" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΑΛΛΗΣ
Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ήταν Έλληνας πολιτικός.
Γεννήθηκε το 1878 στην Αθήνα όπου και σπούδασε νομική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, συμπληρώνοντας τις σπουδές του στη Γαλλία και τη Γερμανία, για να επιδοθεί στη συνέχεια στη δικηγορία.
Ο Ιωάννης Ράλλης ήταν πατέρας του Γεωργίου Ι. Ράλλη , μετέπειτα πρωθυπουργού από το 1980 έως το 1981.
Η πρώτη σημαντική ανάμειξη του Ιωάννη Ράλλη στα κοινά της Ελλάδας έγινε την άνοιξη του 1904, όταν, μαζί με το Δημήτρη Καλαποθάκη, το Στέφανο Δραγούμη, τον Πέτρο Σαρόγλου, τον Παύλο Μελά και άλλους, δημιούργησε το Μυστικό Ελληνικό Μακεδονικό Κομιτάτο για τη δημιουργία αντάρτικου στην υπό οθωμανική κατοχή Μακεδονία.
Το 1906 αναμείχθηκε στην πολιτική και εξελέγη πρώτα βουλευτής Μεγάρων, επανεκλεγείς έκτοτε σε όλες σχεδόν τις μέχρι του 1936 εκλογές βουλευτής, άλλοτε Αττικής και άλλοτε Αθηνών.
Ανέλαβε για πρώτη φορά υπουργός το 1920 (επί κυβερνήσεως Δημητρίου Ράλλη) στο Υπουργείο Ναυτικών.[
Αργότερα, πολιτεύθηκε με το φιλοβασιλικό Λαϊκόν Κόμμα και, επί κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη, κατέλαβε για λίγους μήνες το Υπουργείο Εξωτερικών (από 4 Νοεμβρίου 1932 έως 16 Ιανουαρίου 1933) και μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1933 το Υπουργείο Εσωτερικών και Αεροπορίας (Μάρτιος – Αύγουστος 1933).
Μετά από διαφωνία του με τον Τσαλδάρη, παραιτήθηκε από την κυβέρνηση. Στις εκλογές όμως του 1935 απέτυχε να εκλεγεί, οπότε μαζί με τον Ιωάννη Μεταξά και το Γεώργιο Στράτο κατήλθαν σε εκλογές με το σύνθημα της επαναφοράς της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας.
Στις εκλογές του 1936 ηγήθηκε ιδίας ομάδας που αντιπροσωπεύθηκε στη Βουλή από 8 βουλευτές. Στη συνέχεια τάχθηκε εναντίον της δικτατορίας Μεταξά και το 1938 ηγήθηκε του Κινήματος της Κρήτης.
Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, τον Απρίλιο του 1943 ο Ιωάννης Ράλλης ανέλαβε πρωθυπουργός της διορισμένης κυβέρνησης της ναζιστικής «Ελληνικής Πολιτείας», προκαλώντας — καθώς λέγεται — ακόμα και την οργή του γιου του, Γεωργίου.
Παράλληλα, διατήρησε ο ίδιος τα υπουργεία Γεωργίας, Επισιτισμού και Εθνικής Άμυνας.
Ως κατοχικός πρωθυπουργός, ο Ιωάννης Ράλλης οργάνωσε τα Τάγματα Ασφαλείας, για την άμυνα της υπαίθρου και την αντιμετώπιση των ενόπλων ανταρτών του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) και των άλλων αντιστασιακών ομάδων.
Επίσης αναδιοργάνωσε την Ειδική Ασφάλεια σε μια υπηρεσία με απεριόριστη εξουσία για την απηνή δίωξη του κομμουνισμού και των αντιστασιακών οργανώσεων ειδικά στις πόλεις.
