My Bonjour

Friday, 24 April 2026

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ

Ο Αντώνιος Χρηστομάνος ήταν Έλληνας καθηγητής πανεπιστημίου, ιατρός και πολιτικός.

Γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1871 στην Αθήνα.

Πατέρας του ήταν ο Αναστάσιος και αδελφός του ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, της γνωστής οικογένειας με καταγωγή από τους Πύργους (Κατράνιτσα) Εορδαίας. Ολοκλήρωσε τη βασική του εκπαίδευση στην Αθήνα και το 1887 εγγράφηκε στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου.
Μετά από έναν χρόνο μετέβη στη Βιέννη όπου συνέχισε τις σπουδές του στο εκεί Πανεπιστήμιο και το 1894 αναγορεύτηκε διδάκτωρ της ιατρικής.
Κατά την παρουσία του εκεί εργάστηκε ως βοηθός των καθηγητών οφθαλμολογίας Fuchs και Nothnagel στα εργαστήρια τους.

Επέστρεψε στην Αθήνα και το 1897 διορίστηκε επιμελητής του χημικού και μικροβιολογικού εργαστηρίου του θεραπευτηρίου «Ο Ευαγγελισμός».
Από το 1898 διετέλεσε επιμελητής του παθολογικού τμήματος υπό τον Νικόλαο Μακκά και υφηγητής της Γενικής Παθολογίας, την περίοδο 1899–1901 επιμελητής της παθολογικής κλινικής του Εθνικού Πανεπιστημίου υπό τον Γεώργιο Καραμήτσα, και το 1912 διευθυντής του παθολογικού τμήματος του Ευαγγελισμού.
Το ίδιο έτος διορίστηκε καθηγητής της Γενικής Πειραματικής Παθολογίας, θέση που κράτησε μέχρι το 1921.

Εισήλθε στον πολιτικό χώρο από το 1921, έγινε γενικός διευθυντής του Υπουργείου Υγιεινής και εκλέχτηκε βουλευτής Νομού Σερρών το 1920 και το 1928, ενώ διετέλεσε Υπουργός Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων στην Κυβέρνηση Σωτηρίου Κροκιδά του 1922, Υπουργός Συγκοινωνιών στην Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου του 1928 και Υφυπουργός Υγιεινής στην Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου του Ιουνίου 1929 μετά τον ανασχηματισμό.

Το 1925 ίδρυσε και έγινε πρόεδρος της Μακεδονικής Εκπαιδευτικής Εταιρείας, ενώ διετέλεσε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, του Αντιφυματικού Συλλόγου, αντιπρόεδρος του Ελληνικού Συλλόγου Κοινωνίας των Εθνών και μέλος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.
Το 1928 ήταν πρόεδρος και από το 1929 επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Φιλοτελικής Εταιρείας.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 1933.
 

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ

Ο Μιλτιάδης Κοιμήσης ήταν Έλληνας στρατιωτικός.

Γεννήθηκε  το 1878 στην Αμφιλοχία και ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία.

Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και στη Μικρασιατική εκστρατεία ως επιτελάρχης της VIIης Μεραρχίας.
Υπήρξε μέλος της επαναστατικής επιτροπής του 1922, μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη των έξι, καθώς και διοικητής της Σχολής Ευελπίδων κατά την περίοδο 1929 - 1930.

Το 1933 αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου λόγω της συμμετοχής του στο Κίνημα του Πλαστήρα (1933).
Το 1935 ύστερα από το κίνημα των Πλαστήρα - Βενιζέλου συνελήφθη, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε ως ένας από τους επικεφαλής της οργάνωσης «Δημοκρατική Άμυνα». (24 Απριλίου 1935)

Η συμμετοχή του στο κίνημα ήταν ελάχιστη και η εκτέλεση του ιδίου - όπως και του Αναστάσιου Παπούλα - θεωρείται ως αντεκδίκηση της αντιβενιζελικής παράταξης για τη μεταστροφή του Κοιμήση το 1922 και τη στάση του κατά τη Δίκη των έξι.

