My Bonjour

Wednesday, 21 October 2026

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΠΑΠΑΒΑΛΣΑΜΗΣ

Ο Απόστολος Παπαβαλσάμης   του Γεωργίου, ήταν Έλληνας πολιτικός. 

Γεννήθηκε το 1897 στο Λιβάδι Θεσσαλονίκης και ήταν ιδιοκτήτης (και στη συνέχεια πρόεδρος των πρατηριούχων) πρατηρίου βενζίνης.

Εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης με τον Ελληνικό Συναγερμό το 1952.
Στις 15 Νοεμβρίου 1954 κατέστη ανεξάρτητος και στη συνέχεια προσχώρησε στο Κόμμα Προοδευτικών (Ιούνιος 1955).

Ήταν παντρεμένος με μία κόρη.

Πέθανε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 69 ετών στις 21 Οκτωβρίου το 1966 και κηδεύτηκε από τον ιερό ναό της Αχειροποιήτου.

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΩΙΤΑΚΗΣ

Ο Γεώργιος Κ. Ζωιτάκης ήταν Έλληνας καθαιρεθείς στρατηγός του Ελληνικού Στρατού που συμμετείχε ενεργά στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου το 1967.

Γεννήθηκε στη Ναύπακτο στις 3 Μαρτίου 1910. Ήταν γιος του Κωνσταντίνου Ζωιτάκη, χωροφύλακα από την Άνω Χώρα Ναυπακτίας και της Βασιλικής Μπαλαμπάνη - Κοντοβά από τη Ναύπακτο.
Είχε άλλα τρία αδέρφια, από τα οποία επέζησε μόνο το ένα, ο Αλέκος. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Ναύπακτο φοιτώντας στο εκεί σχολείο.
Τα τελευταία χρόνια της εφηβείας του η οικογένειά του μετακόμισε στην Πάτρα προκειμένου να τελειώσουν το εκεί Β' Γυμνάσιο Πατρών.
Μετά το σχολείο φοίτησε στη Μαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σχολή που σχεδόν αμέσως εγκατέλειψε αφού ταυτόχρονα πέρασε και στις εξετάσεις για τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ).

Ήταν νυμφευμένος με την Σοφία Βουρανζέρη (1926–1990), κόρη αξιωματικού και φοιτήτρια φιλοσοφικής.
Μαζί απέκτησαν μία κόρη, την Βίκυ (Βασιλική) Ζωιτάκη (γενν. 1949), σύζυγο του Θεόδωρου Βάκου.

Αποφοίτησε από την Σχολή Ευελπίδων το 1932 ως Ανθυπολοχαγός Πεζικού και συνέχισε την εκπαίδευσή του κατά τη δεκαετία του 1950 και αρχές του 1960 στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου, στη Σχολή Εθνικής Άμυνας καθώς και σε Νατοϊκά Σχολεία στη Δυτική Γερμανία και τις ΗΠΑ.

Κατά το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου υπηρετούσε ως Λοχαγός στο 2/39 Σύνταγμα Ευζώνων στο Μεσολόγγι και με τη μονάδα του βρέθηκε από τους πρώτους στο Αλβανικό Μέτωπο. Πρωταγωνίστησε σε πολεμικές επιχειρήσεις στο Τεπελένι και στους Άγιους Σαράντα αδρανοποιώντας ιταλικά τάγματα πιάνοντας πολλούς αιχμαλώτους και σημαντικό πολεμικό υλικό του εχθρού.
Κατά την Εαρινή Επίθεση των Ιταλών τραυματίστηκε από οβίδα και νοσηλεύτηκε στην Αθήνα από όπου θα φυγαδευτεί- όπως και οι υπόλοιποι τραυματίες - κατά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1941 - αρχικά μες στην πόλη και έπειτα στην ύπαιθρο.
Τα πρώτα χρόνια της κατοχής κρύβεται στη Ναύπακτο. Εκεί μαζί με τον Σταυρογιαννακόπουλο και άλλους τοπικούς παράγοντες θα ιδρύσουν την Οργάνωση Μυστική της Ναυπάκτου την οποία και θα εντάξουν στον ΕΔΕΣ μόνο όταν ο Ναπολέοντας Ζέρβας θα απωλέσει το πολιτικό του μανιφέστο και μείνει πιστός σε καθαρά απελευθερωτικούς σκοπούς. Στα πλαίσια αυτά θα δράσει ως υπαρχηγός του ΕΔΕΣ στην Αιτωλοακαρνανία εξοπλίζοντας πυρήνες στα διάφορα χωριά της περιοχής, στρατολογώντας κόσμο, ετοιμάζοντας πάντα δράσεις και σαμποτάζ κατά του κατακτητή, διατηρώντας επαφή με το στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Από τον Αύγουστο ως τον Οκτώβριο 1944 θα βρεθεί αιχμάλωτος του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία με σκοπό να προσηλυτηστεί υπό του στρατηγού Σαράφη, θα απελευθερωθεί όμως με τη συμφωνία της Καζέρτας και τη συνεννόηση ΕΛΑΣ - ΕΔΕΣ για απελευθέρωση αιχμαλώτων και διάλυση των οργανώσεων.
Για αντίποινα όμως ο πατέρας του Ζωιτάκη θα θανατωθεί από αντάρτες του ΕΛΑΣ οι οποίοι θα λεηλατήσουν και το πατρικό του σπίτι στη Ναύπακτο. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου κλήθηκε με το βαθμό ταγματάρχη σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αρχικά κατά τα Δεκεμβριανά πήρε μέρος στη μάχη της Αθήνας. Έπειτα κατά τον δεύτερο γύρο ως Διοικητής του 602ου και έπειτα του 613ου Τάγματος Πεζικού έδωσε σκληρές μάχες στην Ρούμελη, Ήπειρο και Κεντρική Μακεδονία. Για όλη του τη στρατιωτική δράση μεταξύ των ετών 1940 - 1949, ο Ζωιτάκης θα τιμηθεί με τη διάκριση των τριών Χρυσών Αριστείων Ανδρείας καθώς και με άλλα μετάλλια Πολεμικών Σταυρών και Στρατιωτικής Αξίας.