Ο ίδιος εκτιμούσε ότι τελικά θα επικρατούσαν οι Σύμμαχοι, αλλά πίστευε πως μόνο με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας και υπό την καθοδήγηση της Βέρμαχτ θα αποτρεπόταν προσωρινά η επικράτηση του κομμουνισμού στην Ελλάδα.
Τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν υπό τις απόλυτες διαταγές των Γερμανών κατακτητών (ακόμη και ο όρκος τους ήταν προς το Χίτλερ), όπως και όλες οι υπηρεσίες του κρατικού μηχανισμού της χώρας. Όμως, υπό το πρόσχημα της αποτροπής του κινδύνου του κομμουνισμού, τα Τάγματα Ασφαλείας συμμετείχαν σε πάμπολλες εγκληματικές ενέργειες και έγιναν ιδιαιτέρως μισητά από την πλειονότητα του ελληνικού λαού. Τα μέλη των Ταγμάτων Ασφαλείας έφεραν στολή ευζώνου, και γι' αυτό έγιναν γνωστοί ως «Γερμανοτσολιάδες» ή «Ράλληδες» ή «Γερμανικοί».
Με την απελευθέρωση, ο Ιωάννης Ράλλης συνελήφθη και δικάστηκε για εθνική αναξιότητα (προδοσία) .
Στη δίκη του (Φεβρουάριος 1945), συνήγοροί του ήταν ο γιος του και μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γεώργιος Ράλλης, ο Γεώργιος Πωπ και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι συνήγοροι ισχυρίσθηκαν ότι «ο Ιωάννης Ράλλης προσέφερε τεράστιες εθνικές υπηρεσίες κατά την κατοχή ενόσω ήταν πρωθυπουργός με το να αποσοβήσει τον λιμό των Ελλήνων, δίδοντας καθημερινά ένα μισθό, ενώ έσωσε επίσης πολλούς πατριώτες από το εκτελεστικό απόσπασμα των Γερμανών και ακόμη διευκολύνοντας τη διαφυγή πολλών πολιτικών και σημαινόντων πολιτών στη Μέση Ανατολή».
Ωστόσο, το προεδρείο δεν πείστηκε και τελικά, ο Ιωάννης Ράλλης καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά.
Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα, στη φυλακή, στις 26 Οκτωβρίου του 1946.
Έναν χρόνο μετά, ο γιος του εξέδωσε ένα βιβλίο απολογητικό για τις επιλογές του πατέρα του.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
Μυθιστοριογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, δημοσιογράφος, φιλόσοφος και πολιτικός.
Ένα από τα μεγάλα κεφάλαια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τεράστιο σε όγκο, αλλά και σε εύρος έργο.
Κέρδισε παγκόσμια φήμη μεταθανάτια από τη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη τού μυθιστορήματός του «Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» από τον Μιχάλη Κακογιάννη το 1964.
Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ο πιο μεταφρασμένος σύγχρονος έλληνας συγγραφέας.
Γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1883 στο Ηράκλειο της Κρήτης, το οποίο εκείνη την εποχή αποτελούσε ακόμα μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο πατέρας του, Μιχάλης, ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων και καταγόταν από τους Βαρβάρους, όπου σήμερα βρίσκεται το Μουσείο Καζαντζάκη.
Αφού ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην γενέτειρά του και τη Νάξο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1902 για να σπουδάσει νομικά.
Το 1906 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα με το δοκίμιο «H Αρρώστια του Αιώνος» και το πρώτο του μυθιστόρημα «Όφις και Kρίνο». Το 1907 ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στα νομικά, στο Παρίσι. Παράλληλα, παρακολούθησε τις διαλέξεις του υπαρξιστή φιλόσοφου Ανρί Μπερξόν και μελέτησε το έργο του Νίτσε. Και οι δύο αυτοί φιλόσοφοι άσκησαν τεράστια επίδραση πάνω του.
