" ΗΡΘΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 23 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ
Ο Μανόλης Ανδρόνικος ήταν Έλληνας αρχαιολόγος.
Γεννήθηκε στην Προύσα στις 23 Οκτωβρίου 1919.
Ο πατέρας του, Λεωνίδας, ήταν από τη Σάμο και η μητέρα του από την Ίμβρο. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή η οικογένειά εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Μπήκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1936, όπου προσωπικότητες όπως αυτή του καθηγητή Κωνσταντίνου Ρωμαίου, του κίνησαν σε πρώτο στάδιο το αρχαιολογικό του ενδιαφέρον.
Ενώ ήταν φοιτητής, ο Ανδρόνικος εργάστηκε σαν βοηθός δίπλα στον Ρωμαίο στην ανασκαφή της Βεργίνας.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του το 1941, διορίστηκε φιλόλογος σε γυμνάσιο του Διδυμότειχου.
Στη συνέχεια διέφυγε στη Μέση Ανατολή, κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό και πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις όπου υπηρέτησε ως λοχίας στο 8ό τάγμα της ΙΙ ταξιαρχίας η οποία εστάλη στην Τρίπολη της Κυρηναϊκής να φυλάει αιχμαλώτους λόγω ότι ήταν «δημοκρατική».
Μετά τον πόλεμο εργάστηκε στη σχολή «Σχοινά» της Θεσσαλονίκης και το 1949 διορίστηκε επιμελητής αρχαιοτήτων στην εφορεία Κεντρικής Μακεδονίας.
Το 1952 έγινε καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το διάστημα 1954-1955 μετεκπαιδεύτηκε στην Οξφόρδη, δίπλα στον Σερ Τζον Μπίζλι.
Το 1957 εξελέγη υφηγητής της Αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) με τη διατριβή «Λακωνικά ανάγλυφα».
Το 1961 εκλέχτηκε έκτακτος καθηγητής της Β΄ έδρας Αρχαιολογίας και το 1964 τακτικός καθηγητής στην ίδια έδρα.
Ήταν παντρεμένος με την Ολυμπία Κακουλίδου (1921-2012), την οποία γνώρισε στη σχολή «Σχοινά».
Αγαπούσε ιδιαίτερα τις τέχνες και τα γράμματα.
Διάβαζε πολύ και υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου «Η τέχνη». Αγαπούσε την ποίηση του Κωστή Παλαμά, Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη. Σημαντική υπήρξε και η συμβολή του ως ιστορικού τέχνης.
Πραγματοποίησε πολλές ανασκαφικές έρευνες στη Βέροια, τη Νάουσα, το Κιλκίς, τη Χαλκιδική, τη Θεσσαλονίκη, αλλά το κύριο ανασκαφικό του έργο συγκεντρώθηκε στη Βεργίνα.
Η Βεργίνα ανεσκάφη πρώτη φορά υπό του L. Heuzey το 1861 και μεταξύ των ανασκαφών υπήρξε και το Ανάκτορο. Ανασκαφές στην περιοχή έγιναν και κατά την περίοδο 1937-1940, από τον Κ. Ρωμαίο, ενώ η ανασκαφική εμπλοκή του Μ. Ανδρονίκου ξεκίνησε το 1949, αρχικά έως το 1960, όπου ειδικά στο Ανάκτορα συνεργάσθηκε με τους Γ. Μπακαλάκη εκ μέρους του ΑΠΘ και Χ. Μακαρονά από πλευράς Εφορίας Αρχαιοτήτων.
Μέχρι το 1970, είχαν περατωθεί ουσιαστικά οι ανασκαφές στο Ανάκτορο, και αυτήν περίπου την εποχή ο N. Hammond υποστήριξε το ενδεχόμενο πως ανασκάπτονταν πιθανότατα οι Αρχαίες Αιγές.
Με την μεταπολίτευση και συγκεκριμένα το 1976 ο Μ. Ανδρόνικος, άρχισε ν΄ ανασκάπτει την Μεγάλη Τούμπα.[4]
Η κορυφαία στιγμή της πορείας του θεωρείται η 8η Νοεμβρίου 1977, όταν στη Βεργίνα έφερε στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά μνημεία, τον ασύλητο μακεδονικό τάφο ΙΙ της Μεγάλης Τούμπας.