Μετά τον Εμφύλιο υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις ανά την Ελλάδα ως Διοικητής μονάδων Πεζικού και άλλων μεγαλύτερων σχηματισμών στην Κοζάνη, την Ελευθερούπολη και τη Βέροια.
Διετέλεσε, επίσης, Συνταγματάρχης- Υπασπιστής του Βασιλέα Παύλου έχοντας παράλληλα υπό την προστασία του την πριγκίπισσα Σοφία.
Στη συνέχεια μετατέθηκε στη Λάρισα όπου ανέλαβε Επιτελάρχης Στρατιάς φέροντας τον βαθμό του Ταξίαρχου. Ως Υποστράτηγος ανέλαβε την διοίκηση του Α΄ Σώματος Στρατού στην Κοζάνη ενώ ως Αντιστράτηγος τη διοίκηση Γ΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλονίκη. Τον Δεκέμβριο του 1967 με την αναχώρηση του Βασιλέα Κωνσταντίνου στο εξωτερικό, ο Ζωιτάκης θα είναι πλέον ο αρχαιότερος εν ενεργεία Αντιστράτηγος.

Το 1972 αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Στρατηγού, ενώ ήταν ο πρώτος Έλληνας Στρατηγός που έφερε τα διακριτικά τεσσάρων αστέρων κατά την εξομοίωση του Ελληνικού Στρατού με το ΝΑΤΟ (ακολούθησε ο τότε Αρχηγός ΓΕΕΘΑ/ΓΕΣ Οδ. Αγγελής).

Απεβίωσε στο σπίτι του στου Παπάγου στις 21 Οκτωβρίου 1996, σε ηλικία 86 ετών.

Η κηδεία του τελέστηκε στον ναό του Κοιμητηρίου Παπάγου και ετάφη στη γενέτειρά του τη Ναύπακτο.

 

 

 

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΙΓΔΗΣ

Ο Ιωάννης Ζίγδης  ήταν Έλληνας οικονομολόγος και πολιτικός, που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή της Ελλάδας κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Γεννήθηκε στη Λίνδο της Ρόδου στις 21 Ιουλίου 1913.

Στη Ρόδο συμπλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του. Αρχικά πτυχιούχος της Α.Σ.Ο.Ε.Ε., συνέχισε και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στις Οικονομικές και Πολιτικές επιστήμες σε Γενεύη, Λωζάννη και Λονδίνο. Το 1939 ανακηρύχθηκε Διδάκτορας Οικονομικών (Ph.D. Econ.) από τη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Λονδίνου όπου εκπόνησε τη διατριβή του με θέμα «Πόλεμος και Οικονομία – Ανάλυσις του γενικού οικονομικού προβλήματος του πολέμου».
Τον Φεβρουάριο του 1940, λίγους μήνες πριν πλήξει ο πόλεμος την Ελλάδα, εκφωνεί ομιλία στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό που αποτελεί σύνοψη της διατριβής του.

Ήταν καλός γνώστης της αγγλικής, γαλλικής και ιταλικής γλώσσας.

Από μαθητής πήρε ενεργό μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου. Μετά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επέστρεψε από το Λονδίνο στην Ελλάδα και μετά την 28 Οκτωβρίου 1940 πρωτοστάτησε στον σχηματισμό του Συντάγματος Δωδεκανησίων εθελοντών, στο οποίο κατατάχτηκε ως απλός στρατιώτης.
Υπηρέτησε στο Μακεδονικό Μέτωπο και την Κρήτη - την τελευταία περίοδο ως σύνδεσμος με τις βρετανικές δυνάμεις.
Ευθύς μετά διέφυγε στην Αίγυπτο (1941), όπου κατατάχθηκε για δεύτερη φορά εθελοντής στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις Μέσης Ανατολής. Υπηρέτησε ως υποδεκανέας μέχρι τις αρχές του 1944. Για την πολεμική του δράση τιμήθηκε με δύο μετάλλια.