Το 1907 ξεκινά τη δημοσιογραφική του καριέρα και μυείται στον τεκτονισμό. Το 1909, με την επιστροφή του στην Ελλάδα, εκδίδει τη διδακτορική διατριβή του «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας». Κερδίζει το ψωμί του από τις μεταφράσεις και συζεί με τη συμπατριώτισσά του διανοούμενη Γαλάτεια Αλεξίου.
Συμμετέχει στην κίνηση για την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, της σημαντικότερης ομάδας πίεσης για την καθιέρωση της Δημοτικής.
Μέσω του σωματείου αυτού συνδέθηκε φιλικά το 1914, με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό.
Μαζί ταξίδεψαν στο Άγιο Όρος, όπου διέμειναν περίπου σαράντα ημέρες, ενώ περιηγήθηκαν και σε πολλά ακόμα μέρη της Ελλάδας.
Την περίοδο αυτή, ήρθε σε επαφή και με το έργο του Δάντη, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει στα ημερολόγιά του ως έναν από τους δασκάλους του, μαζί με τον Όμηρο και τον Μπερξόν.
Με τον Σικελιανό ονειρεύονται τη δημιουργία μιας νέας θρησκείας.
Τον Οκτώβριο του 1916 πραγματοποιεί το πρώτο του επιχειρηματικό βήμα. Ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη για να υπογράψει ένα συμβόλαιο για την αποκομιδή ξυλείας από το Άγιο Όρος.
Τον επόμενο χρόνο προσπαθεί να εκμεταλλευτεί ένα λιγνιτωρυχείο στην Πελοπόννησο και προσλαμβάνει έναν εργάτη ονόματι Γιώργη Ζορμπά.
Οι εμπειρίες αυτές θα μετουσιωθούν αργότερα στο μυθιστόρημα «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που αναφέρεται στη φιλία ενός διανοούμενου μ' έναν πρωτόγονο λαϊκό άνθρωπο, γεμάτο όρεξη για ζωή.
Ο χαρακτήρας του Ζορμπά είναι η προσωποποίηση της μπερξονικής ιδέας της «ζωικής ορμής».
Το 1918 γνωρίζει και συνδέεται αισθηματικά με την Έλλη Λαμπρίδου.
Από τα νεανικά του χρόνιαν ο νους του Καζαντζάκη είναι ανήσυχος, η ψυχή του βασανίζεται από αγωνίες και από προβλήματα θεμελιακά, μια αγωνία μεταφυσική και υπαρξιακή, όπως τονίζουν οι μελετητές του έργου του. Ανησυχίες θρησκευτικές τυραννούν τον άπιστο αυτό νιτσεϊστή.
Ιδιαίτερα η μορφή του Χριστού –«αυτή η ένωση, η τόσο μυστηριώδης και τόσο πραγματική του ανθρώπου και του Θεού», όπως γράφει σ' ένα γράμμα του– τον παρακολουθεί σαν έμμονη ιδέα από τα νεανικά του χρόνια ως το τέλος της ζωής του.
Σε ένα διάλειμμα της συγγραφικής δραστηριότητας του Καζαντζάκη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον διορίζει το 1919 Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως, έχοντας ως αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου.
Οι εμπειρίες αυτές αξιοποιούνται πολύ αργότερα στο μυθιστόρημα «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», με θέμα την αναπαράσταση των Παθών του Χριστού, σ' ένα ελληνικό χωριό της Ανατολής.
Τον επόμενο χρόνο, μετά την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, ο Καζαντζάκης αποχώρησε από το Υπουργείο Περιθάλψεως και πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη, ξεκινώντας τη δική του Οδύσσεια σε όλο τον κόσμο.
Το 1922 επισκέφτηκε τη Βιέννη, όπου ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρόυντ και τον Βουδισμό.
Επισκέφτηκε, ακόμα, τη Γερμανία, ενώ το 1924 έμεινε για τρεις μήνες στην Ιταλία.