Στο εσωτερικό του τάφου διασώζονταν πολυάριθμα κτερίσματα, μεταξύ των οποίων μοναδικά και ανεκτίμητης αξίας έργα τέχνης, τα οποία εκτίθενται στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας.
Η πληθύς και η αξία των κτερισμάτων και τα στοιχεία αφηρωισμού της ταφής, πολύ δύσκολα μπορεί να αποδοθεί σε έναν ένδοξο νεκρό ο οποίος δεν υπήρξε βασιλέας. Διατύπωσε την άποψη ότι στο μνημείο αυτό τάφηκε ο Φίλιππος Β΄, βασιλιάς της Μακεδονίας (359-336 π.Χ.).
Από ορισμένους συναδέλφους του στην Ελλάδα του ασκήθηκε σκληρή έως αήθης κριτική, ενώ είναι χαρακτηριστικό πως τότε η Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, ακόμα και η Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, δεν του απέστειλαν συγχαρητήρια.
Παρότι έως και σήμερα η ταυτότητα του νεκρού αμφισβητείται, ωστόσο πλέον αυτό γίνεται από μία μερίδα αρχαιολόγων, μειοψηφίας. Ως προς αυτό στον επιστημονικό χώρο το 2008, ο ιστορικός Μιλτιάδης Χατζόπουλος υποστήριξε ότι πρόκειται για τον τάφο του Φιλίππου Β΄.
Το 2010, επιστημονική μελέτη των οστών που βρέθηκαν στον τάφο απέρριψε την περίπτωση να πρόκειται για τον Φίλιππο Γ΄ τον Αρριδαίο και υποστήριξε ότι τα ευρήματα είναι συμβατά μόνο με τον Φίλιππο τον Β΄.
Νεότερη επιστημονική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences υποστήριξε ότι ο τάφος που ο Ανδρόνικος απέδωσε στον Φίλιππο Β΄ ανήκει όντως στον Αρριδαίο.
Ωστόσο, νεότερη οστεολογική εξέταση των ευρημάτων του Τάφου ΙΙ, η οποία διεξήχθη από την ανασκαφική ομάδα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε το 2015-2016, οριοθέτησε ακριβέστερα την ηλικία του νεκρού στα 45+-4 έτη.
Αυτό αποτελεί ένα χρονικό πλαίσιο το οποίο δεν μπορεί να υποστηρίξει ο Φίλιππος Γ΄ ο Αρριδαίος, όπως δεν μπορεί να τεθεί σε ένα μνημείο του γ΄ τετάρτου του 4ου αιώνα π.Χ., αφού έχασε την ζωή του το 317 π.Χ.
Επιπλέον διαπιστώθηκε η ύπαρξη χρήσης χουντίτη, η οποία σαφώς παραπέμπει στον αφηρωισμό των ενδόξων βασιλέων κατά την παράδοση της "λευκοχέρας" Περσεφόνης.
Σε συνδυασμό με την ύπαρξη ιππικών οστών τα οποία συγκροτούσαν τέθριππο και την ύπαρξη πυράς αλλά κ.ά. στοιχείων, ενισχύεται η άποψη πως ο νεκρός ήταν αφηρωισμένος και γνωρίζουμε πως ο Φίλιππος τιμώνταν το αργότερο από το 343 π.Χ. ως θεοποιημένος.
Τα παραπάνω απορρίπτουν οριστικά την απόδοση στον Φίλιππο τον Γ΄.
Η ίδια οστεολογική μελέτη κατέδειξε πως ο αφηρωισμένος νεκρός υπέφερε από χρόνιες μολύνσεις, ενδεχομένως από ενδοφθαλμίτιδα, μετά από τραύμα και πλήγμα βαθύ στο αριστερό μετακάρπιο. Αντίστοιχα τεκμηριώθηκε πως οι διαφορετικού μήκους κνημίδες (39 εκ. η μία και 41,6 η άλλη) αφορούσαν τη νεκρή, η οποία είχε όντως σπασμένη κνήμη, ενώ δεδομένα ίππευε.
