My Bonjour

Saturday, 03 October 2026

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 24 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ  24 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΚΑΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Ο Παύλος Ηλία Νικολαΐδης ή καπετάν Ρακοβίτης γεννήθηκε το 1877 και ήταν σημαντικός οπλαρχηγός Μακεδονομάχος από το Κρατερό (Ράκοβο) Φλώρινας.

Αρχικά συνεργάστηκε με τον Ευθύμιο Καούδη το 1905, με το σώμα του οποίου, έδρασε στην περιοχή του Περιστερίου.
Συγκρούστηκε δύο φορές με Βούλγαρους κομιτατζήδες στο Κρατερό.
Στη συνέχεια εντάχθηκε στο σώμα του Γεώργιου Δικώνυμου Μακρή, ως υπαρχηγός. Το 1906 ο Γ. Μακρής τραυματίστηκε σοβαρά σε μάχη με Οθωμανούς στο Μεγάροβο Πελαγονίας.
Έτσι ο Παύλος Ρακοβίτης ανέλαβε την αρχηγία του σώματος, καθώς κρίθηκε ο πιο άξιος να αντικαταστήσει τον Κρητικό αξιωματικό.
Ως οπλαρχηγός έδρασε σε όλη την περιοχή της Φλώρινας, στα Κορέστια και στην Πελαγονία.
Συνεργάστηκε επίσης με τον Γεώργιο Τσόντο (καπετάν Βάρδα) και τον Ιωάννη Καραβίτη σε διάφορες επιχειρήσεις αλλά και στη στρατολόγηση νέων εθελοντών από την περιοχή.

Στις 8 Οκτωβρίου του 1907, δολοφονήθηκε στο Κρατερό ο πατέρας του Παύλου Ρακοβίτη, Ηλίας από τις Βουλγάρικες ομάδες των Τράικο, Πέταρ Άτσεφ, Τζόλε (Λάζαρο) Στόιτσεφ και Χρήστο Λιόντεφ, οι οποίοι είχαν επιτεθεί στο χωριό τη στιγμή που οι περισσότεροι άντρες έλλειπαν στην αγορά του Μοναστηρίου και αφού έκαψαν 70 σπίτια, δολοφόνησαν 3 γέροντες, μεταξύ των οποίων και ο τυφλός πατέρας του Παύλου Ρακοβίτη, Ηλίας.

 

Ο Παύλος Ρακοβίτης ήταν γνωστός στο χωριό του και ως τρελοπαύλος, λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του αλλά και λόγω του ότι έπινε υπερβολικά και γίνονταν επικίνδυνος.
Ήταν γενναίος και αποφασιστικός χαρακτήρας. Φάνηκε αμείλικτος στους Βουλγαρίζοντες (έστω και από φόβο) συγχωριανούς του, γεγονός που δημιούργησε προσωπικές έχθρες. Ως οπλαρχηγός του σώματος του Γ. Μακρή, απέσπασε πολλές φορές χρήματα από τους κατοίκους του Κρατερού για την ενίσχυση του αγώνα, ενέργειες που τον έφεραν σε ρήξη με το Ελληνικό κέντρο.

Προσέφυγε για λόγους ασφαλείας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου διέμεινε για σύντομο διάστημα, αλλά αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Μακεδονία, ως λαθρεπιβάτης γιατί καταζητούνταν για το φόνο δύο Βουλγάρων εκεί.

Στις 4 Οκτωβρίου του 1910 δολοφονήθηκε μέσα στο χωριό του κατ' εντολή των Νεοτούρκων και αφού είχε δοθεί αμνηστία.

Το 1960 στήθηκε προτομή του Παύλου Ρακοβίτη στην Αγία Παρασκευή Φλώρινας. Το 1999, στο Κρατερό ιδρύθηκε ο Φιλεκπαιδευτικός, Φυσιολατρικός και εξωραϊστικός σύλλογος Κρατερού "Παύλος Ρακοβίτης".
 

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ  24 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΓΟΣ

Ο Αλέξανδρος Παπάγος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 1883.

Πατέρας του ήταν ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παπάγος με καταγωγή από τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας και μητέρα του η Μαριγώ Αβέρωφ, ανιψιά του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ.

Μετά τις γυμνασιακές του σπουδές, το 1901 εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά την εγκατέλειψε ένα χρόνο αργότερα, προκειμένου ν' ακολουθήσει στρατιωτική εκπαίδευση στο εξωτερικό, καθότι είχε παρέλθει το όριο ηλικίας για την εισαγωγή του στη Σχολή Ευελπίδων.
Φοίτησε για μία διετία (1902 - 1904) στη στρατιωτική σχολή των Βρυξελλών και την επόμενη διετία στη σχολή Ιππικού του Ιπρ.

