psychikon & perix

ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΕΔΩ: ΑΡΧΙΚΗ

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

E-mail Εκτύπωση

 

Νίκος Καββαδίας: Ιδανικός και ανάξιος εραστής ...!

 alt

Το «ιδανικός και ανάξιος εραστής» είναι ένα από τα υπέροχα ποιήματα του Νίκου Καββαδία που μελοποιήθηκε από τον Γιάννη Σπανό το 1975 και εμπεριέχεται στην Ανθολογία Γ'.

 Ας δούμε όμως ποια ήταν τα γεγονότα που ενέπνευσαν τον Νίκο Καββαδία να γράψει το συγκεκριμένο του ποίημα.

Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 1910 στην Άπω Ανατολή, στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας, κοντά στην περιοχή του Χαρμπίν.
Ο Νίκος ήταν το δεύτερο παιδί του Χαρίλαου και της Δωροθέας Καββαδία, οι οποίοι είχαν ακόμη τρία παιδιά, την Ευγενία, τον Δημήτρη και τον Αργύρη.
Ο πατέρας τους Χαρίλαος είχε την ρώσικη υπηκοότητα και διατηρούσε επιχείρηση εισαγωγών εξαγωγών, τροφοδοτώντας κυρίως τον τσαρικό στρατό, στον οποίο υπηρετούσε και ως έφεδρος αξιωματικός.
Η μητέρα τους Δωροθέα καταγόταν από την κεφαλλονίτικη εφοπλιστική οικογένεια των Αγγελάτων.
Το 1914, με τις εξεγέρσεις στη Μαντζουρία αλλά και σε ολόκληρη την Κίνα, ο Χαρίλαος Καββαδίας έφερε την οικογένεια του πίσω στην Ελλάδα, στην Άσσο και στο Φισκάρδο της Κεφαλονιάς, κοντά στους παππούδες.
Ο ίδιος επέστρεψε στη Μαντζουρία αλλά τον βρήκε η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο ρωσικός εμφύλιος, με αποτέλεσμα να αποκλειστεί στη Σιβηρία.
Στην συνέχεια φυλακίστηκε και έχασε όλη την περιουσία του.
Το 1920 επιστρέφει στην Ελλάδα, σε άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση.
Το 1921 η οικογένεια Καββαδία μετακόμισε στον Πειραιά, αρχικά στη Φρεατίδα και στη συνέχεια στο Πασαλιμάνι.
Εκείνη την εποχή ο εντεκάχρονος Νίκος Καββαδίας πήρε το βάπτισμα της θάλασσας με το πλοίο «Πολικός» των Αγγελάτων, ταξιδεύοντας στη γραμμή Πειραιάς - Σμύρνη - Κωνσταντινούπολη μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος αφού συνήλθε, δούλευε ως τροφοδότης του πλοίου.
Στο μεταξύ ο Νίκος, ήδη από το Δημοτικό Σχολείο, είχε αρχίσει να εκδηλώνει την κλίση του στο γράψιμο.
Σκάρωνε στιχάκια, έγραφε λογοτεχνικά κείμενα, ενώ με την οικονομική ενίσχυση συγγενών και φίλων είχε εκδώσει μια σχολική εφημερίδα, τον "Σχολικό Σάτυρο".
Ακόμη, έστελνε ποιήματά του στην Διάπλαση των Παίδων με το ψευδώνυμο «μικρός ποιητής».
Παράλληλα με το γράψιμο και το διάβασμα, ο Νίκος Καββαδίας ασχολήθηκε με τον αθλητισμό.
Γυμναζόταν στο παλιό γυμναστήριο του Πειραιά, όπου έκανε πυγμαχία και αγωνιζόταν στον Πειραϊκό Σύλλογο.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, αλλά σύντομα εγκατέλειψε τις σπουδές του για να εργαστεί σε ναυτιλιακό γραφείο του Πειραιά, κρατώντας τα χοντρά λογιστικά βιβλία.Οι πνευματικές του ανησυχίες όμως, αλλά κυρίως οι ιστορίες των ναυτικών που άκουγε καθημερινά στο γραφείο τον συνάρπαζαν και του δημιουργούσαν μια έντονη διάθεση για ταξίδια μακρινά.
Ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο και ενώ ήταν αποφασισμένος να μπαρκάρει, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μητέρα του, την Δωροθέα, η οποία ως γόνος της κεφαλλονίτικης εφοπλιστικής οικογένειας των Αγγελάτων γνώριζε καλά τις δυσκολίες που συναντάνε οι ναυτικοί και, φυσικά ως μητέρα δεν ήθελε το παιδί της να φύγει μακριά.
Θεωρούσε επίσης πως το να ταξιδέψει ο Νίκος ήταν μια τρέλα, μια λόξα νεανική και πως κάποια στιγμή θα του περνούσε.
Όμως για τον Καββαδία δεν ήταν μια λόξα νεανική, ήταν όνειρο ζωής.

Έτσι, μετά τον θάνατο του πατέρα του Χαρίλαου το 1929 και παρά τις έντονες ακόμη αντιρρήσεις της μητέρας του, αποφασίζει να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα. Μπαρκάρει στο φορτηγό «Άγιος Νικόλαος», γραμμή Πορτ Σάιντ - Αλεξάνδρεια - Μασσαλία.
Από τότε και μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου του 1975 που έφυγε από τη ζωή, θα περιπλανηθεί σε όλους τους ωκεανούς και θα καταγράψει μέσα στα ποιήματα και τα πεζά του ένα μεγάλο μέρος από την καθημερινή ζωή των ναυτικών στα πλοία και τα λιμάνια, όπως επίσης και διάφορα περιστατικά που βίωσε ή άκουσε σε πάμπολλα ταξίδια του ως ασυρματιστής.
Το τέλος του Νίκου Καββαδία θα είναι άδοξο, αφού δεν πέθανε στην αγκαλιά της θάλασσας, όπως ο ίδιος είχε ποθήσει, πέθανε σε μια κλινική της Αθήνας, τους «Αγίους Αποστόλους», από εγκεφαλικό επεισόδιο και δυστυχώς είχε μια κηδεία, «σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες».

 Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής

των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,

και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές,

χωρίς να σκίσω την θολή γραμμή των οριζόντων.

 
 Για το Μανδράς την Σιγκαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
και εγώ σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.
 
 Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα χω πια ξεχάσει
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ' όποιον ρωτά:
«Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει...»
 

μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί

και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει,

κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,

θα σημαδέψει, κι άφοβα τον φταίχτη θα χτυπήσει.

 

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ

σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,

θα χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ

και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.»