Τον Φεβρουάριο του 1944 μετακλήθηκε από τον καθηγητή Κυριάκο Βαρβαρέσο, Υπουργό Συντονισμού της εξόριστης Κυβέρνησης, στο Λονδίνο, για να τον βοηθήσει στο έργο της προετοιμασίας της επίλυσης των οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας μετά τη λήξη του πολέμου.

Από τον Ιούνιο του 1944 μέχρι τα τέλη του 1947 υπηρέτησε στο διεθνές προσωπικό του Οργανισμού Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως των Ηνωμένων Εθνών (UNRRA), στην αρχή στο Λονδίνο και κατόπιν στην Αθήνα.
Από την τελευταία αυτή θέση, ως πρόεδρος της μεγάλης Επιτροπής Τεχνικών και Οικονομολόγων, κατάρτισε το πρώτο μακροπρόθεσμο πρόγραμμα για τον εξηλεκτρισμό και την εκβιομηχάνιση της Ελλάδας. Το πρόγραμμα αυτό ήταν η αφετηρία της ίδρυσης της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και της συστηματικής στροφής προς την εκβιομηχάνιση της χώρας στα πλαίσια των εργασιών της Επιτροπής αυτής, εκδόθηκε μια σειρά έργων με πρώτο «Ο Ορυκτός Πλούτος της Ελλάδος», που ανέτρεψε τη θεωρία ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει αρκετούς πόρους για ανάπτυξη και απέδειξε ότι η ρήση του Ηροδότου «πενίη τοις Ελλησιν αεί ξύντροφος» ήταν εσφαλμένη.

Το 1948 κλήθηκε από την ελληνική Κυβέρνηση στην Ελλάδα, ως Διευθύνων Σύμβουλος του Ανώτατου Συμβουλίου Ανασυγκροτήσεως (Α.Σ.Α.). Παραιτήθηκε, όμως, λίγους μήνες αργότερα, γιατί η Ειδική Οικονομική Αποστολή, που στάλθηκε στο Παρίσι, για να συμμετάσχει στη Συνδιάσκεψη για τον καταρτισμό του σχεδίου Μάρσαλ, αρνήθηκε να υποβάλει το Πρόγραμμα ανασυγκρότησης, που είχε ως βάση την εκβιομηχάνιση και τον εξηλεκτρισμό της χώρας, και όχι την προαγωγή της σε «...λαχανόκηπο της Ευρώπης», όπως ήθελε η τότε ηγέτιδα τάξη αλλά και η ίδια η Κυβέρνηση.
Επακολούθησε ένα πολύμηνο ταξίδι στην Αφρική, για τη μελέτη της οικονομικής κατάστασης στην Αιθιοπία και την Κένυα, όπου υπήρχαν μεγάλες ελληνικές παροικίες.

Το 1950 εξελέγη μεταξύ των πρώτων Βουλευτών Δωδεκανήσου. Από τότε εκλεγόταν Βουλευτής μέχρι το 1989, εκτός από τις εκλογές του 1956, του 1974 και του 1981 για διάφορους κάθε φορά λόγους.

Στον παρθενικό του λόγο στη Βουλή υπογράμμισε την ανάγκη συμφιλίωσης όλων των Ελλήνων και την αμνήστευση του παρελθόντος.
Πολιτικά ήταν τοποθετημένος στο χώρο του Δημοκρατικού Κέντρου, με βασική επιδίωξη την εξελικτική αλλαγή της δημοκρατικής διακυβέρνησης της χώρας. Η εκβιομηχάνιση της Ελλάδας και η ενεργός συμμετοχή της στη μεγάλη προσπάθεια για την ενοποίηση της Ευρώπης υπήρξαν οι δύο βασικοί άξονες της δραστηριότητάς του ως πολιτικού και οικονομολόγου.

Αντιπροσώπευσε τη Βουλή σε πολλές Διεθνείς Συνδιασκέψεις. Το 1954 υπήρξε επικεφαλής της μεγάλης Επιτροπής Διαφώτισης, που στάλθηκε από την Κυβέρνηση Παπάγου στις ΗΠΑ για την ενημέρωση της Αμερικανικής Κυβέρνησης σχετικά με την πρώτη ελληνική προσφυγή στον ΟΗΕ για το Κυπριακό.
Στα πλαίσια της επίσκεψης αυτής συναντήθηκε με τον τέως Αμερικανό πρόεδρο Χάρι Τρούμαν, ο οποίος κατά την λήξη της συνομιλίας τους, σε ερώτηση του Ζίγδη, απάντησε: «Πείτε στους Έλληνες ότι και στην περίπτωση αυτή, όπως πάντοτε, είμαι με το μέρος τους».