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΠΟΥΛΑΣ

Ο Αναστάσιος Παπούλας ήταν Έλληνας αξιωματικός του στρατού που διετέλεσε αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία την περίοδο 1920 - 1922.

Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1857 και ήταν γιος του Σπυρίδωνος Παπούλα.

Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Μεσολόγγι και το 1878 κατατάχθηκε ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό.

Καταταγείς ως εθελοντής το 1878, έλαβε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 με το βαθμό του Υπολοχαγού ως διοικητής Λόχου στο στράτευμα Θεσσαλίας.
Στον Μακεδονικό αγώνα ήταν μεταξύ των αξιωματικών που συνέβαλαν στη διοργάνωσή του και τον Φεβρουάριο του 1904 με τον βαθμό του λοχαγού Πεζικού, μαζί με τον ομόβαθμό του Αλέξανδρο Κοντούλη, τον υπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη και τον ανθυπολογαχό Παύλο Μελά, επισκέφθηκαν την υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία.
Στο τέλος του Ιανουαρίου 1905, με τον βαθμό του Λοχαγού διετέλεσε διευθυντής της τότε διοικητικής αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς.

Κατά τη διάρκεια των γεγονότων της επανάστασης στο Γουδή ο Αναστάσιος Παπούλας τάχθηκε με την πλευρά της κυβέρνησης, αν και είχε μυηθεί στον Στρατιωτικό Σύνδεσμο λίγους μήνες νωρίτερα.
Λίγες ημέρες πριν από το ξέσπασμα αυτής διορίστηκε προσωπάρχης του υπουργείου Στρατιωτικών και από τη θέση αυτή διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ κυβέρνησης και κινηματιών.
Την ημέρα του κινήματος ο Παπούλας μαζί με τον Σπυρίδωνα Μερκούρη στάλθηκαν ως εκπρόσωποι του πρωθυπουργού Ράλλη προκειμένου να διαπραγματευθούν με τους κινηματίες.
Συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους ως συνταγματάρχης, διοικητής του 10ου Συντάγματος Πεζικού και έλαβε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις της 3ης Μεραρχίας σε Μακεδονία και Ήπειρο, ενώ πήρε μέρος και στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με τον βαθμό του Υποστρατήγου ο Παπούλας, διοίκησε το Ε΄ Σώμα Στρατού.
Στο τέλος Δεκεμβρίου 1913 ανακλήθηκε στην Αθήνα ο Αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής, τον οποίο αντικατέστησε ο Παπούλας, που ανέλαβε την ευθύνη του πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας.

Έφτασε στην Κορυτσά στις 10 Φεβρουαρίου 1914 και είχε αποστολή να επιβλέψει την εκκένωση και την παράδοση της περιοχής σύμφωνα με τις διαταγές της Ελληνικής Κυβερνήσεως.
Ενημέρωσε στη Μητρόπολη όλα τα μέλη της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας της Κορυτσάς, ότι η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να αποχωρίσει και τους διαβεβαίωσε ότι είχαν εξασφαλιστεί η ζωή, η τιμή, η περιουσία, τα εκκλησιαστικά και σχολικά τους προνόμια.
Η Επιτροπή Εθνικής Άμυνας απαίτησε να έχει γραπτές τις διαβεβαιώσεις του και ο υποστράτηγος τους διαμήνυσε μέσω του αστυνομικού διευθυντή, ότι έπρεπε να διαλύσουν την επιτροπή και με έγγραφη απάντησή του στον Μητροπολίτη Γερμανό, διαβεβαίωνε ότι η ζωή, η περιουσία, η εθνική οντότητα και τα προνόμια του Πατριαρχείου ήταν εξασφαλισμένα, και στις 14 προς 15 Φεβρουαρίου 1914, αναχώρησε για το Αργυρόκαστρο.

