"ΕΦΥΓΑΝ" ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 30 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΗΣ
Ο Βασίλης Μεσολογγίτης ήταν Έλληνας ηθοποιός.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1905, όπου ο πατέρας του, χιώτικης καταγωγής, δραστηριοποιούνταν στις επιχειρήσεις.
Όταν τα σύννεφα πάνω από το μικρασιατικό μέτωπο άρχισαν να πυκνώνουν, η οικογένεια μεταφέρθηκε στην Αθήνα, στα 1921, και ο νεαρός Βασίλης φοιτά στη Νομική, προκειμένου να αναλάβει τις οικογενειακές επιχειρήσεις.
Όμως, η κλίση του προς τη λογοτεχνία σύντομα θα τον κερδίσει, με αποτέλεσμα να βάλει στην άκρη για πάντα τα νομικά του βιβλία και να επιδοθεί στο μόνο επάγγελμα που ταίριαζε στον ατίθασο χαρακτήρα του («είμαι τύπος που δεν μπορώ να κλειστώ πουθενά», έλεγε πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του) και το συγγραφικό του ταλέντο: τη δημοσιογραφία.
Από το 1926 μέχρι το 1932 θα εργαστεί στις εφημερίδες της εποχής Αστραπή, Χρονογράφος και Ελληνικόν Μέλλον, ενώ παράλληλα θα αρχίσει να δημοσιεύει και τα πρώτα λογοτεχνικά του κείμενα σε περιοδικά της εποχής, όπως Ο Νουμάς ή οι Νέοι Άνθρωποι και πολλά άλλα.
Όμως η μεγάλη στροφή στη ζωή του Β. Μεσολογγίτη θα γίνει στα 1932, όταν «σαλτάρει ξαφνικά στο παλκοσένικο», όπως σημειώνει στην ίδια συνέντευξή του. Και επρόκειτο κυριολεκτικά για «σάλτο», αφού το λογοτεχνικό του ταλέντο και ένα τυχαίο γεγονός ήταν αυτά που τον έσπρωξαν στο παλκοσένικο.
Συγκεκριμένα, το 1932, ο Β. Μεσολογγίτης, δημοσιογράφος πλέον με γνωριμίες στην «πιάτσα» των ηθοποιών του μουσικού θεάτρου, δίνει κείμενά του στον πρωταγωνιστή και θιασάρχη Νίκο Μηλιάδη για τη σατιρική επιθεώρηση Η πεισματάρα (όπου έπαιζαν, μεταξύ άλλων, οι Κάκια Μένδρη και Καίτη Ντιριντάουα).
Η αρρώστια ενός ηθοποιού υπήρξε γι' αυτόν η απρόσμενη ευκαιρία για να ερμηνεύσει ο ίδιος στο σανίδι τα κείμενά του.
Η εμπειρία αυτή θα αποβεί καθοριστική για τον Βασίλη Μεσολογγίτη.
Θα εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία για χάρη του θεάτρου και το άστρο του θα αρχίσει να μεσουρανεί καθʼ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου στον χώρο της επιθεώρησης, του βαριετέ και του μουσικού θεάτρου.
Στη διάρκεια της Κατοχής συνεχίζει τις εμφανίσεις του στην Αθήνα, αλλά και στην επαρχία, όπου συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς, μαζί με τους Καλή Καλό και Νίκο Φέρμα.
Παράλληλα, δραστηριοποιείται στους κόλπους του ΕΑΜ και στη λειτουργία συσσιτίων για τους αναξιοπαθούντες ηθοποιούς.
Τα Δεκεμβριανά τον βρίσκουν να δίνει παραστάσεις μαζί με την Καίτη Ντιριντάουα σε ένα θεατράκι προς το Γαλάτσι, περιοχή όπου κυριαρχούσαν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ.
Μολονότι μια δεξιά εφημερίδα της εποχής κατηγόρησε το θεατρικό αυτό ζευγάρι ότι... «επικεφαλής Αρμεναίων κατέλαβαν την Ασφάλεια» (!), θα συνεχίσει σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου τις εμφανίσεις του, έχοντας πλέον καθιερωθεί ως χαρακτηριστικός «τύπος» στο ελαφρύ θέατρο, όπως και αργότερα ως κωμικός, συμμετέχοντας σε (συγκριτικά λίγες) ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου την περίοδο 1957-1963.
Όμως, πέρα από το «σαράκι» του ηθοποιού, τον Βασίλη Μεσολογγίτη έτρωγε από νωρίς και το «μικρόβιο» του συνδικαλισμού.
Ήδη από το 1931 γίνεται μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1934 ιδρυτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Αλλά το μετερίζι από το οποίο θα διαπρέψει θα είναι εκείνο του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών.
Ήδη από τα 1947 εκτίθεται ως ανεξάρτητος υποψήφιος στις αρχαιρεσίες, αλλά στο Δ.Σ. θα εκλεγεί για πρώτη φορά το 1951.