Εξαιτίας όμως του λάθους της Ελληνικής Κυβέρνησης να ζητήσει, κατά τη συζήτηση της προσφυγής στον ΟΗΕ, «ενσωμάτωση» και όχι «αυτοδιάθεση» της Κύπρου, όπως όριζε ο Κανονισμός, η προσφυγή καταψηφίστηκε.

Υπήρξε μέλος της Συμβουλευτικής Συνέλευσης (Assemblée Consultative) του Συμβουλίου της Ευρώπης (1964-1967), της Μικτής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Συνδέσεως ΕΟΚ- Ελλάδος (1965-1967, Commission Parlementaire Mixte d'association CEE-Grèce) και της Συμβουλευτικής Επιτροπής του Ν.Α.Τ.Ο. (Σεπτέμβριος 1966).

Κατά την πρώτη του θητεία ως Υπουργός Βιομηχανίας (1951-1952), ψηφίστηκε ο πρώτος στην Ελλάδα περιβαλλοντικός νόμος «Περί επαρχιακής βιομηχανίας» (1952) και κατά τη δεύτερη (1963-65) πολλοί άλλοι, μεταξύ των οποίων οι περί «βιομηχανικής έρευνας», «τυποποιήσεως», «βιομηχανικών περιοχών» και «έρευνας του ορυκτού πλούτου», που ήταν βασικής σημασίας για την εκβιομηχάνιση. Στον ίδιο, επίσης, οφείλεται η ίδρυση της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως (Ε.Τ.Β.Α.) και των Ινστιτούτων «Τυποποιήσεως», «Βιομηχανικής Έρευνας», «Ωκεανογραφίας» και «Αλιευτικών Ερευνών».
Η ΔΕΗ συγκροτήθηκε σε πραγματικό Δημόσιο Οργανισμό κατά την δεύτερη Υπουργία του, ενώ η ίδρυσή της οφειλόταν στην επίμονη προβολή της θέσεως, των πλούσιων κοιτασμάτων λιγνίτη της χώρας, με βασική πηγή τα λιγνιτωρυχεία της Πτολεμαΐδας, την οποία υποστήριζε από την εποχή της UNRRA. Γι' αυτό, άλλωστε, επήλθε και η ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη Πτολεμαΐδας αργότερα.

Το 1964 εγκαινίασε το πρόγραμμα εξηλεκτρισμού της υπαίθρου, με το οποίο πήραν ηλεκτρισμό όλα σχεδόν τα χωριά και τα νησιά της Ελλάδας. Τον Μάιο του 1965 οργάνωσε στη Θεσσαλονίκη την Πανευρωπαϊκή Έκθεση Βιοτεχνίας, στην οποία συνεργάστηκαν η (τότε) ΕΟΚ και τα κράτη μέλη της.
Στη συνδιάσκεψη που επακολούθησε, αποφασίστηκε ότι η έδρα του οργάνου της ΕΟΚ για την Βιοτεχνία θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα συνδεδεμένο κράτος, όπως η Ελλάδα.

Υπήρξε ο αρχιτέκτονας του «ελληνικού οικονομικού θαύματος» της Δωδεκανήσου, που συντελέστηκε μετά την απελευθέρωσή της. Εμπνευστής μιας καλά μελετημένης πολιτικής περιφερειακής ανάπτυξης, με βάση το τοπικό δασμολόγιο, ως και το φορολογικό και πιστωτικό σύστημα, έθεσε τα θεμέλια της προαγωγής της Δωδεκανήσου σε πρώτο τουριστικό κέντρο της Ανατολικής Μεσογείου. Εισηγήθηκε επίσης τη νομοθεσία για την εκκαθάριση της "κληρονομιάς" της Ιταλικής κατοχής και ειδικότερα την αγροτική αποκατάσταση στην Κω, την επιστροφή στους αγρότες των ιδιοκτησιών, που τους πήραν οι Ιταλοί, ως και την τακτοποίηση των Δωδεκανησίων δημοσίων υπαλλήλων.

Συνέστησε, τέλος, τον Οργανισμό Διαχειρίσεως της Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου στη Δωδεκάνησο (Ο.Δ.Α.Π.Δ.Δ.), Ν.2100/52, στον οποίο μεταβιβάστηκε η κυριότητα όλης της ακίνητης περιουσίας, η οποία με την Συνθήκη Ειρήνης περιήλθε από την Ιταλική κυβέρνηση στην Ελληνική, για την αυτόνομη πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη των νησιών.
Τον Οργανισμό αυτό κατάργησε η Δικτατορία και την αυθαιρεσία αυτή νομιμοποίησε η Κυβέρνηση Καραμανλή το 1975, στερώντας τους Δωδεκανήσιους από την περιουσία, που τους είχε αρπάξει ο ξένος κατακτητής και τη δυνατότητα σοβαρής περιφερειακής ανάπτυξης.