Το 1917 οργάνωσε, μετά την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου, τα κινήματα της Θήβας και της Πελοποννήσου.
Για τον λόγο αυτό, όσο και για τη συμμετοχή του παλιότερα στη δημιουργία των ομάδων επιστράτων, καταδικάστηκε σε θάνατο.
Τελικά δεν εκτελέστηκε έπειτα από προσωπική παρέμβαση του Ελευθερίου Βενιζέλου.
Έμεινε έγκλειστος στις φυλακές του Ιτζεδδίν έως τις εκλογές τον Νοέμβριο του 1920, οπότε και του ανατέθηκε από την αντιβενιζελική κυβέρνηση η αρχιστρατηγία του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία.

Με τον βαθμό του αντιστρατήγου ανέλαβε τη διοίκηση της Στρατιάς Μικράς Ασίας τον Νοέμβριο του 1920.
Ένα μήνα αργότερα, τον Δεκέμβριο για να διακριβώσει τις δυνατότητες του ελληνικού στρατού, αλλά και του τουρκικού, επιτέθηκε κατά των θέσεων αμύνης των Τούρκων, αποτυγχάνοντας και επιστρέφοντας άπρακτος στις θέσεις εξόρμησης.

 

Τον Μάρτιο του 1921 επιτέθηκε πάλι κατά των αμυντικών θέσεων του τουρκικού στρατού με σκοπό την κατάληψη των Εσκί Σεχίρ και Αφιόν Καραχισάρ.
Και πάλι η κακοσχεδιασμένη επίθεση απέτυχε πανυγηρικά με ασυνήθιστα μεγάλες απώλειες για τον ελληνικό στρατό, δίνοντας μεγάλα διπλωματικά οφέλη στην κεμαλική κυβέρνηση της Άγκυρας.

Τον Ιούνιο του ίδιου έτους μετά από συστηματική προπαρασκευή, ενίσχυση των μονάδων εκστρατείας με νέες κλάσεις στρατολογημένων και αναδιάταξη των μονάδων, η Στρατιά εφόρμησε προς ανατολάς για την κατάληψη της Κιουτάχειας και στη συνέχεια των Εσκί Σεχίρ και Αφιόν Καραχισάρ, αλλά και για τη συντριβή του κεμαλικού στρατού.
Ο ΕΣ κατέλαβε την Κιουτάχεια και μετά τη Μάχη του Εσκί Σεχίρ κατέλαβε την πόλη αυτή και νοτιότερα το Αφιόν Καραχισάρ, αλλά απέτυχε να συντρίψει τον τουρκικό στρατό ο οποίος υποχώρησε αλώβητος και εγκαταστάθηκε αμυντικά ανατολικά του Σαγγαρίου ποταμού μπροστά από την Άγκυρα, έδρα των Κεμαλιστών.

Με αυτή την εξέλιξη των επιχειρήσεων στο ελληνικό Γενικό Επιτελείο Στρατού προέβαλε επιτακτικά η κατάληψη της Άγκυρας, ώστε να εξαρθρωθεί η κεμαλική αντίσταση και να αποκτήσει η Ελλάδα ένα αδιαμφισβήτητο διπλωματικό πλεονέκτημα για την υπέρ της διευθέτησης του μικρασιατικού ζητήματος.
Στο Πολεμικό Συμβούλιο της Κιουτάχειας στις 15 Ιουλίου 1921 που έλαβαν μέρος ανώτατα στρατιωτικά και κυβερνητικά στελέχη υπό την προεδρία του βασιλιά Κωνσταντίνου, διατύπωσε επιφυλάξεις για την εισήγηση της κυβέρνησης Γούναρη και του βασιλιά Κωνσταντίνου για την περαιτέρω προέλαση του ελληνικού στρατού προς Άγκυρα, αλλά τελικά συντάχθηκε υπέρ της εκστρατείας και η απόφαση ήταν ομόφωνη.
Σύμφωνα με κάποιες πηγές παραιτήθηκε, αλλά, σύμφωνα με τα αρχεία του Γενικού Επιτελείου, η Στρατιά Μικράς Ασίας της οποίας ήταν Αρχιστράτηγος, είχε εισηγηθεί την προέλαση αυτή στην κυβέρνηση και τον Φεβρουάριο του 1921 και στο Πολεμικό Συμβούλιο της Κιουτάχειας η απόφαση πάρθηκε ομόφωνα.
Στη συνέχεια ηγήθηκε της εκστρατείας Σαγγαρίου - Αγκύρας, η αποτυχία της οποίας αποτέλεσε σημαντική καμπή για την πορεία του πολέμου.