Στο Βερολίνο, ο Καζαντζάκης μυήθηκε στις κομμουνιστικές ιδέες κι έγινε θαυμαστής του Λένιν. Ποτέ, όμως, δεν έγινε πιστός κομουνιστής. Την εποχή εκείνη τα εθνικιστικά του ιδεώδη αντικαταστάθηκαν από μια πιο διεθνιστική ιδεολογία.
Την περίοδο 1923-1926 πραγματοποίησε, επίσης, αρκετά δημοσιογραφικά ταξίδια στη Σοβιετική Ένωση, στην Παλαιστίνη, στην Κύπρο και στην Ισπανία, όπου του παραχώρησε συνέντευξη ο δικτάτορας Πρίμο ντε Ριβέρα. Εργάστηκε ως ανταποκριτής των εφημερίδων «Ελεύθερος Λόγος» και «Καθημερινή».
Το 1924 γνώρισε την Ελένη Σαμίου και το 1926 χώρισε τη γυναίκα του Γαλάτεια.
Το Μάιο του 1927 απομονώθηκε στην Αίγινα, με σκοπό την ολοκλήρωση του πιο φιλόδοξου έργου του, της «Οδύσσειας». Τον ίδιο χρόνο ξεκίνησε την ανθολογία των ταξιδιωτικών του άρθρων για την έκδοση του πρώτου τόμου («Ταξιδεύοντας») , ενώ το περιοδικό του Δημήτρη Γληνού «Αναγέννηση» δημοσίευσε το φιλοσοφικό του έργο «Ασκητική», ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του Καζαντζάκη, στο οποίο εκφράζει τη μεταφυσική πίστη του.
Ο ίδιος θεωρούσε την «Ασκητική» ως το σπόρο για όλο το κατοπινό έργο του.
Στις 11 Ιανουαρίου 1928 μιλά στην Αθήνα με θέμα τη Σοβιετική Ένωση, μαζί με τον φίλο του συγγραφέα Παναίτ Ιστράτι, εξυμνώντας το σοβιετικό μοντέλο. Για την οργάνωση αυτής της ομιλίας στο θέατρο «Αλάμπρα», η οποία κατέληξε σε μία ανοιχτή διαδήλωση, τόσο ο Καζαντζάκης όσο και ο συνδιοργανωτής Δημήτριος Γληνός διώχθηκαν δικαστικά, ωστόσο η δίκη τους τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, ο δε Ιστράτι απειλήθηκε με απέλαση. Tον Aπρίλιο, ο Kαζαντζάκης ξαναβρέθηκε στη Ρωσία, όπου ολοκλήρωσε ένα κινηματογραφικό σενάριο με θέμα τη Ρωσική Επανάσταση.
Το Μάιο του 1929 απομονώθηκε σε ένα αγρόκτημα της Tσεχοσλοβακίας, όπου ολοκλήρωσε στα γαλλικά, τα μυθιστορήματα «Toda-Raba» και «Kapetan Elia», προάγγελο του «Καπετάν Μιχάλη».
Τα έργα αυτά εντάσσονταν στην προσπάθεια του Καζαντζάκη να καταξιωθεί διεθνώς ως συγγραφέας. Η γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος «Toda-Raba» κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο Νικολάι Καζάν.
Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκε εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός Γαλλοελληνικού λεξικού για βιοποριστικούς λόγους. Μετέφρασε, ακόμα, τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη κι έγραψε ένα μέρος των ωδών που αργότερα ενσωματώθηκαν στις «Τερτσίνες» (1960).
Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Kίνα, εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα, ενώ ως απεσταλμένος της «Καθημερινής» κάλυψε τον Ισπανικό Εμφύλιο (1936).
