ το 1906 επανεξελέγη, ως ραλλικός.
Το 1909 υπήρξε Υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη (7 Ιουλίου - 15 Αυγούστου).
Με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων (1913) ορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο γενικός κυβερνήτης της απελευθερωμένης από τον ελληνικό στρατό Ηπείρου. Υπηρέτησε ως Κυβερνήτης το διάστημα 29 Μαρτίου-31 Δεκεμβρίου 1913.

Όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις επιδίκασαν τη Βόρεια Ήπειρο στο νεοσυσταθέν κράτος της Αλβανίας, οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου σχημάτισαν υπό την Προεδρία του προσωρινή Κυβέρνηση στις 16 Φεβρουαρίου 1914, ανακηρύσσοντας την αυτονομία της περιοχής.
Την επόμενη ημέρα ανακηρύχτηκε επισήμως η αυτονομία και σε συγκινητική τελετή στο Αργυρόκαστρο πραγματοποιήθηκε η υποστολή της ελληνικής σημαίας και η έπαρση της σημαίας της Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου.

Μετά τις στρατιωτικές επιτυχίες του βορειοηπειρώτικου στρατού των αυτονομιστών κατά των Αλβανών, την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας και την επανείσοδο του ελληνικού στρατού στην περιοχή (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος), ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος αποσύρθηκε από τη Βόρεια Ήπειρο, παραδίδοντας τη διοίκηση της περιοχής στις ελληνικές αρχές.
Ακολούθως, επανεκλέχθηκε βουλευτής και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Παραιτήθηκε από το αξίωμα αυτό και λίγο αργότερα (Δεκέμβριος 1914) εκλέχθηκε συνδιοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, θέση που διατήρησε ως το Σεπτέμβριο του 1917, με ολιγόμηνη διακοπή.
Κατά το διάστημα της διακοπής αυτής (25 Φεβρουαρίου-10 Αυγούστου 1915) διατέλεσε και πάλι Υπουργός Εξωτερικών σε κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη. Αγωνίστηκε σε αυτό το διάστημα για την είσοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, καθώς θεώρησε ότι αυτή η κίνηση θα ωφελούσε σημαντικά τα εθνικά συμφέροντα.
Όμως δεν εισακούστηκε και αποχώρησε από την κυβέρνηση.

Κατά την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία (1945-1989), ο Γεώργιος Χρηστάκης-Ζωγράφος όπως και ο πατέρας του, θεωρήθηκαν από το επίσημο κράτος ως εχθροί.
Αυτό είχε ως συνέπεια όσοι έφεραν το επώνυμο «Ζωγράφος» (είτε συγγενείς είτε όχι) να εκδιωχθούν από το Κεστοράτιο.

Μετά το 1989 όμως το γεγονός αυτό αποτέλεσε παρελθόν και σήμερα το «Ζωγράφειο Διδασκαλείο» Κεστορατίου, που είχε ιδρύσει ο Χρηστάκης-Ζωγράφος και είχε πάψει να λειτουργεί εδώ και δεκαετίες, ανακαινίσθηκε και μετατράπηκε σε μουσείο.

Πέθανε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 1920.
 

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΥΛΗΣ

Ο Θεμιστοκλής Σοφούλης ήταν Έλληνας κεντρώος φιλελεύθερος πολιτικός, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας το 1924 και την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου.

Γεννήθηκε το 1860 στο Βαθύ της Σάμου.

Σπούδασε αρχικά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Συνέχισε τις σπουδές του στον τομέα της Αρχαιολογίας στη Γερμανία.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα, αναγορεύθηκε υφηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ως αρχαιολόγος συμμετείχε σε πολλές ανασκαφές.
Μεταξύ άλλων ήταν υπεύθυνος και για τις ανασκαφές στην αρχαία Μεσσήνη το 1895.
Όμως, η ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του είχε άδοξο τέλος, επειδή το Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν τον εξέλεξε τελικά τακτικό καθηγητή Αρχαιολογίας.
Έτσι, το 1899 ο Σοφούλης επέστρεψε στη γενέτειρά του, τη Σάμο.

Γιος του έμπορου και μετέπειτα πολιτικού Παναγιώτη Σοφούλη, αναμείχθηκε με την πολιτική για πρώτη φορά το 1900, όταν ως αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών, μιας παράταξης με νέες εθνικές και προοδευτικές ιδέες, εκλέχθηκε «πληρεξούσιος» (δηλ. βουλευτής) της πρωτεύουσας της Σάμου στην Εθνοσυνέλευση των Σαμίων.
Η Σάμος εκείνη την εποχή ανήκε μεν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά τελούσε υπό ημιαυτόνομο καθεστώς με ορθόδοξο ηγεμόνα, τον οποίο διόριζε η Υψηλή Πύλη.
Το άλλο σαμιώτικο κόμμα, οι «Χατζηγιαννικοί» (ονομάζονταν έτσι επειδή είχαν για ηγέτη τους τον Ιωάννη Χατζηγιάννη, πολιτευτή από το Καρλόβασι), ήταν αντίθετο στην ένωση της Σάμου με την Ελλάδα.
Έτσι, όταν ο Σοφούλης εκλέχθηκε πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης (δηλ. πρωθυπουργός) των Σαμίων το 1902, οι Χατζηγιαννικοί κατηγόρησαν τους Προοδευτικούς του Σοφούλη ότι «από του έτους 1902 εκπροσωπούσιν εν Σάμω την ενωτικήν ιδέαν και προς τελεσφόρησιν του σκοπού τούτου εργάζονται πάντες εν κοινή μετά της Κυβερνήσεως της Ελλάδος συνεννοήσει».

