"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ
ΘΩΜΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Ο Θωμάς Οικονόμου ήταν ηθοποιός και ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες τους νεοελληνικού θεάτρου.
Γιος του ζωγράφου της Αυλής των Αψβούργων Αριστείδη Οικονόμου γεννήθηκε στη Βιέννη στις 12 Ιουλίου 1864 όπου σπούδασε και ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός.
Στην Ελλάδα ήρθε το 1900-1901 αρχικά ως καθηγητής της Δραματικής Σχολής του τότε «Βασιλικού Θεάτρου» και έπειτα, μετά την αποχώρηση του Άγγελου Βλάχου, ως σκηνοθέτης.
Εκεί θα γνωρίσει τη νεαρή Μαρίκα Κοτοπούλη, με την οποία θα συνάψει μαζί της ερωτικό δεσμό και θα την αναδείξει ως πρωταγωνίστρια του θιάσου.
Το 1906 εγκατέλειψε το Βασιλικό Θέατρο (Ελλάδα) μαζί με την Μαρίκα Κοτοπούλη, με την οποία και θα συνεργαστεί στο θίασο του πατέρα της συντρόφου του, Δημήτρη Κοτοπούλη, προκειμένου να παρουσιάσουν τις νεωτεριστικές προτάσεις τους στο αθηναϊκό κοινό.
Η προσπάθεια τους θα στεφθεί από θετικές κριτικές, αλλά και παταγώδη εισπρακτική αποτυχία που θα οδηγήσει τον Οικονόμου στο θεατρικό περιθώριο και τη σχέση τους στην καταστροφή.
Από το 1918 έως το 1922, θα εργαστεί στο Ωδείο Αθηνών ως καθηγητής υποκριτικής και διευθυντής του θιάσου.
Μεταξύ των πολλών μαθητών του διακρίνουμε και το Δημήτρη Ροντήρη.
Η συνεισφορά του στο ελληνικό θέατρο, τόσο σκηνοθετικά και υποκριτικά όσο και κυρίως από τη θέση του δασκάλου, θεωρείται καθοριστική.
Η αισθητική άποψη του Οικονόμου ήταν νατουραλιστική «που τον οδηγούσε σε εξεζητημένες ακρότητες, όπως αυτή με τη Μ. Κοτοπούλη την οποία υποχρέωνε να επισκέπτεται ασθενείς του φρενοκομείου για να βασίσει πάνω στη συμπεριφορά τους την απόδοση του ρόλου της Μαργαρίτας στην τελευταία πράξη του Φάουστ του Γκαίτε».
Ως διευθυντής του Βασιλικού Θεάτρου δίδαξε κυρίως Σαίξπηρ και Γερμανούς δραματουργούς, όπως ο Γκαίτε, Σίλλερ, Grillparzer, Κλάιστ και άλλους.
Αγνόησε σχεδόν εντελώς τους Γάλλους συγγραφείς.
Ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τη δημοτική γλώσσα στην ερμηνεία των τραγωδιών.
Πέθανε από ημιπληγία στο Γαλλικό Νοσοκομείο της Αθήνας στις 21 Μαρτίου 1927.
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ
Ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, κατά κόσμον Σπυρίδων Βλάχος ήταν Έλληνας Ορθοδοξος ιεράρχης και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος την περίοδο 1949–1956.
Γεννήθηκε το 1873 στη Χηλή της Βιθυνίας Μικράς Ασίας και καταγόταν από τον οικισμό Ρουψιά του Πωγωνίου.
Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Ως αρχιερατικός επίτροπος και ιεροκήρυκας στην Καβάλα άρχισε να προσφέρει ηθική αλλά και υλική υποστήριξη στον Μακεδονικό Αγώνα.
Το 1906 εξελέγη Μητροπολίτης Βελλάς (Ιερά Μονή κοντά στα Ιωάννινα) και Κονίτσης.
Οι υπηρεσίες του κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912–1913) και στο ζήτημα της Βόρειας Ηπείρου κρίθηκαν σπουδαίες και μεγάλες.
Τον Φεβρουάριο του 1914 συμμετείχε ως μέλος στην προσωρινή κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου.
Στη Μονή Βελλάς ίδρυσε ιεροδιδασκαλείο με πρότυπο δημοτικό σχολείο.
Την 1 Οκτωβρίου 1916 εξελέγη Μητροπολίτης Ιωαννίνων.
Από το 1926 άρχισε να εκδίδει τα «Ηπειρώτικα Χρονικά».
Ως Μητροπολίτης Ιωαννίνων συμμετείχε σε στημένη δίκη-παρωδία για την καταδίκη του αντιστασιακού Μητροπολίτη Χίου Ιωακείμ Στρουμπή.
Έτσι ο Ιωακείμ Στρουμπής τιμωρήθηκε με έκπτωση από τη μητρόπολή του, με τις κατηγορίες που κατασκεύασε η εθνικιστική «Εθνική Οργάνωση Χίου» και ο διώκτης του Ιωακείμ και ιδεολογικός του αντίπαλος Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων.