Το 1938 ολοκλήρωσε την «Οδύσσεια», ένα επικό ποίημα στα πρότυπα της ομηρικής «Οδύσσειας», αποτελούμενο από συνολικά 33.333 στίχους και 24 ραψωδίες. Για το έργο αυτό, ο Καζαντζάκης εργαζόταν για δεκατρία χρόνια και πριν από την τελική του μορφή, προηγήθηκαν οκτώ αναθεωρημένες γραφές. Το ποίημα ξεκινά από την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και αποτελεί μια νέα περιπλάνηση του ανικανοποίητου ήρωα, που προσπαθεί να κατακτήσει την «πλέρια λευτεριά».
Ο Καζαντζάκης θέλησε να γράψει το έπος του σύγχρονου ανθρώπου, γι' αυτό θεωρούσε την «Οδύσσεια» ως το σπουδαιότερο έργο του.
Το ίδιο διάστημα, πλήθος κειμένων του δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες ή περιοδικά, ενώ γράφει στα γαλλικά το μυθιστόρημά του «Le Jardin des Rochers» («Ο Βραχόκηπος»), αντλώντας στοιχεία από τις πρόσφατες εμπειρίες του από την Άπω Ανατολή.
Κατά την περίοδο της κατοχής, ο Καζαντζάκης παρέμεινε στην Αίγινα και συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Κακριδή για τη μετάφραση της ομηρικής «Ιλιάδας».
Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην ελληνική πολιτική ζωή.
Διετέλεσε πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ ανέλαβε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνησης του Σοφούλη, από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 έως τις 11 Ιανουαρίου του 1946. Το Νοέμβριο του 1945 παντρεύεται την πιστή του σύντροφο Ελένη Σαμίου.
Το 1946, η Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών πρότεινε τον Kαζαντζάκη μαζί με τον Σικελιανό για το Βραβείο Nόμπελ.
Η υποψηφιότητά του, όμως, πολεμήθηκε από συντηρητικούς και αντιδραστικούς πολιτικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους. Τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στην UNESCO, αναλαμβάνοντας ως αποστολή την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο τη γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών. Παραιτήθηκε, τελικά, το 1948, προκειμένου να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό του έργο. Για το σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ, όπου τα επόμενα χρόνια ακολούθησε μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδος, κατά την οποία δημιούργησε τις μεγάλες μυθιστορηματικές του συνθέσεις.
Το 1952 προσβλήθηκε από μία μόλυνση στο μάτι, γεγονός που τον υποχρέωσε να νοσηλευτεί αρχικά στην Ολλανδία και αργότερα στο Παρίσι, ωστόσο τελικά έχασε την όρασή του από το δεξί μάτι. Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει στην Αντίμπ, στην Ελλάδα η Ορθόδοξη Εκκλησία επιχειρούσε τη δίωξή του.
Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα του «Kαπετάν Mιχάλη» (αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα για το Ηράκλειο της παιδικής του ηλικίας) και του «Τελευταίου Πειρασμού» (μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον Χριστό, που παλεύει μεταξύ της θείας και ανθρώπινης Φύσης του), που δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα.
Ο ίδιος ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της Εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω κι εγώ μια ευχή: σας εύχομαι να 'ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή, όσο είναι η δική μου και να 'στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ».
Τελικά, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν τόλμησε να προχωρήσει στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας.
Ο «Τελευταίος Πειρασμός» συμπεριλήφθηκε στον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το καταργηθέν πλέον Index Librorum Prohibitorum.
Ο Καζαντζάκης απέστειλε τότε τηλεγράφημα στην Επιτροπή του Index, με τη φράση του χριστιανού απολογητού Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal apello», δηλαδή «στο Δικαστήριό σου, Κύριε, κάνω έφεση».
Στις αρχές του 1954 δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το μυθιστόρημά του «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που ανακηρύχθηκε το καλύτερο ξένο βιβλίο εκείνης της χρονιάς.
Το 1955 ανέλαβε μαζί με τον Κακριδή την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, με προσωπικά τους έξοδα, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο «Τελευταίος Πειρασμός».