Τα στοιχεία της νεκρής αρμόζουν περισσότερο σε άτομο με θρακικές παραδόσεις, ιδίως στην παράδοση κατά την οποία όταν πέθαινε ένας άνδρας με πολλές συζύγους, θάβονταν μαζί και η γυναίκα την οποία θεωρούσε ως την πλέον αγαπημένη του.
Ο Φίλιππος ανεξάρτητα αν είχε ως βασίλισσα την Ολυμπιάδα, είχε επτά συνολικά συζύγους και η μία εξ αυτών κατάγονταν από την σκυθική Θράκη.
Επιπλέον πρέπει να αναφερθεί πως ο Φίλιππος Γ΄ ο Αρριδαίος ετάφη στις Αιγές, αλλά αυτό έγινε λίγο αργότερα από τον Κάσσανδρο.
Αυτή η μεταγενέστερη ανακομιδή, αποκλείει την νεκρική καύση του Φιλίππου Γ΄ του Αρριδαίου.
Η σημασία του μνημείου είναι αναμφισβήτητη και θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις του 20ού αιώνα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ο Βρετανός ιστορικός Ν. Χάμοντ, αναφερόμενος στο έργο του Ανδρόνικου, δήλωσε: «Στις πολλές επισκέψεις μου στη Βεργίνα θαύμασα την εκπληκτική δεινότητα του Ανδρόνικου και της ομάδας αρχαιολόγων και τεχνικών του, όπως και την τελειότητα των ερευνών τους υπό την καθοδήγησή του. Ήταν ο εξαιρετικός ανασκαφέας, μελετητής και ιστορικός τέχνης της γενιάς του, που ανέτρεψε άρδην την αντίληψή μας για την αρχαία Μακεδονία σε τέτοιο βαθμό που ποτέ δεν θα υπάρξει όμοιός του. Όπως φάνηκε και από την επιστολή που μου έστειλε, ήταν ένας εξαιρετικά γενναιόδωρος συνάδελφος, ένας τολμηρός στοχαστής και άνθρωπος της δράσης, στον οποίο οι απανταχού μελετητές πρέπει να αισθάνονται βαθύτατο χρέος».
Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Μιχάλης Τιβέριος αναφέρει πως ο Ανδρόνικος είχε πολύ σημαντική προσφορά στην κατανόηση των επιτύμβιων μνημείων. Στη διατριβή «Λακωνικά ανάγλυφα» έδειξε πως μια ομάδα αναγλύφων, που ως τότε θεωρούνταν επιτύμβια για αφηρωισμένους νεκρούς, ήταν αναθηματικά ανάγλυφα σε χθόνιες θεότητες. Στη μελέτη «Ελληνικά επιτάφια μνημεία» παρουσίασε μια συνολική εικόνα της μορφής και του ρόλου του επιτάφιου μνημείου των προϊστορικών και γεωμετρικών χρόνων. Στη μελέτη αυτή και την «Ομηρικά και Μυκηναϊκά έθιμα ταφής» ο Ανδρόνικος εκθέτει τις διαφορές που παρουσιάζει ο τρόπος ταφής στον μυκηναϊκό και τον γεωμετρικό κόσμο, και υποστηρίζει πως τα ταφικά έθιμα που αναφέρονται στον Όμηρο δεν είναι της Μυκηναϊκής εποχής αλλά φανερώνουν έθιμα και ιδέες των γεωμετρικών χρόνων.
Ο Τιβέριος χαρακτηρίζει το έργο του Ανδρόνικου «Totenkult» (Λατρεία νεκρών) «κλασσικό έργο των αρχαιογνωστικών επιστημών».
Υπήρξε μέλος του Αρχαιολογικού Συμβουλίου (1964-1965), της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, της Association Internationale des Critiques d' Art, καθώς και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου.
Έλαβε μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια. Προσκλήθηκε από γερμανικά πανεπιστήμια για διαλέξεις και σχεδόν απ' όλα τα πανεπιστήμια της Ελλάδας.
Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης (1968-1969).
Μιλούσε εκτός της μητρικής του γλώσσας, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Το όνομά του γράφεται κάποιες φορές με ωμέγα (Μανώλης). Ο ίδιος το έγραφε με όμικρον (Μανόλης).
Το 1992 του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Φοίνικος.
Μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης (επί της οδού Παπάφη), πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 30 Μαρτίου 1992.
Προς τιμήν του έχει ανεγερθεί η προτομή του απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ενώ η οδός μπροστά από το Μουσείο φέρει το όνομά του.
Στον Εύοσμο έχει ανεγερθεί το μαρμάρινο Μνημείο Μανόλη Ανδρόνικου σε σχήμα αναθηματικής στήλης με λαξευμένο τον ήλιο της Βεργίνας και τα ονόματα των τριών σημαντικών πόλεων της ζωής του: Προύσα, Βεργίνα, Θεσσαλονίκη.
Τιμητικά το όνομά του φέρουν πολλά σχολεία όπως το 2ο Γυμνάσιο Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης, το Γυμνάσιο Βεργίνας και το 1ο Πειραματικό Λύκειο Θεσσαλονίκης.
Επίσης κάποιες οδοί ανά την Ελλάδα έχουν ονομαστεί προς τιμήν του.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΝΑΣΙΚΑΣ
Ο Δημήτριος Νασίκας υπήρξε Δήμαρχος Τυρνάβου.
Γεννήθηκε στη ορεινή Σμίξη Γρεβενών στις 23 Οκτωβρίου 1920 και ορφάνεψε σε πολύ μικρή ηλικία, 6 ετών.
Απεφοίτησε από το Γυμνάσιο Γρεβενών το 1938 και εισήχθηκε αμέσως στην Οδοντιατρική Σχολή Αθηνών, λαμβάνοντας την 12η θέση μεταξύ τετρακοσίων διαγωνισθέντων.
Στο 3ο έτος των σπουδών του, κηρύχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος.
Λόγω υπολειτουργίας της οδοντιατρικής σχολής, αλλά και των σοβαροτάτων οικονομικών προβλημάτων, ύστερα από την επιστράτευση των τριών αδελφών του και της μη ύπαρξης πατέρα, αναγκάσθηκε να εργαστεί στην Αγροτική Τράπεζα της Λαμίας.
Ο Δημήτριος Νασίκας, ως καταγόμενος από την Δυτική Μακεδονία, επιστρατεύθηκε και κατατάχθηκε στο κέντρο εκπαίδευσης Καλαμάτας.
Με την κατάρρευση του μετώπου που είχε φυσικό επακόλουθο την παύση της λειτουργίας του στρατοπέδου, αναχώρησε πεζός, χωρίς τροφή και μέσω των χιονισμένων βουνοκορφών του Ταΰγετου, ύστερα από πορεία πολλών ημερών, έφθασε στον Τύρναβο, όπου ζούσε η χήρα μητέρα του και ο δικηγόρος αδελφός του.
Το 1945, λόγω οικονομικών δυσκολιών και μη λειτουργίας του πανεπιστημίου, επιδόθηκε στο τυρεμπόριο, ιδρύοντας μάλιστα τον Σύλλογο Τυρέμπορων Τυρνάβου, εκλεγόμενος επί σειρά ετών παμψηφεί Πρόεδρος.
Το 1947 παντρεύτηκε την Αντωνία Ιωάν. Κόντου – σημερινή σύζυγό του και απέκτησαν 3 θυγατέρες & 4 εγγόνια.
Κατά την διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού, επιστρατεύτηκε ξανά και απελύθη το 1950, ύστερα από τέσσερα έτη θητείας στο 404 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Λάρισας. Αμέσως, άνοιξε το πρώτο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών στον Τύρναβο.
Το 1959 εκλέγεται Δήμαρχος Τυρνάβου, ως πλειοψηφών Σύμβουλος με 607 σταυρούς. Τ
ο 1963 εκλέχθηκε για δεύτερη φορά Δήμαρχος λαμβάνοντας το 53 % των ψήφων.