Από τους ιδρυτές του Εθνικού Συμβουλίου Ελλάδας της «Ευρωπαϊκής Κίνησης» η οποία ιδρύθηκε από τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, υπήρξε και αντιπρόεδρος του από το 1953, έως το 1968, όταν παραιτήθηκε λόγω της επιβολής της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα.

Έλαβε μέρος στην Πανευρωπαϊκή Συνδιάσκεψη για τα θέματα της οικονομικής ανασυγκρότησης της Ελλάδας, που οργανώθηκε από κοινού με το Εθνικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κίνησης του Βελγίου στις Βρυξέλλες (1953), στην οποία έπεισε τους αντιπροσώπους των άλλων κρατών ότι η Ελλάδα μπορούσε να εκβιομηχανιστεί σε σχετικά μικρό διάστημα, αποτελεσματικά, με βάση τα στοιχεία της UNRRA.

Υπέρμαχος της ένταξης στην ΕΟΚ από το 1957, όταν ο Αναπληρωτής καγκελάριος της Γερμανίας Λούντβιχ Έρχαρτ κάλεσε την Ελλάδα να γίνει ιδρυτικό μέλος υπό ειδικά προνομιακούς όρους.
Η τότε κυβέρνηση Καραμανλή, όμως, αρνήθηκε και προτίμησε, «σύμφωνα με βρετανικές υποδείξεις», την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ). Σύντομα όμως, αυτή αντιλήφθηκε το λάθος της και ζήτησε, το 1961, την σύνδεση της χώρας με την ΕΟΚ και όχι την ένταξη, επιλογή την οποία επέκρινε δριμύτατα ο Ζίγδης στη Βουλή.

Μετά την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της Αντίστασης και ο μόνος υπουργός της προδικτατορικής περιόδου, που φυλακίστηκε από το καθεστώς.

Συνελήφθη για πρώτη φορά την 1η Ιουνίου του 1967. Στα τέλη Σεπτεμβρίου εκτοπίστηκε στη Φολέγανδρο και αργότερα στη Σύρο.
Απελευθερώθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1967 με την αμνηστία, ύστερα από το βασιλικό πραξικόπημα της 13.12.1967.

Την 1η Απριλίου του 1970 καταδικάστηκε από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών σε 4,5 χρόνια φυλάκιση, χρηματική ποινή 300 χιλ. μεταλλικών δραχμών και κατάσχεση της οικίας του στην Πολιτεία, γιατί στις 24 Μαρτίου του 1970 η εφημερίδα Έθνος δημοσίευσε συνέντευξή του, στην οποία συνιστούσε, εξαιτίας της επιδεινώσεως του Κυπριακού (απόπειρα κατά του Μακαρίου, δολοφονία του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη κ.λπ.), τον σχηματισμό Κυβερνήσεως «Εθνικής Ενότητας» και επιστροφή στη δημοκρατική τάξη.
Τούτο χαρακτηρίστηκε από το Στρατοδικείο σαν «διασπορά ψευδών ειδήσεων» και «άσκηση αντεθνικής προπαγάνδας» (παράβαση του νόμου Περί Τύπου και του νόμου Περί καταστάσεως πολιορκίας).

Κρατήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού μέχρι την 22α Ιανουαρίου 1973, όταν, με απόφαση του Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, διακόπηκε η έκτιση της ποινής του, για να προληφθεί «ανήκεστος βλάβη της υγείας του», καθώς είχε υποστεί δυο θρομβώσεις στο δεξί του μάτι.

Δεν δέχτηκε να υποβάλει αίτηση αναθεώρησης της καταδικαστικής απόφασης του Στρατοδικείου καίτοι το δικτατορικό καθεστώς εξέδωσε για το σκοπό αυτό τρεις νόμους, που παρείχαν στους καταδικασθέντες το σχετικό δικαίωμα. Δεν ήθελε έτσι, έστω και τυπικά, να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του δικτατορικού καθεστώτος.
Αρνήθηκε να υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης για «ανήκεστον βλάβη» για τον ίδιο λόγο και το καθεστώς υποχρεώθηκε με δική του πρωτοβουλία να θέσει σε κίνηση τη σχετική διαδικασία, επειδή η υγεία του είχε κλονιστεί επικίνδυνα.

Λόγω της συμπαράστασης, που έδωσε στους φοιτητές του Πολυτεχνείου, λίγες μέρες πριν την εξέγερση, τέθηκε υπό κράτηση σε δωμάτιο του Ευαγγελισμού, όπου νοσηλευόταν ύστερα από νέα εγχείρηση.
Απελευθερώθηκε στις 26 Νοεμβρίου 1973, ύστερα από την ανατροπή του Παπαδόπουλου.
Λίγο αργότερα, λόγω των συνεχών δοκιμασιών και των συγκινήσεων υπέστη αιμορραγία στο δεξί του μάτι, που εξελίχθηκε σε αποκόλληση, για την οποία υποβλήθηκε σε επανειλημμένες εγχειρήσεις (Χριστούγεννα 1973).