Τον Μάιο του 1922 τελικά αντικαταστάθηκε στην αρχιστρατηγία από τον Γεώργιο Χατζανέστη και αποστρατεύθηκε.
Οι συζητήσεις για την αντικατάστασή του ή την παραμονή στην ηγεσία είχαν ξεκινήσει από τις αρχές Μαΐου, καθώς την 15η Μαΐου θα έπρεπε να αποχωρήσει από το στράτευμα λόγω κατάληψης του ορίου ηλικίας.
Η κυβέρνηση ήταν αρχικά θετική για την παραμονή του, όμως λόγω διαφωνίας που προέκυψε μεταξύ Στεργιάδη και Παπούλα για την τακτική στη Μικρά Ασία, ο τελευταίος υπέβαλε παραίτηση.
 Σύμφωνα με την Διεύθυνση Ιστορίας του Ελληνικού Στρατού παραιτήθηκε στις 8 Μαΐου 1922 διότι είχε τη γνώμη πως έπρεπε η κυβέρνηση να δώσει μεγαλύτερη σημασία στις προτάσεις Μικρασιατικών Οργανώσεων και Αμυνιτών Αξιωματικών, που ζητούσαν ανεξάρτητο Μικρασιατικό Κράτος με κυβερνήτη αυτόν τον ίδιο.
Η κυβέρνηση έκανε δεκτή την παραίτησή του και τον αποστράτευσε με κύρια αιτιολογία την κατάληψη του ορίου ηλικίας του και ενώ πριν είχε δημοσιεύσει στο ΦΕΚ την αντικατάστασή του από τον Χατζανέστη, γεγονός που εξόργισε τον Παπούλα.

Μετά από την ήττα στη Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922, το ξέσπασμα της επαναστάσεως και τον ερχομό του στρατού στην Αθήνα ανέλαβε την εκπροσώπηση της κυβέρνησης στις συνομιλίες με την επαναστατική επιτροπή που έδρευε στο Λαύριο.
Υπήρξε δε και ένας από τους επικρατέστερους για να αναλάβει τον πρωθυπουργικό θώκο από την επαναστατική επιτροπή, ιδέα που τελικώς απορρίφθηκε.
Τελικά ανέλαβε γενικός διοικητής Θράκης, θέση από την οποία παραιτήθηκε μερικές μέρες αργότερα.

Κατά τη Δίκη των έξι, αν και ο ίδιος πριν από τη διαφωνία με τον βασιλιά Κωνσταντίνο σχετικά με την προέλαση, ανήκε στη φιλοβασιλική παράταξη το Νοέμβριο του 1922, κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Γεωργίου Χατζηανέστη παρ' όλο που υπήρχε κίνδυνος να παραπεμφθεί και ο ίδιος σε δίκη. Υποστηρίχθηκε ότι πολλές ευθύνες που του αναλογούσαν τις επέρριψε στον διάδοχό του.

Τελικά προσχώρησε στη βενιζελική παράταξη και αργότερα έγινε υποστηρικτής της αβασίλευτης δημοκρατίας.
Το 1935 συνελήφθη για τη συμμετοχή του στο αποτυχημένο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 των Πλαστήρα-Βενιζέλου, καταδικάστηκε σε θάνατο και τελικά εκτελέστηκε, παρόλο που είχε δοθεί χάρη, δια τουφεκισμού ξημερώματα της Μεγάλης Τετάρτης 24 Απριλίου του 1935 μαζί με τον αντιστράτηγο Μιλτιάδη Κοιμήση, όχι αναγκαστικά ως οι περισσότερο υπεύθυνοι.