Τη χρονιά αυτή αρχίζει να γράφει στο Λουγκάνο της Ελβετίας το έργο του «Αναφορά στον Γκρέκο», την πνευματική του αυτοβιογραφία.
Έπειτα από ένα δεύτερο ταξίδι στην Κίνα, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης, επέστρεψε με κλονισμένη την υγεία του και νοσηλεύτηκε στην Κοπεγχάγη και το Φράιμπουργκ.
Πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1957, σε ηλικία 74 ετών.
Η σορός του μεταφέρθηκε στην Αθήνα, αλλά η Εκκλησία της Ελλάδας αρνήθηκε να την εκθέσει σε προσκύνημα.
Η σορός του μεταφέρθηκε και εκτέθηκε στον μητροπολιτικό ναό του Ηρακλείου, χωρίς εκκλησιαστική τελετή.
Οι συμπατριώτες του τον τίμησαν ιδιαιτέρως και τον έθαψαν σ' ένα προμαχώνα των βενετσιάνικων τειχών του Ηρακλείου.
Στον τάφο του, χαράχθηκε η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι ελεύθερος».
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΝΔΥΛΙΑΡΗΣ
Ο Χρυσόστομος Κανδυλιάρης ήταν Έλληνας γεωπόνος και πολιτικός. Διετέλεσε βουλευτής Θεσσαλονίκης.
Σπούδασε γεωπόνος και ήταν μέλος της Λέσχης Θεσσαλονίκης. Πολιτεύτηκε με την ΕΡΕ και έλαβε μέρος στις εκλογές του 1961.
Ανακηρύχθηκε βουλευτής Β΄ Θεσσαλονίκης (έπειτα από τη δεύτερη κατανομή) το Νοέμβριο του 1961.
Η Ένωση Κέντρου υπολειπόταν κατά 251 ψήφους για να εκλέξει βουλευτή από την πρώτη κατανομή (θα εκλεγόταν ο Στέφανος Τσαπάρας).
Ο Τσαπάρας αμφισβήτησε το αποτέλεσμα και επικαλέστηκε τα περιστατικά βίας και νοθείας σε 4 συγκεκριμένα εκλογικά τμήματα στη Β΄ Θεσσαλονίκης. Με απόφαση του Εκλογοδικείου διεξήχθησαν αναπληρωματικές εκλογές στα 4 εκείνα εκλογικά τμήματα στις 8 Απριλίου του 1962.
Στις εκλογές εκείνες η ΕΡΕ ηττήθηκε και ο Κανδυλιάρης έχασε την έδρα του από τον Τσαπάρα (με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα όμως η ΕΡΕ εξέλεξε έναν βουλευτή στην Πέλλα, το Μουράτογλου και έχασε την έδρα της Πέλλας ο Θ. Ανδρεάδης από την Ένωση Κέντρου).
Ο Κανδυλιάρης υπέβαλε ένσταση κατά του υπολογισμού των ψήφων που καταμετρήθηκαν από την Ένωση Κέντρου στις επαναληπτικές εκλογές και εστίασε στο ότι η ηγεσία της Ένωσης Κέντρου (Γεώργιος Παπανδρέου) είχε δηλώσει ότι δεν θα έπαιρναν μέρος στις εκλογές. Η ένσταση του γεωπόνου απορρίφθηκε και ο Κανδυλιάρης έχασε οριστικά την έδρα του από τον Τσαπάρα.
Ο Κανδυλιάρης εξελέγη με 10.208 ψήφους από την πρώτη κατανομή στις εκλογές του 1963 ως βουλευτής Υπαίθρου Θεσσαλονίκης, όπως ονομαζόταν τότε η εκλογική περιφέρεια Β΄ Θεσσαλονίκης.
Επανεξελέγη βουλευτής στη Β΄ Θεσσαλονίκης, με το μεγαλύτερο αριθμό σταυρών, με την ΕΡΕ στις εκλογές του 1964.