Το 1952 θα αναλάβει την προεδρία του ΣΕΗ, αντικαθιστώντας τον θανόντα Ευ. Μαγκλιβέρα, θέση στην οποία θα επανεκλέγεται διαρκώς για 15 συνεχή χρόνια, μέχρι την κατάργηση των εκλεγμένων διοικήσεων των σωματείων από τη δικτατορία.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του θα επιτύχει πολλές βελτιώσεις της επαγγελματικής θέσης των ηθοποιών.
Ως πρόεδρος του ΣΕΗ συμμετείχε επίσης στην Επιτροπή των 115 Συνεργαζόμενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων και σε όλους τους αγώνες για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος κατά τη δεκαετία του 1960.
Μετά τη δικτατορία, έχοντας ήδη συνταξιοδοτηθεί, συνεχίζοντας το λογοτεχνικό του έργο, εκτέθηκε ως υποψήφιος βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στις πρώτες δημοκρατικές εκλογές και ως υποψήφιος δήμαρχος Νέας Σμύρνης, επικεφαλής κοινού ψηφοδελτίου ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ, το 1975.
Ο Βασίλης Μεσολογγίτης έφυγε από τη ζωή στις 30 Απριλίου 1988, σε ηλικία 83 ετών.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΛΥΤΑΣ
Ο Γεώργιος Πλυτάς γεννήθηκε στην Αθήνα, στις 13 Αυγούστου 1910.
Διέπρεψε στον ελληνικό και διεθνή ασφαλιστικό χώρο αλλά και στη διαχείριση των κοινών, όπου διακρίθηκε τόσο ως Δημοτικός Αρχών της πόλεως των Αθηνών, όσο και ως Υπουργός.
Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών καθώς επίσης και στο Ασφαλιστικό Ινστιτούτο του Λονδίνου (Chartered Insurance Institute).
Διατέλεσε Δήμαρχος Αθηναίων την περίοδο 1964-1967.
Εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών με την ΕΡΕ (1961) και με τη ΝΔ τα έτη 1977 και 1981.
Το 1982 διαγράφηκε από τη ΝΔ καθώς επέμενε να διεκδικήσει τον Δήμο Αθηναίων ενάντια στις επιθυμίες του κόμματος, και προσχώρησε στο ΚΟΔΗΣΟ, του οποίου διατέλεσε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος ως το 1984 οπότε και επανεντάχθηκε στη ΝΔ.
Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος ελληνικών ασφαλιστικών εταιρειών όπως της Εμπορικής Ένωσις της Ελλάδος, των Ασφαλειών Κρήτης και των Ασφαλειών Γ.Α. Πλυτά.
Επίσης διατέλεσε Αντιπρόσωπος για την Ελλάδα αλλοδαπών ασφαλιστικών εταιριών.
Ο Γεώργιος Πλυτάς επέδειξε και συγγραφικό έργο.
Παραλλήλα διατέλεσε Εκδότης και Συντάκτης των Εφημερίδων Νέον Άστυ, Εθνική Ενότης, και Νέα Δημοκρατία κατά την περίοδο της επταετίας (1967-1974) στο Λονδίνο.
Διατέλεσε Πρόεδρος Ενώσεως Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος και Ιδρυτικό Μέλος της BYRON SOCIETY στο Λονδίνο.
Μιλούσε τρεις γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά.
Θείος του ήταν ο διπλωμάτης και δημοσιογράφος Δημήτριος Κακλαμάνος.
Από τον γάμο του με την Βιργινία Πλυτά απέκτησε δύο κόρες και πέντε εγγόνια συμπεριλαμβανομένου της συγγραφέας Μαρία-Λάουρα Μακροπούλου Πλυτά.
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 1997 και η κηδεία έγινε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, στον τάφο της Οικογενείας Αμβροσίου Πλυτά.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
Ο Βασίλης Γεωργιάδης γεννήθηκε στα Δαρδανέλλια της Τουρκίας, στις 12 Αυγούστου 1921 και ήταν Έλληνας σκηνοθέτης, παραγωγός κινηματογράφου και ηθοποιός.
Αρχικά εργάσθηκε σαν βοηθός σκηνοθέτη, σε τρεις κατά σειρά ταινίες.
Δυο χρόνια μετά, το 1956, χρηματοδότησε ο ίδιος και σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία, Οι άσσοι του γηπέδου, που επαναπροβλήθηκε 41 χρόνια αργότερα, μόλις τρία χρόνια πριν το θάνατό του, με τον τίτλο Κυριακάτικοι ήρωες, το 1997. Η σύλληψη της ιδέας του, να χρησιμοποιήσει δηλαδή στους ρόλους αληθινούς ποδοσφαιριστές, ήταν πρωτοποριακή και μοναδική στα χρονικά, ενώ και η σκηνοθετική της προσέγγιση, παρέπεμπε στον ιταλικό νεορεαλισμό.
Επίσης, έλαβε μέρος σαν ηθοποιός στο πρώτο του εκείνο έργο, ερμηνεύοντας έναν μικρό ρόλο, όπως και σε επτά ακόμη ταινίες.
Το 2000, του αποδόθηκαν ευχαριστίες για τη συνεισφορά του στην ταινία Πίσω πόρτα.
Πέθανε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2000.