Η εκτέλεσή του θεωρήθηκε ως εκδίκηση των αντιβενιζελικών στις εκτελέσεις των έξι το 1922.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ο Καίσαρ Εμμανουήλ ήταν Έλληνας ποιητής και μεταφραστής.

Γεννήθηκε το 1902 ή το 1904 στην Αθήνα αλλά η καταγωγή του ήταν από την Πάτρα.

Δεύτερος ξάδελφος του ήταν ο ποιητής Ζαν Μορεάς.
Εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών διακόπτοντας τις σπουδές του στο τελευταίο έτος λόγω των στρατιωτικών του υποχρεώσεων. Αποφοίτησε τελικά το 1938 μιας και παράλληλα εργαζόταν σε ασφαλιστική εταιρεία στον Πειραιά, ενώ κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 υπηρέτησε ως διερμηνέας ιταλικών.

Νωρίτερα είχε ιδρύσει στο Νέο Φάληρο το Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών στο οποίο ο ίδιος δίδασκε την αρχαία ελληνική και την ιταλική γλώσσα.
Από το 1937 έως το 1940 υπήρξε ανταποκριτής της ρουμανικής εφημερίδας Le moment όπου έγραφε φιλολογικά άρθρα στα γαλλικά, και στην Κατοχή εργάστηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Αθήνας.
 Μετά από αυτήν και έως το 1958 εργάστηκε σε δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια.
Αργότερα συνέχισε το εκπαιδευτικό του έργο στην Κύπρο και την Αίγυπτο διδάσκοντας στα εκεί ελληνικά σχολεία.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την ποίηση και τις μεταφράσεις έργων μέχρι το τέλος της ζωής του.

Πέθανε από σακχαρώδη διαβήτη στο Δημοτικό Νοσοκομείο Αθηνών στις 24 Απριλίου 1970.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΖΑΝΑΣ

Ο Κωνσταντίνος Καζάνας ήταν Έλληνας Μικρασιάτης δημοδιδάσκαλος με σημαντική δράση κατά την Εθνική Αντίσταση.

Γεννήθηκε το 1910 στο Δεμιρδέσιο Προύσας της Μικράς Ασίας.

Μαθήτευσε στην Ελληνική Αστική Σχολή Προύσης.
Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Προσοτσάνη Δράμας όπως και πολλές οικογένειες Μικρασιατών από την Προύσα.
Ως απόφοιτος της Αστικής Σχολής εργάστηκε αφιλοκερδώς επί μακρόν ως δημοδιδάσκαλος στους οικισμούς της περιοχής που στερούνταν διδασκάλου. Διετέλεσε επίσης γραμματέας της Κοινότητας Πυρσούπολης-Προσοτσάνης.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1944 στην Προσοτσάνη, και ενώ η ευρύτερη Ανατολική Μακεδονία βρισκόταν ακόμη υπό την κατοχή των Βουλγάρων, ο δημοδιδάσκαλος Κωνσταντίνος Καζάνας μαζί με τον Αστέριο Αστεριάδη υπέστειλαν υπό το φως της ημέρας τη βουλγαρική σημαία και ύψωσαν την ελληνική, στην κεντρική πλατεία της πόλης, παρά την τρομοκρατία και τις απειλές των κατακτητών.
Το γεγονός αυτό, μοναδικό για ολόκληρη την κατακτημένη Ευρώπη, καταδίκασε τον Κωνσταντίνο Καζάνα σε εξορία στις φυλακές στη Σόφια αλλά αποτέλεσε πλήγμα για τις φασιστικές βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής και ταυτόχρονα αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων αγωνιστών και του τοπικού πληθυσμού.

Διετέλεσε υπεύθυνος οικονομικών της Συνεταιριστικής Ένωσης Καπνοπαραγωγών Ελλάδας (ΣΕΚΕ) στη Δράμα, αλλά μετά την επιβολή της Δικτατορίας απολύθηκε λόγω των δημοκρατικών του φρονημάτων.
Αργότερα, στην πόλη της Καβάλας εργάστηκε ως λογιστής των Καπνεργοστασίων της πόλης.