Ο Κανδυλιάρης κηδεύτηκε στις 27 Οκτωβρίου 1976 από το ναό Αγίας Σοφίας της συμπρωτεύουσας.
Ήταν παντρεμένος με την Καίτη Κανδυλιάρη[
Ανάμεσα στα ψηφίσματα που εκδόθηκαν ήταν και εκείνο της Λέσχης Θεσσαλονίκης.
ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ
Ο Μιχαήλ Α. Πεσμαζόγλου (αναφέρεται και ως Πεσματζόγλου) ήταν Έλληνας πολιτικός και πολλές φορές υπουργός.
Γεννήθηκε το 1896 στην Αθήνα και ήταν γιος του τραπεζίτη Αλέξανδρου Πεσμαζόγλου.
Διετέλεσε υφυπουργός οικονομικών στην Κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη Απριλίου 1945, υφυπουργός Οικονομικών και προσωρινά Τύπου και Πληροφοριών στην Κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη Αυγούστου 1945 καθώς και υφυπουργός οικονομικών στην Κυβέρνηση Δαμασκηνού το ίδιο έτος.
Το 1952 έγινε Υπουργός Κοινωνικής Προνοίας στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Δημητρίου Κιουσόπουλου και το 1958 υπουργός εξωτερικών στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Γεωργακόπουλου.
Το 1961 έγινε Υπουργός Εξωτερικών στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Κωνσταντίνου Δόβα.
Το 1967 του προτάθηκε το υπουργείο εξωτερικών στην κυβέρνηση Κόλλια αλλά αρνήθηκε.
Γιος του ήταν ο πρέσβης Ιωάννης Μ. Πεσμαζόγλου.
Πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1983 και η αναγγελία του θανάτου του έγινε μετά την ταφή του, όπως ήταν η επιθυμία του.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΜΠΑΡΟΥΝΗΣ
Ο Αθανάσιος Ι. Σμπαρούνης ήταν Έλληνας οικονομολόγος.
Γεννήθηκε στο Ευπάλιο Νομού Φωκίδος στις 17 Ιουλίου 1892 και ήταν το μεγαλύτερο από 9 παιδιά του Ιωάννη Σμπαρούνη.
Ήταν παντρεμένος με την Γεωργία Μαρκεζίνη με την οποία απέκτησε τρία παιδιά.
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 1987.
Διδάκτωρ της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών & Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) Αθηνών. Διδάκτωρ Νομικών Επιστημών (Docteur en Droit, mention Sciences Juridiques) του Πανεπιστημίου της Λωζάνης (University of Lausanne), Ελβετία. Εξελέγη ισόβιο μέλος:
- της Βρετανικής Βασιλικής Εταιρείας Οικονομικών
- της Ακαδημίας Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Columbia της Νέας Υόρκης
- Αμερικανική Εταιρεία Οικονομικών του Evanston Illinois,
- Αμερικανική Ακαδημία Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών της Φιλαδέλφειας Pennsylvania.
Υπηρέτησε σε Διευθυντικές θέσεις του Υπουργείου Οικονομικών από το 1925 έως το 1943 οπότε απελύθη από την Κατοχική Κυβέρνηση για εγκατάλειψη θέσεως μετά την δραπέτευσή του στη Μέση Ανατολή.
Με την άφιξή του στο Κάιρο διορίστηκε Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών της Εξόριστης Κυβέρνησης Τσουδερού.
Με την επιστροφή του μετά την απελευθέρωση (1944) επανατοποθετήθηκε στη θέση του στο Υπουργείο Οικονομικών. Το 1944 κατά τη διάρκεια της εξορίας του εξελέγη Τακτικός Καθηγητής και το 1945 ανέλαβε την έδρα Δημοσίων Οικονομικών της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών & Εμπορικών Επιστημών μέχρι το 1962 οπότε παραιτήθηκε.