Υπήρξε εμπνευστής της συγκρότησης των δύο Επιτροπών Αποκατάστασης της Δημοκρατικής Νομιμότητας, που οργάνωσαν τον αγώνα κατά του Δημοψηφίσματος του Παπαδόπουλου στις 29 Ιουλίου 1973.
Η Τριμελής Επιτροπή, η οποία εκπροσώπησε τον πολιτικό κόσμο, απαρτίστηκε από τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Γεώργιο Μαύρο και Ιωάννη Ζίγδη.

Τον Μάρτιο του 1974, απογοητευμένος από την απόδοση του αγώνα στη Ελλάδα, διέφυγε στο Λονδίνο.
Ύστερα από λίγες μέρες, κατόπιν πρόσκλησης της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών, μετέβη στην Ουάσιγκτον, όπου μίλησε για την «ελληνική» πολιτική των ΗΠΑ.
Η ομιλία του, που αποκάλυψε την ευθύνη της αμερικανικής κυβέρνησης για την επιβολή και διατήρηση της ελληνικής χούντας στην εξουσία και για τον κίνδυνο που προκαλούσε, όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Κύπρο αλλά γενικότερα για την παγκόσμια ειρήνη, έκανε εξαιρετική εντύπωση.
Η δραστηριότητα του στην Αμερική επέτεινε τη μήνη του καθεστώτος των Αθηνών, που τον παρέπεμψε και πάλι στο Στρατοδικείο. Την επομένη της Συνεδρίασης του Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, την 21η Ιουλίου 1974, απηύθυνε προς τους Έλληνες αξιωματικούς την περίφημη έκκληση από την Ντόιτσε Βέλλε για κατάλυση της δικτατορίας εντός 24 ωρών, «αν δεν ήθελαν να είναι οι νεκροθάφτες του Έθνους».

Κατά τη Μεταπολίτευση της 24ης Ιουλίου 1974 βρισκόταν στις ΗΠΑ. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα (3 Αυγούστου 1974) αντιτάχθηκε στην πολιτική της Κυβέρνησης αυτής στα θέματα της αποχουντοποίησης, του Κυπριακού, της αντιμετώπισης της απειλής της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, ως και της στρατηγικής του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο.
Υποστήριξε την ανάγκη της διατήρησης της ενότητας της Ένωσης Κέντρου και επέκρινε τον ιδρυτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., πιστεύοντας ότι η ίδρυση νέου κόμματος ήταν ενέργεια, που αποδυνάμωνε σοβαρά την αποκαλούμενη δημοκρατική παράταξη.
Επέκρινε δριμύτατα την επαναφορά, από την κυβέρνηση Καραμανλή, του εκλογικού νόμου της ενισχυμένης αναλογικής και την πρόωρη διενέργεια των εκλογών.
Για τον λόγο αυτό, ήρθε σε αντίθεση με τον Γεώργιο Μαύρο, που ήταν Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών και ο οποίος εκλέχτηκε ως αρχηγός της Ένωσης Κέντρου στις 20 Σεπτεμβρίου 1974.
Μετά την εκλογή του, ο Γ. Μαύρος και η ομάδα των Νέων Δυνάμεων ίδρυσαν το νέο κόμμα Ένωσις Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (Ε.Κ.-Ν.Δ.), από το οποίο εκπαραθύρωσαν τον Ζίγδη, που υποχρεώθηκε να κατέβει ανεξάρτητος στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 στη Δωδεκάνησο υπό τον τίτλο Δημοκρατική Ένωση Κέντρου, όπου απέτυχε να εκλεγεί.
Όπως περιγράφει διεξοδικά στο βιβλίο του Μπροστά στον Νέο Εθνικό Διχασμό (1974) ο Ιωάννης Ζίγδης εξωθήθηκε εκτός της Ένωσης Κέντρου, λόγω της σκληρής αντιπολίτευσης στις ενέργειες του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Η κατάσταση εκείνη τον υποχρέωσε να κατέβει στις εκλογές του 1974 με δικό του συνδυασμό στα Δωδεκάνησα υπό τον τίτλο Δημοκρατική Ένωση Κέντρου συγκεντρώνοντας 13,81%.

Τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με τη συγγραφή των βιβλίων του Μπροστά στον νέο Εθνικό Διχασμό (1974), Για την Δημοκρατία και την Κύπρο - 4 μήνες αγώνα στις Η.Π.Α. (1976) και Προτίμησα τη φυλακή (1977).