Στις 11 Ιουνίου 1967, παύτηκε από το αξίωμα του Δημάρχου από την τότε κυβέρνηση των Συνταγματαρχών, ενώ με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, επανέρχεται ως αντιδήμαρχος Τυρνάβου, διορισθέντος δικαστικού ως Δημάρχου.
Από το 1975 μέχρι το 1978, ο Δημήτριος Νασίκας υπηρέτησε την πόλη του από τη θέση του Δημοτικού Συμβούλου.
Ίδρυσε τον αθλητικό σύλλογο «Ηρακλής» του οποίου διετέλεσε Πρόεδρος επί σειρά ετών.
Το 1964, ως επιτυχών Δήμαρχος, παρασημοφορείται με το χρυσό σταυρό του Φοίνικα, από τον τότε Βασιλέα Παύλο.
Η θητεία του ως Δημάρχου Τυρνάβου, συνοδεύεται με ποικιλόμορφη κοινωνική προσφορά προς τους συμπολίτες του. Ανεγέρθηκε το Εμμανουήλειο Πνευματικό Κέντρο με την δωρεά του Νικολάου Εμμανουήλ, στο οποίο λειτουργεί για πρώτη φορά Δημοτική Βιβλιοθήκη.
Ανεγείρεται το νέο Δημαρχείο της πόλης με την δωρεά του Σταύρου Καράσσου. Σε επιστολή του δωρητή προς τον τότε Υπουργό Εσωτερικών και Νομάρχη Λάρισας, αναφέρει «… Είχα την τύχη στην προσπάθειά μου αυτή να έχω συμπαραστάτη τον ακούραστο και φιλόπονο Δήμαρχο κ. Δημ. Νασίκα, ο οποίος πάντα πρόθυμος έτρεχε κοντά μου να με βοηθήσει εις το υπέροχο αυτό έργο και ο οποίος ήτο ο πρώτος που μου συνέστησε την ανέγερση τούτου…».
Επίσης στη διάρκεια της θητείας του έγινε η έναρξη του έργου της ύδρευσης του Τυρνάβου και της ευρύτερης περιοχής από τις πηγές Αγίας Άννας, με την κατασκευή του εξωτερικού δικτύου.
Ιδρύθηκε η Φιλαρμονική του Δήμου Τυρνάβου, κατασκευάστηκαν κρασπεδόρειθρα και ασφαλτοστρώθηκαν πολλοί δρόμοι του Τυρνάβου. Διαμορφώθηκαν και κατασκευάστηκαν πλατείες, πάρκα και δενδροστοιχίες, ενώ εκτελέστηκαν και έργα στο Δημοτικό Γυμναστήριο Τυρνάβου.
Πέθανε στις17 Οκτωβρίου 2015 σε ηλικία 94 ετών, έπειτα από σύντομη νοσηλεία σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης και κηδεύτηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015.
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ
Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.
Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκης Αρβανιτίδου.
Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.
Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.
Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.
Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του.
Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.
Η πρώτη του εμφάνιση στα μουσικά πράγματα της χώρας γίνεται το 1944 με τον «Τελευταίο Ασπροκόρακα» του Αλέξη Σολωμού στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν.
Η γόνιμη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης θα διαρκέσει 15 χρόνια, με μουσικές για παραστάσεις όπως: «Γυάλινος Κόσμος» (1946), «Αντιγόνη» (1947), «Ματωμένος Γάμος» (1948), «Λεωφορείον ο Πόθος» (1948), «Ο θάνατος του Εμποράκου» (1949) κ.ά.
Εν τω μεταξύ, το 1949 με μια διάλεξη του για το ρεμπέτικο τραγούδι θα ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στη συντηρητική ελληνική αστική κοινωνία.
Από το 1950 αρχίζει να γράφει μουσική για αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες.
Ο Μάνος Χατζιδάκις έχει «ντύσει» μουσικά την Ορέστεια, τη Μήδεια, τις Βάκχες, τις Εκκλησιάζουσες, τη Λυσιστράτη, τον Πλούτο, τις Θεσμοφοριάζουσες, τους Βατράχους και τις Όρνιθες.