Το έτος 1977 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην πόλη της Θεσσαλονίκης, στη συνοικία του Ντεπώ, επιδεικνύοντας σημαντική κοινωνική δράση όπως για την απρόσκοπτη κινητικότητα των ανθρώπων με αναπηρία στο πολεοδομικό συγκρότημα αλλά και σε κρίσιμες περιστάσεις για την πόλη όπως ο σεισμός του 1978.

Απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη στις 24 Απριλίου 1982.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ

Ο Γιάννης Μαγκλής ήταν Έλληνας συγγραφέας, ο οποίος γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1909.

Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο στη γενέτειρά του άρχισε να εργάζεται σε νεανική ηλικία στα σφουγγαράδικα.
Από το 1926 και επί δυόμισι χρόνια εργάστηκε σε αποθήκη επεξεργασίας σφουγγαριών.
Δημιούργησε καλές εντυπώσεις, γι' αυτό και η εργοδότρια εταιρεία τον έστειλε εξωτερικό σε λύκειο της Χάβρης στη Γαλλία, για να συμπληρώσει τις σπουδές του.
Όταν τελείωσε τις σπουδές έγινε υποδιευθυντής του υποκαταστήματος στο Παρίσι.
Όντας στη γαλλική πρωτεύουσα, μελέτησε ιστορία, φιλοσοφία και λογοτεχνία.
Το 1933 μετατέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Αρρώστησε από φυματίωση, επειδή οι συνθήκες εργασίας ήταν πολύ ανθυγιεινές.
Επί πολλά χρόνια ταλαιπωρήθηκε η υγεία του.
Μετατέθηκε στην Αίγινα το 1937, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον Νίκο Καζαντζάκη, ο οποίος έγινε πνευματικός οδηγός του.
Στα χρόνια της Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ.
Έγινε αρχικά υπεύθυνος για την περιφέρεια της Αίγινας.
Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στην Κηφισιά ως διαφωτιστής.
Στον Εμφύλιο, ανέβηκε στο βουνό με τους αντάρτες.
Μετά το τέλος του γύρισε στην Κάλυμνο, όπου έπιασε και πάλι δουλειά στα σφουγγαράδικα.

Το 1940 δημοσίευσε τη συλλογή διηγημάτων «Οι κολασμένοι της θάλασσας», στην Αίγινα, που του χάρισε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό του περιοδικού «Νεοελληνική Λογοτεχνία».
Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν αυτός που τον ενθάρρυνε να συνεχίσει το γράψιμο και μάλιστα του ζήτησε να μεταφράσει στα ελληνικά το έργο του «Τόντα - Ράμπα», το οποίο ο Καζαντζάκης είχε γράψει στα γαλλικά.
Στα χρόνια μετά από τον Ελληνικό Εμφύλιο ασχολήθηκε και με το θέατρο.
Έγραφε θεατρικά έργα και δημιουργούσε ερασιτεχνικούς θιάσους στην Κάλυμνο και στη Ρόδο.
Από το 1948 και μετά αντιμετώπισε ξανά σοβαρά προβλήματα υγείας. Ταλαιπωρήθηκε επί εννιά σχεδόν χρόνια, ενώ πραγματοποίησε δύο σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις στο εξωτερικό, αλλά παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, ο Μαγκλής δεν σταμάτησε να γράφει.

Κέρδισε το πρώτο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1958 για το έργο του «Τ’ αδέλφια μου οι άνθρωποι», και το 1974 για το έργο του «Οι σημαδεμένοι», καθώς και το δεύτερο κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το έργο του «Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί» (1956).
Τα έργα του «Κολασμένοι της θάλασσας» το 1988 και «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου» το 1989, του απέφεραν το χρυσό μετάλλιο σε δυο ευρωπαϊκούς διαγωνισμούς θαλασσινού πεζογραφήματος.
Επίσης του απονεμήθηκαν το Χρυσό Μετάλλιο του Δήμου Καλύμνου το 1982, και το Βραβείο της Ακαδημίας Κλασσικής Ποίησης της Γαλλίας το 1983.