ΝΙΤΣΑ ΤΣΑΓΑΝΕΑ
Η Νίτσα Τσαγανέα ήταν Ελληνίδα ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου και αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης.
Γεννήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1902 στην Αθήνα, ως Ελένη Λάσκαρη, όπως ήταν το πατρικό της όνομα, και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Πρώτος σύζυγός της ήταν ο ηθοποιός Γιώργης Βιτσώρης και δεύτερος σύζυγός της ο επίσης ηθοποιός Χρήστος Τσαγανέας.
Πιο γνωστές ταινίες της είναι οι Ένας ήρως με παντούφλες, Οι Γερμανοί ξανάρχονται και Το πιο λαμπρό αστέρι.
Απεβίωσε σε ηλικία 100 ετών στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2002 και ετάφη στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, δίπλα στην αγαπημένη της κόρη, την επίσης ηθοποιό Λιάνα Βιτσώρη.
ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ
Ο Πάνος Γεραμάνης γεννήθηκε στο Βασιλικό Εύβοιας τον Δεκέμβριο 1945 και ήταν Έλληνας δημοσιογράφος, παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, βιογράφος, συγγραφέας και ερευνητής της ιστορίας του σύγχρονου ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Σε νεαρή ηλικία το 1964 άρχισε να εκδίδει την εφημερίδα Αγροτική Φωνή της Χαλκίδας, για να συνεργαστεί στη συνέχεια με πλήθος καθημερινών ή μη εντύπων αθλητικής (Άθενς Φούτμπολ, Αθλητικά Χρονικά, Ματιές στα Σπορ, Ομάδα, Πειραϊκά Σπορ, Φως των Σπορ) και ποικίλης ύλης (Απογευματινή, Ακρόπολις, Έθνος και Ελληνοσοβιετικά Χρονικά, Πρώτη, Κέρδος, Τα Νέα).
Τα επαγγελματικά και προσωπικά του ενδιαφέροντα επεκτείνονταν στη μουσική, κυρίως στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού του περασμένου αιώνα, το ποδόσφαιρο και το ραδιόφωνο.
Απεβίωσε στην Αγιά Πρέβεζας, στις 30 Απριλίου 2005 στην εξοχική του κατοικία το Μεγάλο Σάββατο,εξαιτίας καρδιακής ανακοπής και σε ηλικία 59 ετών.
Η βιογραφία του εκδόθηκε το 2010 από τον πανεπιστημιακό καθηγητή Ιστορίας και συγγραφέα Βασίλη Καρδάση, με τη συμπερίληψη ηχητικού υλικού συνέντευξής του στην κρατική ραδιοφωνία.
ΛΑΚΗΣ ΣΑΝΤΑΣ
Ο Λάκης (Απόστολος) Σάντας ήταν Έλληνας αντιστασιακός ήρωας που μαζί με τον αγωνιστή Μανώλη Γλέζο κατέβασαν τη γερμανική-ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη τη νύχτα της 30ής προς 31 Μαΐου 1941.
Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 22 Φεβρουαρίου το 1922, όπου τότε υπηρετούσε ο πατέρας του ως δημόσιος υπάλληλος.
Οι γονείς του κατάγονταν από το χωριό Πηγαδησάνοι της Λευκάδας, με τη μητέρα του να κατάγεται και από τη Βυτίνα Αρκαδίας.
Το 1934, η οικογένεια Σάντα εγκαθίσταται στην Αθήνα.
Τελειώνει το γυμνάσιο το 1940 και αμέσως μετά εισάγεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Θα αποφοιτήσει μετά την απελευθέρωση. Τη νύχτα της 30ής προς 31η Μαΐου 1941 θα κατεβάσει μαζί με το φίλο του Μανώλη Γλέζο τη χιτλερική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης και θα την κρύψει στο πηγάδι που οι αρχαίοι τάιζαν τον Εριχθόνιο, όπου και βρίσκεται θαμμένη ακόμα.
Το 1942 εντάσσεται στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και λίγο αργότερα στην Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ).
Το 1943 βγαίνει στο βουνό με τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ). Πήρε μέρος σε αρκετές μάχες στην Αιτωλοακαρνανία, τη Φθιώτιδα και την Αττικοβοιωτία και το 1944 τραυματίστηκε.
Το 1946 εξορίζεται στην Ικαρία.
Το 1947 φυλακίζεται στην Ψυττάλεια, απ’ όπου το 1948 στέλνεται στη Μακρόνησο.
Θα διαφύγει στη Γιουγκοσλαβία και θα ζητήσει πολιτικό άσυλο στον Καναδά, όπου θα ζήσει μέχρι το 1962.
Το 1963 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου έζησε για το υπόλοιπο της ζωής του.
Πέθανε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2011, σε ηλικία 89 ετών.
Η σορός του εκτέθηκε για λαϊκό προσκύνημα σε παρεκκλήσι της Μητρόπολης Αθηνών, ως τις 5 Μαΐου, οπότε κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου εκφώνησε επικήδειο ο Γλέζος, ενώ μεσίστια κυμάτιζε η ελληνική σημαία στο βράχο της Ακρόπολης.