Το 1959 παρουσιάζει στο αθηναϊκό κοινό τον Μίκη Θεοδωράκη, ενορχηστρώνοντας και ηχογραφώντας ο ίδιος το έργο του «Επιτάφιος» με τη Νάνα Μούσχουρη.
Μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν και οι μουσικές που συνέθεσε για σπουδαίες ταινίες του ελληνικού και του διεθνούς κινηματογράφου. Αναφέρουμε ενδεικτικά την «Κάλπικη Λίρα» (Γ. Τζαβέλλα 1954), τη «Στέλλα» (Μ. Κακογιάννη, 1955), το «Δράκο» (Ν. Κούνδουρου, 1956), το «America-America» (Ελ. Καζάν, 1962), «Sweet Movie» (Ντούσαν Μακαβέγιεφ, 1974), κ.ά.
Το 1960 κερδίζει το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» από την ταινία του Ζιλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή», τραγούδι το οποίο θα συμπεριληφθεί στα δέκα εμπορικότερα του 20ού αιώνα.
Ωστόσο, η μουσική του για τον ελληνικό κινηματογράφο και μια σειρά ελαφρών τραγουδιών τού χαρίζει μια «λαϊκότητα ανεπιθύμητη», την οποία δεν θα αποδεχθεί ποτέ και θα τη μάχεται μέχρι το τέλος της ζωής του.
Πνεύμα ανήσυχο, ο Μ. Χατζιδάκις χρηματοδοτεί το Διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης «Μάνος Χατζιδάκις» του Τεχνολογικού Ινστιτούτου Δοξιάδη.
Το βραβείο απονέμεται στον Ιάννη Ξενάκη, άγνωστο τότε στο ελληνικό κοινό.
Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου ανεβάζει στο Μπρόντγουεϊ με τον Ζιλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling».
Στην Αμερική θα παραμείνει μέχρι το 1972 και η μουσική του αντίληψη θα επηρεαστεί σημαντικά από την pop music. Αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης είναι ο κύκλος τραγουδιών «Reflections» με το συγκρότημα New York Rock and Roll Ensemble.
Τo 1972, τον πιο σκοτεινό χρόνο της χούντας, επιστρέφει στην Αθήνα και ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», μέσα από το οποίο επιχειρεί να ανοίξει εκφραστικές διόδους στο μουσικό τέλμα της εποχής.
Το 1975 αρχίζει η χρυσή εποχή του «Τρίτου». Γίνεται διευθυντής του κρατικού ραδιοσταθμού «Τρίτο Πρόγραμμα» (1975-81) τον οποίο, σε συνεργασία με μια ομάδα νέων και ταλαντούχων δημιουργών, γίνεται σημείο αναφοράς.
Το 1989-93 ιδρύει την «Ορχήστρα των Χρωμάτων», για να παρουσιάσει «πρωτότυπα προγράμματα που συνήθως δεν καλύπτονται από τις συμβατικές συμφωνικές ορχήστρες», την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η Ορχήστρα των Χρωμάτων με μαέστρο τον Χατζιδάκι έδωσε 20 συναυλίες και 12 ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου με Έλληνες και ξένους σολίστ.
Στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν διαρκώς παρών στην ελληνική δισκογραφία, με δεκάδες δίσκους που θεωρούνται πια κλασικοί: Ο Κύκλος με την Κιμωλία (1956), Παραμύθι χωρίς Όνομα (1959), Πασχαλιές μέσα απ' τη νεκρή γη (1961), Δεκαπέντε Εσπερινοί (1964), Μυθολογία (1965), Καπετάν Μιχάλης (1966), Τα Λειτουργικά (1971), Αθανασία (1975), Τα Παράλογα (1976), Σκοτεινή Μητέρα (1985), Τα Τραγούδια της Αμαρτίας (1992) κ.ά.
Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΥΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Γιάννης Γ. Μυστακόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, σις 23 Οκτωβρίου 1946 και είναι Έλληνας πολιτικός.