Ο Γιάννης Μαγκλής ήταν ένας από τους πιο παραγωγικούς και πιο διαβασμένους Έλληνες συγγραφείς της Μεταπολεμικής περιόδου.
Ήταν από τους πιο αγαπημένους συγγραφείς πολύ μεγάλης μερίδας του αναγνωστικού κοινού τις δεκαετίες '50, '60 και '70.
Το έργο του εντάσσεται στην παράδοση της ελληνικής ρεαλιστικής Ηθογραφίας. Δέχτηκε αρκετές επιρροές από το έργο και τον Ιδεολογικό προσανατολισμό του Καζαντζάκη.
Η γραφή του χαρακτηρίζεται από το απλό ύφος, την αμεσότητα στην έκφραση των συναισθημάτων, τη μοναδική αφηγηματική του ικανότητα, η δημιουργία ηρώων που είναι ολοκληρωμένες προσωπικότητες, ένας έμμεσος διδακτισμός και το αγωνιστικό πνεύμα.

Ο Γιάννης Μαγκλής πέθανε στις 24 Απριλίου 2006, στην Κηφισιά.
Τάφηκε στην Κάλυμνο.
 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γιώργος Τσιτσόπουλος ήταν Έλληνας ηθοποιός.

Γεννήθηκε το 1929 στην Αθήνα και τελείωσε τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

Ξεκίνησε τη θεατρική του καριέρα στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη το 1955.
Ο ίδιος συνήθιζε να λέει: "Είμαι ο μεγάλος δεύτερος" για το σύνολο σχεδόν των υποστηρικτικών ρόλων του στη θεατρική σκηνή και τον κινηματογράφο.
Είχε τιμηθεί με το βραβείο "Κάρολος Κουν" για την ερμηνεία του στον ρόλο του πάστορα Μάντερς στο έργο του Ιάκωβου Καμπανέλη "Στη χώρα Ίψεν", που είχε ανέβει στο Ανοιχτό Θέατρο σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη.
Σημαντικοί ήταν επίσης και οι ρόλοι του στον τρελό της "Δωδεκάτης νύχτας" με τον Ευαγγελάτο στο Εθνικό, στον Φιλέα Φονγκ στον "Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες" επίσης με τον Ευαγγελάτο, στον "Βυθό" του Γκόργκι, στον "Ματωμένο γάμο" με τους Αλέξη Μινωτή - Κατίνα Παξινού κ.ά.

Εκτός από το θέατρο, έπαιξε και στον ελληνικό κινηματογράφο και μάλιστα στη χρυσή εποχή του, πάντα σε δεύτερους ρόλους, που τον κατέστησαν και περισσότερο γνωστό, όπως στις ταινίες Ο κύριος πτέραρχος, που ως σμηνίτης ακολουθούσε τα παραγγέλματα του Κώστα Χατζηχρήστου, Κάτι να καίει, Η Αλίκη στο ναυτικό, Νύχτα γάμου, Γαμπρός απ' το Λονδίνο, Ο ξυπόλητος πρίγκιψ, Ξύπνα Βασίλη, Η Παριζιάνα, Όλγα, αγάπη μου, Τρελοί πολυτελείας, Τρεις κούκλες κι εγώ κ.ά.

Γενικά υπηρέτησε τη θεατρική και κινηματογραφική σκηνή με συνέπεια και ήθος. Κάτοικος Καλλιθέας, ήταν παντρεμένος και είχε ένα γιο.

Πέθανε στις 24 Απριλίου 2006 νικημένος από τον καρκίνο στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών σε ηλικία 77 ετών.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΑΤΣΟΣ

Ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος ήταν Έλληνας πανεπιστημιακός, από τους κορυφαίους συνταγματολόγους της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Γεννήθηκε στις 5 Μαρτίου 1933 στην Αθήνα και ήταν γιος του Θεμιστοκλή Τσάτσου, δικηγόρου, βουλευτή και αδελφού του μετέπειτα Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου, και της Αννίτας Αλευρά.