Μαζί με τον Κυριάκο Βαρβαρέσο (Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, επί κεφαλής) και τον Αλέξανδρο Αργυρόπουλο (Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών) ορίστηκαν από την εξόριστη κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου στο Κάιρο, να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στην Νομισματική και Δημοσιονομική Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών στο Μπρέττον Γουντς (1-22 Ιουλίου 1944) κατά την οποία συμφωνήθηκε το σύστημα σταθερών ισοτιμιών, και αποφασίστηκε η ίδρυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας (International Bank for Reconstruction and Development).
Διετέλεσε υφυπουργός Οικονομικών στην Κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα από τις 8 Ιανουαρίου έως τον Απρίλιο 1945.
Το 1945 εξελέγη στη θέση του Υποδιοικητού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος από την οποία παραιτήθηκε τον Σεπτέμβριο 1946.
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΟΛΥΖΟΣ
Ο Ευάγγελος Πολύζος ήταν πολιτικός από την Πιερία.
Γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου του 1943 στον Κολινδρό.
Πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Δημόσιας Διοίκησης, άσκησε το επάγγελμα του ασφαλιστή και ήταν πατέρας τριών παιδιών.
Εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος και έπειτα γραμματέας στον δήμο Κολινδρού. Εξελέγη βουλευτής το 1996, το 2000 και το 2004, 2ος με 10.108 σταυρούς. Διετέλεσε δήμαρχος Κολινδρού Πιερίας το 1990 και το 1994, πρόεδρος της ΤΕΔΚ Πιερίας (1990-1994) και νομαρχιακός σύμβουλος.
Ήταν εκλεγμένος περιφερειακός σύμβουλος Κεντρικής Μακεδονίας (1991-1994) και αντιπρόεδρος της ΟΚΕ Εσωτερικών της ΝΔ (1996-2000).
Το 2005 ο Πολύζος δήλωσε ότι «σε όλα τα κόμματα υπάρχουν έντιμοι αλλά και άνθρωποι που χρηματίζονται» και στις 7 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους τέθηκε εκτός Κοινοβουλευτικής Ομάδας από τον Κώστα Καραμανλή, για ανυπόστατες καταγγελίες.
Επανεντάχθηκε στην Κ.Ο. της ΝΔ στις 30 Οκτωβρίου του 2006.
Το 2007 ο ίδιος έθεσε εαυτόν εκτός ψηφοδελτίων της ΝΔ και δεν ήταν υποψήφιος στις εκλογές εκείνης της χρονιάς.
Τον Φεβρουάριο του 2008 παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζωοτροφών, την οποία είχε αναλάβει πριν από τρεις μήνες, καταγγέλλοντας παρέμβαση του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Αλέξανδρου Κοντού, για εκτός διαδικασιών πρόσληψη δέκα ατόμων στο εργοστάσιο της Ξάνθης, ιδιαίτερης πατρίδας του υπουργού.Τον Νοέμβριο του 2009 ήταν ανάμεσα στα 49 πρόσωπα από την Πιερία που πήραν μέρος στο έκτακτο συνέδριο της ΝΔ στην ελληνική πρωτεύουσα.
Στις δημοτικές εκλογές του 2010, που διεξήχθησαν στις 7 Νοεμβρίου, εξελέγη δήμαρχος του νεοσύστατου δήμου Πύδνας-Κολινδρού από τον πρώτο γύρο, ως ανεξάρτητος, με ποσοστό 50,29% έναντι 43,27% για τον ανεξάρτητο Ευάγγελο Λάγδαρη και 6,43% για τον υποψήφιο του ΚΚΕ, Κώστα Δανιηλίδη.
Ο Ευάγγελος Πολύζος απεβίωσε στο νοσοκομείο της Κατερίνης, όπου νοσηλευόταν με καρδιολογικά προβλήματα, στις 26 Οκτωβρίου 2018.