Το 1906 επέστρεψε στην Ελλάδα και κατετάγη στο στρατό ως Ανθυπίλαρχος στο Όπλο του Ιππικού.
Το 1911 παντρεύτηκε τη Μαρία Καλίνσκυ, εγγονή του στρατηγού Τιμολέοντα Βάσσου, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά, την Ειρήνη (1914), σύζυγο του γλύπτη Γιάννη Παππά και τον Λεωνίδα (1912), διπλωμάτη και αυλάρχη των ανακτόρων.

Ο Παπάγος συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους ως Υπίλαρχος κι έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την κατάληψη των Ιωαννίνων.
Δεδηλωμένος φιλοβασιλικός ο Παπάγος, μετά την επικράτηση του Ελευθέριου Βενιζέλου το 1917, αποστρατεύτηκε κι εξορίστηκε διαδοχικά στα νησιά Ίο, Θήρα, Μήλο και Κρήτη.

Η νίκη των «Κωνσταντινικών» και η επάνοδος του Βασιλιά Κωνσταντίνου το Νοέμβριο του 1920 είχε ως επακόλουθο την ανάκληση του Παπάγου στο στράτευμα και την αναδρομική απόδοση του βαθμού του Αντισυνταγματάρχη.
Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία ως Επιτελάρχης σε μονάδες του Ιππικού, όπου και παρέμεινε μέχρι την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του 1922.

Μετά την Επανάσταση Πλαστήρα, το 1922, αποστρατεύτηκε εκ νέου.
Επανήλθε για δεύτερη φορά στις τάξεις του στρατού το 1926 επί οικουμενικής κυβέρνησης με το βαθμό του Συνταγματάρχη και μέχρι το 1935 είχε φθάσει στο βαθμό του Αντιστρατήγου, διοικώντας σημαντικές μονάδες του Ελληνικού Στρατού.

Στις 10 Οκτωβρίου 1935, ως αρχηγός του Στρατού οργάνωσε κίνημα μαζί με τους ομολόγους του υποναύαρχο Οικονόμου και αντιπτέραρχο Ρέππα, προκαλώντας την παραίτηση της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη κι επιταχύνοντας τις εξελίξεις για την επαναφορά της βασιλείας στη χώρα μας.
Ο Γεώργιος Κονδύλης, που βρισκόταν σε συνεννόηση με τους πραξικοπηματίες, σχηματίζει αμέσως κυβέρνηση, ορίζοντας τον Παπάγο υπουργό Στρατιωτικών.
Η νέα κυβέρνηση προκήρυξε δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος, το οποίο απέβη υπέρ της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας και ο Παπάγος ορίστηκε να μεταφέρει το αποτέλεσμα στο Βασιλιά Γεώργιο Β' στην Αγγλία, όπου διέμενε.

Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς έγινε πρωθυπουργός, επανήλθε στην αρχηγία του στρατεύματος την 1η Αυγούστου 1936, παρέχοντάς του σημαντική βοήθεια στο πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου.
Παρέμεινε στη θέση αυτή και κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας Μεταξά, συμβάλλοντας στην αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του ελληνικού στρατού στον διαφαινόμενο πόλεμο.

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ανέλαβε Αρχιστράτηγος του στρατού ξηράς, καταφέρνοντας, παρά τις υλικές αδυναμίες και τον αρχικό αιφνιδιασμό, να οργανώσει την αποτελεσματική άμυνα της χώρας και να απωθήσει τα ιταλικά στρατεύματα στην αλβανική ενδοχώρα.
Παρέμεινε στην ηγεσία του στρατεύματος έως τις 23 Απριλίου 1941, οπότε παραιτήθηκε, προκειμένου να μη συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις της συνθηκολόγησης μετά τη ναζιστική εισβολή και προέλαση, επικρίνοντας το στρατηγό Τσολάκογλου για το σχηματισμό δοσιλογικής κυβέρνησης.

Στη διάρκεια της Κατοχής, δημιούργησε μία πατριωτική οργάνωση, τη Στρατιωτική Ιεραρχία, στην οποία συμμετείχαν ως επί το πλείστον αξιωματικοί.
Η αποκάλυψη της δράσης τους τον Ιούλιο του 1943 συνοδεύτηκε από την αποστολή του, μαζί με άλλους τέσσερεις αντιστράτηγους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (στο Νταχάου, μεταξύ άλλων), στα οποία παρέμεινε μέχρι τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας.

Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1945 και τον Ιούλιο του 1947 του απονεμήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία.
Στις 19 Ιανουαρίου 1949 η κεντρώα κυβέρνηση Σοφούλη ανακάλεσε στην ενέργεια τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο και του ανέθεσε εν λευκώ τη Γενική Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, με στόχο τη συντριβή της κομμουνιστικής ανταρσίας.

Η έκβαση του Εμφυλίου Πολέμου ήταν επιτυχής για τις αστικές δυνάμεις, με την καθοριστική συμβολή των Αμερικανών.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το Βασιλιά Παύλο να απονείμει στον Παπάγο, για πρώτη φορά σε έλληνα στρατιωτικό, τον τίτλο του Στρατάρχη (17 Οκτωβρίου 1949).
Ο Στρατάρχης Παπάγος παρέμεινε επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων, συμβάλλοντας στην ίδρυση στις 11 Απριλίου 1950 του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, σε αντικατάσταση των μέχρι τότε υφιστάμενων Υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών και Αεροπορίας, και την οργάνωση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), του οποίου υπήρξε και ο πρώτος αρχηγός.

Σημαντική υπήρξε η συμβολή του σε θέματα που αφορούσαν τη βελτίωση των όρων διαβίωσης των αξιωματικών, με τη σύσταση του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών (ΑΟΟΑ) και τη δημιουργία ενός οικισμού στις ανατολικές πλαγιές του Υμηττού, που φέρει το όνομά του (Δήμος Παπάγου).

Οι αποτυχημένες προσπάθειες των βενιζελογενών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός ισχυρού κεντρώου συνασπισμού οδήγησαν τον αμερικανικό παράγοντα να βλέπει θετικά τη λύση της ανάληψης της πρωθυπουργίας από τον δεξιό Παπάγο, που πλέον διέθετε ιδιαίτερα ισχυρό γόητρο στην ελληνική κοινωνία.
Το εγχείρημα στηρίχθηκε και από τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα της εποχής (Καθημερινή, Εστία, Βήμα), αλλά αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίδραση των Ανακτόρων, που φοβούνταν απώλεια του ελέγχου του στρατεύματος.

Στις 28 Μαΐου 1951 ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο, εκφράζοντας την πρόθεσή του να πολιτευτεί.
Στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951 ο «Ελληνικός Συναγερμός», το κόμμα που είχε ιδρύσει στα πρότυπα του γαλλικού Συναγερμού του στρατηγού Ντε Γκολ, συγκέντρωσε το 36,53% των ψήφων, αλλά δεν εξασφάλισε αυτοδύναμη πλειονοψηφία στη Βουλή.

Οι κεντρώες πολιτικές δυνάμεις σχημάτισαν βραχύβια κυβέρνηση με πρόεδρο το Νικόλαο Πλαστήρα, η οποία μετά την ασθένειά του και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη κλονίστηκε σοβαρά.
Στις 10 Οκτωβρίου 1952 προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 16 Νοεμβρίου, με νέο πλειοψηφικό σύστημα.
Ο Ελληνικός Συναγερμός κατήγαγε θρίαμβο με ποσοστό 49,22% και 247 από τις 300 έδρες της Βουλής, με αποτέλεσμα να σχηματισθεί κυβέρνηση Παπάγου στις 19 Νοεμβρίου 1952.

Στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση Παπάγου ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ανοικοδόμηση της χώρας, μετά τον καταστροφικό εμφύλιο και την κατοχή. Στο οικονομικό πεδίο απόλυτος κυρίαρχος υπήρξε ο Υπουργός Συντονισμού Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ο οποίος με τολμηρές κινήσεις κατάφερε τη μερική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Στις 9 Απριλίου 1953 η κυβέρνηση, με πρόταση του Μαρκεζίνη, προχώρησε στην υποτίμηση κατά 50% του εθνικού νομίσματος έναντι του δολαρίου, συνδέοντας με αυτό τον τρόπο την ισοτιμία της δραχμής με τα διεθνή νομίσματα, σύμφωνα με τις επιταγές του Μπρέτον Γουντς (1944).
Η απόφαση αυτή θεωρείται από τις πλέον επιτυχημένες οικονομικές κινήσεις και συνέβαλε δραστικά στη σταθεροποίηση της εθνικής οικονομίας.
Η αντιπολίτευση κατηγόρησε επανειλημμένα την κυβέρνηση Παπάγου ότι δεν έπραξε αρκετά για την κοινωνική συμφιλίωση και την επούλωση των τραυμάτων του Εμφυλίου.