Η σύγκρουση Χατζηγιαννικών-Προοδευτικών πήρε μεγάλες διαστάσεις τον Μάιο του 1908, όταν ο ηγεμόνας Ανδρέας Κοπάσης έφερε οθωμανικό στρατό στη Σάμο, παραβιάζοντας τα προνόμια του νησιού.
Ακολούθησαν συμπλοκές με νεκρούς στην περιοχή της πρωτεύουσας, για τις οποίες ο Σοφούλης και οι στενοί συνεργάτες του κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν ερήμην σε θάνατο από το Κακουργοδικείο της Σάμου.
Για να αποφύγει τη σύλληψη, ο Σοφούλης κατέφυγε στην Αθήνα, όπου άρχισε να οργανώνει επαναστατικό σώμα για την εκδίωξη των Τούρκων από το νησί του.

Ο Κοπάσης δολοφονήθηκε το Μάρτιο του 1912 από τον Σταύρο Μπαρέτη, και στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους ο Σοφούλης, με οπλαρχηγούς και οπαδούς του, αποβιβάσθηκε στη Σάμο για να κηρύξει την επανάσταση κατά του ηγεμονικού καθεστώτος.
Ο τουρκικός στρατός που βρισκόταν στο νησί συνθηκολόγησε και αποχώρησε, ενώ η τοπική εξουσία πέρασε στην Εθνοσυνέλευση των Σαμίων.
Στις 11 Νοεμβρίου 1912 η Σάμος κήρυξε επισήμως την ένωσή της με την Ελλάδα και τη διακυβέρνηση του νησιού ανέλαβε προσωρινή κυβέρνηση υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη.

Το Μάιο του 1914, ο Σοφούλης εγκατέλειψε τη διακυβέρνηση της Σάμου για να διορισθεί γενικός διοικητής της Μακεδονίας.
Έναν χρόνο αργότερα, (Μάιος 1915) εκλέχθηκε βουλευτής του Νομού Σάμου.
Στα χρόνια του Εθνικού Διχασμού μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών, ο Σοφούλης πήρε το μέρος των πρώτων.
Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος σχημάτισε την κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη το 1917, ο Σοφούλης ανέλαβε υπουργός Εσωτερικών.
Το 1917 εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, της λεγόμενης Βουλής των Λαζάρων, θέση που διατήρησε επί μία τριετία.

Στις εκλογές του 1920 δεν εκλέχθηκε βουλευτής, αλλά δύο χρόνια αργότερα, μετά την Επανάσταση του 1922 και την επάνοδο του Βενιζέλου από το Παρίσι, ανέλαβε υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου του 1924.
Διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών και στη μετέπειτα βραχύβια Κυβέρνηση του Γεωργίου Καφαντάρη.
Τότε εκφράσθηκε δημοσίως υπέρ της κατάργησης της βασιλείας και ανέλαβε την ηγεσία των «ακραιφνών Φιλελευθέρων».

Στις 24 Ιουλίου 1924, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Παύλος Κουντουριώτης, ανέθεσε την πρωθυπουργία στον Σοφούλη ο οποίος προσπάθησε από τη νέα θέση του να φέρει ήπιο κλίμα στην ελληνική πολιτική σκηνή.
Οι προσπάθειές του ήταν χωρίς αποτέλεσμα.
Αναγκάστηκε να παραιτηθεί τρεις μήνες αργότερα (Οκτώβριος 1924).
Το μόνο σημαντικό μέτρο της κυβέρνησής του ήταν η απαλλοτρίωση 350.000 στρεμμάτων, που αποδόθηκαν σε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και σε ακτήμονες.

Με το τέλος της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου και την επάνοδο των βενιζελικών, ο Σοφούλης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής (1926–1928) και ακολούθως διορίστηκε υπουργός Στρατιωτικών.
Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Βουλής από το 1930 έως το 1932, καθώς και το 1933.
Πέθανε στις 24 Ιουνίου του 1949, ενώ οι μάχες μαίνονταν ακόμα στον Γράμμο και το Βίτσι.

Νυμφεύθηκε τη Μαρία Παπαδημητρίου-Σοφούλη, σε πρώτο γάμο το 1898, και αργότερα σε δεύτερο γάμο νυμφεύθηκε τη Λουκία Καραθεοδωρή, κόρη του Κωνσταντίνου Σ. Καραθεοδωρή, ηγεμόνα της Σάμου, και της Αικατερίνης Φωτιάδη.

Παιδιά του ήταν ο Πάνος Σοφούλης, που παντρεύτηκε την Ευαγγελία Νιώτη, και η Δέσποινα Σοφούλη, που παντρεύτηκε τον Αθανάσιο Κονταργύρη, καθηγητή Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ιδρυτή της Ελληνικής Εταιρείας Χειρουργικής Ορθοπεδικής και Τραυματολογίας.

Είχε πέντε εγγόνια. Από τον γιο του, την Μαρία Σοφούλη, σύζυγο του πρέσβη Σόλωνα Κοντουμά, και τον Θεμιστοκλή Π. Σοφούλη, που εξελέγη βουλευτής Σάμου το 1981.
Από την κόρη του, τους Θεμιστοκλή Κονταργύρη, δικηγόρο εμπειρογνώμονα στη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας του ΟΗΕ, τον Δημήτρη Κονταργύρη, αρχιτέκτονα, και την Βέλλη Κονταργύρη.
 

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΙΟΥΝΙΟΥ

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 298
Χθες: 309
Αυτήν την εβδομάδα: 608
Αυτόν τον μήνα: 8610
Συνολικά: 161454