Έχει διατελέσει τρεις φορές δήμαρχος Αιγάλεω, με την υποστήριξη των δυνάμεων της Αριστεράς και ιδιαίτερα του Συνασπισμού, ως επικεφαλής του ανεξάρτητου συνδυασμού "Ανάπλαση Αιγάλεω".
Για πρώτη φορά εκλέχθηκε το 1986 σε ηλικία μόλις 40 ετών, για δεύτερη το 1994 και για τελευταία το 1998.
Στις εκλογές του 2002 ηττήθηκε από τον Δημήτρη Καλογερόπουλο που υποστηρίχθηκε από τη Νέα Δημοκρατία, ενώ το 2006 ήταν για τελευταία φορά υποψήφιος και μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων αποσύρθηκε από την ηγεσία του συνδυασμού του και αποχώρησε από το Δημοτικό Συμβούλιο, ανοίγοντας το δρόμο σε νεώτερα στελέχη.
Επί των ημερών του αναπτύχθηκαν στην πόλη σημαντικές υποδομές στους τομείς πρόνοιας και πολιτισμού.
Έχει επίσης ασχοληθεί ενεργά με το χώρο του αθλητισμού αφού σε πολύ νεαρή ηλικία κατείχε διοικητικές θέσεις στην ομάδα του Α.Ο. Αιγάλεω, ενώ το 1979 ήταν επικεφαλής της συντονιστικής επιτροπής αγώνα των ομάδων Β' Εθνικής, κατά τη διάρκεια της απεργιακής τους κινητοποίησης με θεσμικά και οικονομικά αιτήματα.
Ακόμη, το 1995 ανέλαβε σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης για τα διοικητικά της ομάδας του Αιγάλεω.
Ως δήμαρχος της πόλης, χρεώθηκε με μια ημιτελή προσπάθεια ανακαίνισης του Δημοτικού Σταδίου στα τέλη της τρίτης θητείας του, την οποία χρησιμοποίησαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι για να τον εμφανίσουν σαν υπόλογο.
Τελευταία του δημαρχιακή θητεία ήταν την περίοδο 1999-2002 αφού γνώρισε την ήττα στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου 2002. Το 2006 είχε ανακοινώσει ότι δε θα ήταν υποψήφιος για την αρχηγία του συνδυασμού του, ωστόσο στη συνέχεια συμμετείχε στη διαδικασία εκλογής και επανεξελέγη.
Στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του ίδιου έτους όμως ηττήθηκε κατά τον πρώτο γύρο, όταν και βρέθηκε πίσω από τους κ.κ. Καλογερόπουλο (μετέπειτα δήμαρχο) και Καρδαρά, τότε υποψήφιο δήμαρχο με την υποστήριξη του ΠΑΣΟΚ.
Ο Γιάννης Μυστακόπουλος παραμένει ενεργός πολίτης με άποψη και συμμετοχή σε δημόσιες εκδηλώσεις, ενώ παράλληλα συνεχίζει την επαγγελματική του δραστηριότητα ως φαρμακοποιός.
Όπως δήλωσε για αυτόν ο Γιώργος Καφετζής, εκδότης της τοπικής εφημερίδας Αιγάλεω: «Ο Γιάννης Μυστακόπουλος, που σφράγισε θετικά και αρνητικά τα συμβαίνοντα στο Αιγάλεω κυρίως από το 1982 και μετά, ένας άνθρωπος που τον αποκαλούσαμε δήμαρχο από πολύ παλιά και μας έλεγε τότε “Μη λες τέτοια, θα με πάρουν στο ψιλό, πού θα αφήσω το φαρμακείο;”, φαίνεται ότι ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Σίγουρα, από άλλα λεγόμενά του, φαίνεται καθαρά ότι πιστεύει πως έκανε μεγάλο έργο στο Αιγάλεω και είναι πάρα πολύ απογοητευμένος από την κρίση τού Αιγαλιώτικου λαού που τον αποδοκίμασε με την ψήφο του τρεις φορές, το 1990, το 2002 και το 2006 (το τελευταίο για μας δεν σημαίνει τίποτα, γιατί είναι δεδομένη η παρακμή, ηθική, πολιτική και πνευματική, της πλειοψηφίας των Αιγαλιωτών).»