Στις 20 Απριλίου 1941, ημέρα του Πάσχα, ο τότε διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού και μετέπειτα κατοχικός πρωθυπουργός Γεώργιος Τσολάκογλου, σε συνεννόηση με τον διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Παναγιώτη Δεμέστιχα, τον διοικητή Β΄ Σώματος Στρατού, αντιστράτηγο Γεώργιο Μπάκο, αλλά και τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, κατάργησε πραξικοπηματικά τον διοικητή Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα, ανέλαβε ο ίδιος διοικητής της Στρατιάς και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας Ες-Ες, υποστράτηγο Σεπ Ντίτριχ (Josef "Sepp" Dietrich), στο Βοτονόσι Ιωαννίνων.
Ο αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος, σε τηλεγράφημά του προς το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, κατήγγειλε την πρωτοβουλία του Τσολάκογλου ως αντίθετη προς τα συμφέροντα της πατρίδας, διέταξε την αντικατάσταση του Τσολάκογλου και αγώνα «μέχρι εσχάτου ορίου δυνατοτήτων». Ήταν όμως ήδη αργά.
Στις 4 Ιουνίου 1949 εξελέγη παμψηφεί Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος.
Αγωνίστηκε για την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας μετά τις περιπέτειες από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τις συνέπειες του εμφυλίου.
Ασχολήθηκε ενεργά αναλαμβάνοντας και την ηγεσία του Κυπριακού αγώνα, στην οποία θα τον διαδεχθεί αργότερα ο Μακάριος, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου.
Πέθανε στις 21 Μαρτίου 1956.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΩΤΕΑΣ
Ο Παναγιώτης Φωτέας γεννήθηκε στην Καρδαμύλη Μάνης, το 1939 και ήταν Έλληνας πολιτικός, δοκιμιογράφος και πεζογράφος, ο οποίος διετέλεσε Νομάρχης στη Ροδόπη και στη Μεσσηνία.
Σπούδασε Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στις Πολιτικές Επιστήμες στο Παρίσι και ήταν διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Έπειτα από δική του επιλογή, διορίστηκε Νομάρχης Ροδόπης το 1974.
Στη θέση αυτή παρέμεινε έως το 1981.
Αργότερα ανέλαβε γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών και Μελετών (1984-85), γενικός γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού (1989-92) και στις 22 Οκτωβρίου 1992 εξελέγη βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, αντικαθιστώντας τον παραιτηθέντα Αντώνη Σαμαρά στην εκλογική περιφέρεια Μεσσηνίας.
Η θητεία του τερματίστηκε το 1993.
Στις νομαρχιακές εκλογές του 1994 εξελέγη Νομάρχης Μεσσηνίας με ποσοστό 56,7%, επικεφαλής της παράταξης "Λαϊκή Ένωση για τη Μεσσηνία".
Απεβίωσε ενώ ήταν εν ενεργεία Νομάρχης, στις 21 Μαρτίου το 1998, σε ηλικία μόλις 59 ετών.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ
Ο Κωστής Παπαγιώργης (πραγματικό ονοματεπώνυμο: Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, ήταν Έλληνας δοκιμιογράφος, αρθρογράφος και μεταφραστής φιλοσοφικών έργων.
Γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου το 1947 στο Νεοχώρι Υπάτης Φθιώτιδας, όπου εργαζόταν ως δάσκαλος ο πατέρας του.
Στη συνέχεια έζησε στην Παραλία της Κύμης (1951-1960), στο Χαλάνδρι και εν τέλει στα Εξάρχεια, όπου και διέμεινε μέχρι τον θάνατό του.
Το 1966 πήγε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές νομικής και παρέμεινε εκεί για ένα χρόνο.
Αργότερα εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για σπουδές φιλοσοφίας και παρέμεινε εκεί ώς το 1975.
Παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν με καθηγητές, τους Ντελέζ, Λιοτάρ και Σατελέ.
Δεν ολοκλήρωσε ούτε τις σπουδές νομικής ούτε αυτές της φιλοσοφίας.
Το 1975 επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα και επιδόθηκε στη μετάφραση φιλοσοφικών έργων, αλλά και τη συγγραφή δοκιμιακών κειμένων και βιβλίων. Εξέδωσε και το θεωρητικό περιοδικό «Χώρα».
Υπήρξε στενός φίλος του Χρήστου Βακαλόπουλου, για τον οποίο έγραψε και το βιβλίο Γεια σου, Ασημάκη.
Είχε επίσης συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά, διατηρώντας κατά καιρούς στήλες στην εφημερίδα Επενδυτής, στο περιοδικό Αθηνόραμα, και στην εφημερίδα Lifo.
Το 2002 τιμήθηκε με το κρατικό λογοτεχνικό βραβείο μαρτυρίας - χρονικού για τον Κανέλλο Δεληγιάννη.
Ζούσε με τη γυναίκα του, Ράνια Σταθοπούλου.
Πέθανε στις 21 Μαρτίου 2014.