psychikon & perix

ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ: Section Blog ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ...

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ...

E-mail Εκτύπωση PDF
alt

 


Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια.
Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό.
Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου.
Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε, γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Κοιτάζουμε και αντικρίζουμε μια τρύπα στον καθρέφτη.
Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας;
Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων.
Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα.
Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης.
Όλα απαντημένα πλέον, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια…
Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν, χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε.
Τ΄αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς.
Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους.
Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα.
Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα ελληνικά...
Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο, τον έρωτα με το στριπτιζάδικο, τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια, τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία...
Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία.
Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ό,τι μάς γυάλισε στη βιτρίνα.
Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε.
Ξεχάσαμε.
Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας.

Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει.
Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια.
Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες κλαίει κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάνο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Ρένας, που έγινε μάνταμ.
Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στη Μανίλα.
Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της.
Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους;
Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει;
Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς χαρακτήρας που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εγώ», «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε, κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Χάνουμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας, όμως η… «Μαμά» τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει…
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων.
Βλέπουμε τα παιδιά μας να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ' έξω κι από μέσα».
Ζούμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη.

Όμως αυτή η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ' αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη, αλλά από αλληλεγγύη και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ό,τι μας κράτησε σ' αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει κι αυτό, αγαπητοί λογικοί λογιστές, είναι το πιο σημαντικό.
Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”.
Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα.
Αγαπητοί μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το… «καλό» μας, θα προτιμήσετε να καταστραφούμε λέγοντας “Ναι” σε όλα…
Όμως εμείς, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, θα πούμε το «Όχι». Έστω και για μια στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί.
Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο.
Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε.
Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη.
Το μόνο που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο.
Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε.
Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει».
jathumbnail off}