Τον Μάιο του 1977 αποφάσισε να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική.
Στις εκλογές που ακολούθησαν υπέβαλε υποψηφιότητα στα Δωδεκάνησα «ως συνεργαζόμενος» με την Ε.ΔΗ.Κ, γιατί η τότε ηγεσία της, παρά την έντονη αξίωση της πλειοψηφίας των στελεχών, δεν επιθυμούσε την επιστροφή του στο κόμμα.
Μετά την συντριπτική, όμως, κομματική ήττα και την παραίτηση του Γεωργίου Μαύρου από την ηγεσία, η Κ.Ο. τον εξέλεξε ομόφωνα, στις 29 Νοεμβρίου 1977, Πρόεδρο της Τριμελούς Δ.Ε., στην οποία και ανέθεσε την ηγεσία του Κόμματος.
Το έκτακτο Συνέδριο (19-20 Μαρτίου 1978) τον εξέλεξε με μεγάλη πλειοψηφία Αρχηγό του Κόμματος. Ο ίδιος, όμως, μετέβαλε τον τίτλο σε Πρόεδρο.
Ως Πρόεδρος επιδόθηκε αμέσως στην οργανωτική ανασύνταξη του Κόμματος και την αποσαφήνιση της ιδεολογίας του.
Για τον σκοπό αυτό έγραψε σειρά βιβλίων, με σημαντικότερα τα Οροθετώντας την Ε.ΔΗ.Κ. (1978) και Ατενίζοντας το 1980.

Αμέσως μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ο Ιωάννης Ζίγδης, τη θέση του διευθυντή του γραφείου του ανέλαβε ο Ιωάννης Μανουσάκης, θέση που διατήρησε μέχρι και τις εκλογές του 1981.
Ο Ιωάννης Μανουσάκης υπήρξε στενός συνεργάτης του Γεωργίου Παπανδρέου και διευθυντής του γραφείου του μέχρι τον θάνατο του «Γέρου».

Ο Ζίγδης ήταν ένας από τους πρώτους Έλληνες ευρωβουλευτές (με την ΕΔΗΚ), καθώς διορίστηκε από τη Βουλή τον Ιανουάριο του 1981 και υπηρέτησε έως τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου.

Στις βουλευτικές και στις ευρωεκλογές του Οκτωβρίου του 1981 η Ε.ΔΗ.Κ. δεν εκλέγει βουλευτές ή ευρωβουλευτές, παρά την εντυπωσιακή της παρουσία στα Δωδεκάνησα.
Το ίδιο συμβαίνει και στις Ευρωεκλογές του 1984.
Το 1985 εξελέγη βουλευτής κατόπιν της Συμπαράταξης της Ε.ΔΗ.Κ. με το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Ηγήθηκε της αυτόνομης προσπάθειας της Ε.ΔΗ.Κ. στις πρώτες εκλογές του 1989, ενώ απείχε έκτοτε, αντιδρώντας με τον τρόπο αυτό στο νέο εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής.

Φιλοδοξία του Ζίγδη ήταν να καταστήσει την Ε.ΔΗ.Κ. πρότυπο δημοκρατικά οργανωμένου κόμματος, που θα πραγματοποιήσει το ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, όπως τον θέλει η ιδεολογία του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού –η σύγχρονη έκφραση της ιδεολογίας του Ε. Βενιζέλου, του Ν. Πλαστήρα και του Γ. Παπανδρέου– για να εξασφαλίσει στον λαό μας ένα μέλλον αντάξιο της ιστορίας του.

Το 1991 προχώρησε στη σύσταση του Πολιτιστικού Ιδρύματος Δωδεκανήσου «Κλεόβουλος ο Λίνδιος», το οποίο έχει σκοπό την προβολή της συμβολής της Δωδεκανήσου στον ελληνικό πολιτισμό και τους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες, ως και τη δυνατότητα της οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης της Ελλάδας γενικά στο μέλλον. Το Ίδρυμα έχει εκδώσει ένα αριθμό μονογραφιών του Ζίγδη μεταξύ των οποίων, «Η αλλαγή νοοτροπίας απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση της Ελλάδας στην Ενωμένη Ευρώπη» (1993), «Η Ελληνική Πολιτιστική Κληρονομιά - Αιώνιος φωτοδότης της ανθρωπότητας - Αποτελεσματικό όπλο για την επιβίωση του έθνους μας» (1996), «Η Ελλάδα στα Πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (1997).

Το 1997 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος τον τίμησε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικα για τις πολλές υπηρεσίες που πρόσφερε στην πατρίδα. Επειδή, όμως, η επίδοση θα γινόταν στις 24 Ιουλίου, αρνήθηκε να παραστεί στην εκδήλωση, που θα γινόταν στο Προεδρικό Μέγαρο.
Ο ίδιος υποστήριζε, άλλωστε, ότι θα πρέπει να καταργηθούν οι επετειακές εκδηλώσεις την ημέρα αυτή, που αποτελεί για το έθνος ημέρα πένθους και όχι εορτασμών. Το παράσημο του επιδόθηκε ύστερα από λίγες ημέρες στο σπίτι του, όπου και παρέμενε έγκλειστος, λόγω νέας επιδείνωσης ενός πολεμικού τραύματος.

Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του ο Ζίγδης είχε κινήσει τις διαδικασίες ανασύνταξης της Ε.ΔΗ.Κ. αναθέτοντας το έργο αυτό σε δωδεκαμελή Πολιτική - Οργανωτική Γραμματεία στελεχών. Στο πλαίσιο αυτό η τελευταία πολιτική του πράξη ήταν η αποστολή εγκυκλίου στα μέλη του Κόμματος σχετικά με τη σύγκληση Συνεδρίου εντός του 1998.

Πέθανε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1997.

Προτομές του βρίσκονται στις πλατείες που φέρουν το όνομα του στη Ρόδο και τη Λίνδο, ενώ στην τελευταία βρίσκεται και το ταφικό του μνημείο στο λόφο που δεσπόζει της Ακρόπολης και του τάφου του Κλεόβουλου.

" ΕΦΥΓΑΝ " ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 21 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν Έλληνας τραγουδοποιός, συνθέτης και στιχουργός.

Αποτελεί μία από τις πιο σύνθετες και πολυεπίπεδες προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής μουσικής. Τα περισσότερα τραγούδια του ήταν γραμμένα από τον ίδιο, σε στίχους και μουσική.
Το συνολικό του έργο διαμορφώνει ένα υβριδικό συνθετικό ιδίωμα, στο οποίο συνυπάρχουν οργανικά στοιχεία της λόγιας μουσικής της Δύσης, της ελληνικής παραδοσιακής και βυζαντινής τροπικότητας, του ρεμπέτικου τραγουδιού, καθώς και της αγγλοσαξονικής folk και rock αισθητικής της δεκαετίας του 1960.
Η πρώιμη δημιουργική περίοδός του (βλ. μέσα δεκαετίας 1960) εντάσσεται μορφολογικά στο πλαίσιο της folk-rock τραγουδοποιίας, με σαφείς επιρροές από τον Μπομπ Ντίλαν, τόσο στη δομή των τραγουδιών (βλ. επαναλαμβανόμενα μοτίβα) όσο και στη χρήση αφηγηματικού, πολιτικού ή/και αλληγορικού λόγου.

Το 1963 μετακόμισε στην Αθήνα και εγκατέλειψε τη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, προκειμένου να ασχοληθεί με το τραγούδι.
Γνώρισε μεγάλη επιτυχία από τις πρώτες ημέρες του ως μουσικός και έγινε γρήγορα δημοφιλής στο πανελλήνιο. Είχε συνδυάσει τη μουσική Αμερικανών μουσικών, όπως του Μπομπ Ντίλαν και του Φρανκ Ζάπα με τη μακεδονική λαϊκή μουσική και πολιτικά διεισδυτικούς στίχους.

Άρχισε τη σταδιοδρομία του το 1964 και ήταν πολιτικά ενεργός σε όλη τη σταδιοδρομία του στη μουσική, με εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα, μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μάνο Λοΐζο.
Κατά τη διάρκεια της Χούντας φυλακίστηκε δύο φορές για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1967.

Έγραψε τραγούδια με πολιτικό, ρομαντικό, αλλά και σκωπτικό περιεχόμενο. Το 1986-1987 παρουσίασε τηλεοπτική εκπομπή με τίτλο «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι».

Το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα στις 24 Νοεμβρίου 2017.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 2 Δεκεμβρίου 1944.

Ήταν παντρεμένος από το 1967 με την Ασπασία Αραπίδου (γνωστή με το χαϊδευτικό Άσπα, από τα τραγούδια και τις παραστάσεις του) και είχαν αποκτήσει δύο γιους: τον Κορνήλιο (γενν. 1968) και τον Ρωμανό (γενν. 1972), και δύο εγγονούς, τον Διονύση και τον Ανδρέα.

Τον Δεκέμβριο του 2009 το σπίτι του στο Πήλιο καταστράφηκε από φωτιά, στην οποία χάθηκαν τα χειρόγραφά του, ημερολόγια και σημειώσεις, καθώς και δίσκοι και πίνακες.

Απεβίωσε στις 21 Οκτωβρίου 2025, σε ηλικία 80 ετών, στο Νοσοκομείο Υγεία, έπειτα από πολυήμερη νοσηλεία λόγω επιπλοκών του καρκίνου από τον οποίο υπέφερε από το 2021.

Η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα για λίγες ώρες πριν τη κηδεία του στις 25 Οκτωβρίου στο παρεκκλήσι του Μητροπολιτικού Ναού Αθηνών. Τάφηκε στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών.

 

Σχόλια

Δεν υπάρχουν ακόμα σχόλια

Προσθήκη Σχολίου

Εισάγετε το όνομά σας
Εισάγετε το email σας (δεν προβάλλετα δημόσια, μόνο για εσωτερική επικοινωνία)
Εισάγετε το σχόλιό σας

Επισκέψεις

Σήμερα: 24
Χθες: 296
Αυτήν την εβδομάδα: 744
Αυτόν τον μήνα: 7604
Συνολικά: 205428