Σπούδασε νομική και πολιτικές επιστήμες στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Χαϊδελβέργης, ενώ σε ηλικία μόλις 27 ετών ανακηρύχθηκε διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από το 1958 έως το 1964 υπήρξε επιμελητής στη Νομική Σχολή της Χαϊδελβέργης και την περίοδο 1964-1965 εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ (Max-Planck Institut).
Το 1968 εκλέχτηκε υφηγητής στη νομική σχολή του πανεπιστημίου της Βόννης, στο οποίο και δίδασκε και υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών.
Λόγω της Χούντας των Συνταγματαρχών δεν επετράπη ο διορισμός του.
Το 1969 εκλέχτηκε τακτικός καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αλλά πάλι δεν του επετράπη να διδάξει.
Το 1970 εκλέχτηκε μόνιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, ενώ το 1973 φυλακίστηκε από τη δικτατορία.
Το 1975 εξελέγη τακτικός καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ.

Με την πτώση της δικτατορίας έγινε υφυπουργός Εθνικής Παιδείας στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κάθαρση της παιδείας από τους συνεργάτες της δικτατορίας.
Το 1975 ήταν εισηγητής της αντιπολίτευσης για το νέο σύνταγμα της Ελλάδας.
Το 1974 εκλέχτηκε βουλευτής Α΄ Αθηνών με την Ένωση Δημοκρατικού Κέντρου.

Από τον Οκτώβριο του 1993 μέχρι τον Ιούνιο του 1994 διατέλεσε ειδικός σύμβουλος για θέματα Θεσμών στο Πολιτικό Γραφείο του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου,ενώ για τα επόμενα δέκα χρόνια, από τον Ιούνιο του 1994 μέχρι τον Ιούνιο του 2004, χρημάτισε ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ.

Δίδαξε επίσης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Χάγης.
Ήταν ιδρυτής και επίτιμος πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου - Ιδρύματος Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου.
Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων (1988-1992). Το 1995 τιμήθηκε με το πολιτιστικό Βραβείο Ευρώπης.
Τιμήθηκε επίσης με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα των πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης, Κρήτης και Πελοποννήσου.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον καθηγητή Αντώνη Μανιτάκη: «Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ειδικά η Νομική Σχολή είχε την τύχη να τον συγκαταλέξει στα μέλη της, αφού σε αυτήν ξεκίνησε την πανεπιστημιακή του καριέρα ως τακτικός καθηγητής της έδρας του Γενικού Δημοσίου Δικαίου 1974, πλάι στον Αριστόβουλο Μάνεση που κατείχε στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου.
Η Νομική διένυε τότε την πιο ένδοξη περίοδο της ιστορίας της.
Το Τμήμα Νομικής αναγνωρίζοντας την σημαντική προσφορά του στην ελληνική και ευρωπαϊκή επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου τον ανακήρυξε το 2003 επίτιμο διδάκτορα».

Απεβίωσε στις 24 Απριλίου 2010 στην Αθήνα.
 

"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

ΕΛΛΗ ΒΟΖΙΚΙΑΔΟΥ

Η Έλλη Βοζικιάδου ήταν Ελληνίδα ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας και ενδυματολόγος.
Θήτευσε ως πρωταγωνίστρια στο Εθνικό Θέατρο επί τουλάχιστον 25 χρόνια. Επίσης είχε στην κατοχή της το Θέατρο Θυμέλη το οποίο διέγραψε σημαντική πορεία με κεντρική και παιδική σκηνή, σε παραστάσεις αρχαίου δράματος και κλασσικού ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου.

Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου 1932 στην Αθήνα.

Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Την καριέρα της την ξεκίνησε το 1960 και το 1980 ίδρυσε το Θέατρο Θυμέλη.

Πέθανε στις 24 Απριλίου του 2020.
 

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 145
Χθες: 351
Αυτήν την εβδομάδα: 1312
Αυτόν τον μήνα: 4849
Συνολικά: 142175