Στην εξωτερική πολιτική, η νέα κυβέρνηση ευθυγραμμίστηκε με την πολιτική των Η.Π.Α., κατανοώντας την ηγετική τους παρουσία μεταξύ των χωρών του Ελευθέρου Κόσμου και τους παραχώρησε το δικαίωμα της δημιουργίας στρατιωτικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος. Δύο είναι τα σοβαρότερα προβλήματα στην εξωτερική πολιτική που αντιμετώπισε ο Παπάγος: το Κυπριακό και τα Σεπτεμβριανά.

Την περίοδο της διακυβέρνησής του κορυφώνεται ο απελευθερωτικός αγώνας των Κυπρίων από τη βρετανική αποικιοκρατία, που ζητούσαν την Ένωση με τη μητέρα - πατρίδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας, που αντιμετώπισε, όμως, και την αντίδραση της ισχυρής συμμάχου Μεγάλης Βρετανίας. Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ βρίσκει τον Παπάγο σοβαρά άρρωστο και ανίκανο να πάρει αποφάσεις.
Οι συγκρούσεις στην Κύπρο οδηγούν σε χειροτέρευση τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, που φθάνουν στο κατώτερο δυνατό σημείο με το τουρκικό πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης στις 6 Σεπτεμβρίου 1955.

Ο Στρατάρχης Παπάγος πέθανε, τελικά, στις 4 Οκτωβρίου 1955, έπειτα από σύντομη ασθένεια, ενώ ήταν ακόμη πρωθυπουργός.
Ο Βασιλιάς Παύλος έκανε την έκπληξη κι έχρισε διάδοχό του τον δυναμικό υπουργό Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Καραμανλή και όχι κάποιο πρωτοκλασάτο στέλεχος της κυβέρνησής του, όπως τους δελφίνους Στέφανο Στεφανόπουλο και Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΠΑΤΖΙΟΣ

Ο Ηρακλής Γ. Μπάτζιος ήταν Έλληνας δικηγόρος και πολιτικός.
Υπήρξε βουλευτής Θεσσαλονίκης.

Γεννήθηκε το 1900, γιος του Γεωργίου Μπάτζιου.

Σπούδασε νομικά και άσκησε τη δικηγορία στη Θεσσαλονίκη.
Με την σύζυγό του, Ανδρομάχη, απέκτησαν μία κόρη, την Έλλη.

Εξελέγη και υπηρέτησε ως δημοτικός σύμβουλος Θεσσαλονίκης.
Επίσης, εκλέχθηκε βουλευτής Θεσσαλονίκης το 1946 με τον Συνδυασμό Ηνωμένης Παρατάξεως Εθνικοφρόνων (Πατριωτική Ένωση) και έλαβε 9.156 ψήφους.
Στις επόμενες εκλογές, το 1950 ήταν ξανά υποψήφιος, με το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου, χωρίς να καταφέρει να εκλεγεί βουλευτής.

Ο Μπάτζιος ανέπτυξε και συγγραφικό έργο. Μερικά έργα του είναι: "Η συγκέντρωσις του σίτου πολιτική ευθύνη. Άρθρα - Αγορεύσεις κ.λ.π.", Θεσσαλονίκη, 1948[4] και "Εθνικαί ραδιοφωνικαί ομιλίαι" (Νοέμβριος 1948).
Ήταν μέλος της Ηπειρωτικής Εστίας.

Απεβίωσε σε ηλικία 68 ετών στις 4 Οκτωβρίου 1968 και κηδεύτηκε την επομένη από το ναό της του Θεού Σοφίας στη συμπρωτεύουσα.
 

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ  24 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Στέφανος Στεφανόπουλος ήταν σημαντικός πολιτικός παράγοντας του κεντροδεξιού χώρου της μεταπολεμικής ελληνικής πολιτικής σκηνής.

Γεννήθηκε στον Πύργο της Ηλείας στις 3 Ιουλίου το 1898 και προερχόταν από μια κατεξοχήν πολιτική οικογένεια που είχε συμμετάσχει στα κοινά από την ίδρυση σχεδόν του νεοελληνικού κράτους.

Μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών συνέχισε την εκπαίδευσή του σπουδάζοντας νομικές και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετέπειτα Οικονομικά στο Παρίσι.

Πρωτοεμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή, στις βουλευτικές εκλογές του 1932 με το Λαϊκόν Κόμμα. Αμέσως μετά, συμμετέχει στο υπουργικό σχήμα, αναλαμβάνοντας υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας στην κυβέρνηση του Παναγή Τσαλδάρη.

Από την Απελευθέρωση και μετά, συμμετείχε πολλές φορές σε υπουργικές θέσεις, με σημαντικότερη την τετράχρονη θητεία του ως υπουργού Συντονισμού, στις κυβερνήσεις συνεργασίας του Κόμματος Φιλελευθέρων και του Λαϊκού Κόμματος, την περίοδο του Εμφυλίου πολέμου.

Το 1951, αρχηγός ομάδας βουλευτών του Λαϊκού κόμματος, που διαφωνούσαν με την πολιτική της ηγεσίας του κόμματος, ανεξαρτητοποιείται, και ιδρύει μαζί με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, το βραχύβιο Λαϊκόν Ενωτικόν Κόμμα (Λ.Ε.Κ.), το οποίο πολύ σύντομα διαλύεται και τα μέλη του εισχωρούν στον Ελληνικό Συναγερμό, του στρατάρχη Παπάγου.

Με τη νίκη του Ελληνικού Συναγερμού στις εκλογές του 1952, ο Στέφανος Στεφανόπουλος αναλαμβάνει το Υπουργείο Εξωτερικών.
Τότε συνυπέγραψε την Ελληνογιουγκοσλαβική Συμφωνία συμμαχίας (28 Φεβρουαρίου 1953) με τον Στρατάρχη Τίτο, παρουσία του Βασιλέως Παύλου.
Λίγο καιρό αργότερα υπέγραψε με τους Αμερικανούς την Ελληνοαμερικανική Συμφωνία περί παραχωρήσεων αεροπορικών βάσεων.
Επίσης επί υπουργίας του αποκαταστάθηκαν (δημόσια) οι σχέσεις της Ελλάδας με τη Ρωσία, ενώ προωθήθηκε η αποκατάσταση αυτών με τη Βουλγαρία και ενισχύθηκαν με την Τουρκία.

Στις κυβερνήσεις Γεωργίου Παπανδρέου ανέλαβε Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ενώ δική του κυβέρνηση σχημάτισε στις 17 Σεπτεμβρίου 1965, στο κλίμα των κυβερνήσεων Αποστασίας εκείνης της περιόδου.

Το 1977 τέθηκε επικεφαλής της Εθνικής Παρατάξεως. Απέτυχε ωστόσο να εκλεγεί βουλευτής και παρέδωσε την αρχηγία του κόμματος στον Σπύρο Θεοτόκη.

Πέθανε στις 4 Οκτωβρίου 1982.
 

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ  24 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ

Ο Αθανάσιος Τσαλδάρης ήταν Έλληνας πολιτικός.

Γεννήθηκε το 1921 στην Αθήνα και ήταν γιος του πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Τσαλδάρη.

Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης.

Πρωτοεξελέγη βουλευτής το 1964 με την υποστήριξη της ΕΡΕ και από το 1974 εκλεγόταν συνεχώς μέχρι το θάνατό του με το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας. Στις κυβερνήσεις Καραμανλή διετέλεσε υφυπουργός κοινωνικών υπηρεσιών το 1974, το 1976 υφυπουργός συγκοινωνιών και την περίοδο 1977-1980 υφυπουργός προεδρίας.
Την περίοδο 1980-1981 διετέλεσε υφυπουργός προεδρίας στην κυβέρνηση Γεωργίου Ράλλη.
Τον Ιούνιο του 1989 εξελέγη πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων και επανεξελέγη τον Απρίλιο του 1990.
Παρέμεινε στο προεδρικό αξίωμα μέχρι το 1993.
Τον Μάρτιο του 1995 ήταν υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας με πρόταση της ΝΔ, η οποία τον υποστήριξε με τους 109 βουλευτές της και στις τρεις ψηφοφορίες. Την περίοδο 1985-1989 διετέλεσε γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ.

Απεβίωσε στις 4 Οκτωβρίου του 1997 από καρκίνο και ετάφη δημοσία δαπάνη στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών με τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού.

 Ήταν παντρεμένος με την Πανδώρα Παπαδάτου και είχαν μια κόρη, τη Μάουζη, η οποία είναι πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων.
Στο Κολωνάκι, υπάρχει μια πλατεία με το όνομά του (πρώην πλατεία Λυκαβηττού).

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 13
Χθες: 388
Αυτήν την εβδομάδα: 1920
Αυτόν τον μήνα: 764
Συνολικά: 198588